Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Το τρομακτικό όραμα για τις εκτρώσεις του Οσίου Γαβριήλ του δια Χριστόν σαλού και ομολογητού


 Ο π. Γαβριήλ ποτέ δεν σταμάτησε να εργάζεται. Δούλευε για κάποιο διάστημα ως αγρότης στα κολχόζ, όπου και διέμενε. Εκεί στερήθηκε για λίγο την ησυχία, καθώς δεν ήταν εύκολο να μένει μόνος του. Βρήκε όμως πολύ γρήγορα μια σπηλιά, την οποία είχαν εγκαταλείψει οι βοσκοί, την καθάρισε κι εγκαταστάθηκε εκεί. Πολύ πιθανό είναι την άγνωστη σε μας περίοδο της ζωής του να την πέρασε εκεί, στη σπηλιά. Ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε για τους ασκητές και τους σπηλαιώτες φανέρωνε μια εξοικείωση με τη ζωή αυτή, ενώ το πρόσωπο του φορτιζόταν και μια ανεπιτήδευτη τρυφερότητα διαγραφόταν στην έκφραση του.

 Οι πιστοί συχνά του ζητούσαν να κάνουν παρακλήσεις για να πληθαίνει και να αναπτύσσεται η Γεωργία.
  Κάποια φορά, κατά τη διάρκεια της παράκλησης στο ναό Σιόνι, ο άγιος είδε ένα τρομακτικό όραμα. Διηγείται ο ίδιος:
«Ήταν δυο στρατιωτικοί, με αρχαίες στρατιωτικές στολές, που έδειχναν εμένα: "Να! Αυτός είναι!". Ήρθαν πλάι μου και με πήραν μαζί τους. Με δυσκολία καταλάβαινα. Διέκρινα ένα άσπρο σπίτι χωρίς σταυρό. Με έβαλαν μέσα. Ήταν τελείως σκοτεινά. 
 Έκλεισαν τις πόρτες και μ' άφησαν εκεί. Όταν τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι, είδα πεταμένα στο πέτρινο πάτωμα παιδάκια, που είχαν το μέγεθος ενός μικρού δαχτύλου και κείτονταν μέσα στα αίματα. Από μια τρύπα στο ταβάνι έπεφταν κι άλλα νεκρά παιδάκια, τόσα πολλά που δεν μπορούσα να σταθώ πουθενά. Όλα γύρω ήταν βουτηγμένα στο αίμα. Στεκόμουν στις μύτες των ποδιών μου. Και ξαφνικά άνοιξε η πόρτα κι άκουσα μια φωνή: " Έρχεται! Έρχεται!" Παραξενεύτηκα. "Ποιος έρχεται; Φαίνεται θα 'ναι εδώ το αφεντικό. Θα παρακαλέσω να με αφήσουν να φύγω από εδώ", σκέφτηκα. Πάλι ήρθαν εκείνοι οι δύο στρατιωτικοί. Στάθηκαν στην είσοδο και στην έξοδο και δεν μου επέτρεπαν να φύγω. Κόλλησα στον τοίχο. Τότε είδα την Παναγία να έρχεται με τη συνοδεία αγγέλων και αγίων. Ήταν ντυμένη στα λευκά. Την αναγνώρισα αμέσως. Με κοίταξε αυστηρά, μου έδειξε τα ματωμένα παιδιά και μου είπε: 'Τι' αυτό με παρακαλάς; Έτσι θα πληθαίνει η Γεωργία; Εγώ θα ευλογώ κι αυτοί θα σκοτώνουν;" Γύρισε κι έφυγε. Έπειτα με πήραν οι δυο στρατιωτικοί και με έφεραν στο κελί μου».

Την επομένη ο π. Γαβριήλ αποκάλυψε αυτό το όραμα σ' όσους ήταν παρόντες στην ικεσία και παρακάλεσε όλες τις γυναίκες να προσεύχονται προειδοποιώντας τες: «Μητέρες, μην κάνετε εκτρώσεις! Βοηθήστε να σωθεί η Γεωργία! Φοβήθηκα τόσο πολύ όταν είδα οργισμένη την Παναγία, που δεν ήξερα πού να πάω. Δεν επιθυμώ κανείς να δει έτσι τη Βασίλισσα του Ουρανού και της Γης».


Φεύγει το μυαλό σου κατά την Προσευχή; Από Newsroom


proseuxi-upomoni-ieramonopatia

Προσευχή: Καθώς προσεύχεσαι, προσπάθησε να κρατάς το νου και την προσοχή σου μέσα στην καρδιά, πουθενά άλλου.

Το ότι ο νους, ύστερ’ από λίγη ώρα προσευχής, φεύγει από την καρδιά χάνει τη μνήμη του Θεού και μετεωρίζεται, δηλαδή περιπλανιέται και ρεμβάζει, φανερώνει αδυναμία αυτοσυγκεντρώσεως και υποσυνεί­δητη αδιαφορία για την προσευχή. Η ψυχή κατά βά­θος δεν εκτιμά την άξια της προσευχής και δεν την αισθάνεται τόσο ως ανάγκη όσο ως καθήκον. Βιάζε­ται, λοιπόν, ν’ απαλλαγεί άπ’ αυτήν το συντομότερο, κάνοντας την όπως-όπως.
Να προσεύχεσαι με φόβο Θεού, επικεντρώνοντας την προσοχή σου στις έννοιες των λέξεων. Η ευχή του Ιησού και άλλες σύντομες προσευχές γεννούν στην καρδιά αισθήματα θεία, με τα οποία δεσμεύεται η προσοχή, παραμένοντας στη μνήμη του Κυρίου.
Να θυμάσαι, πάντως, ότι στην τελείωση και τη σωτηρία δεν φτάνει κανείς μόνο με την προσευχή, αλλά και με την παράλληλη καλλιέργεια όλων των αρετών. Όσο προοδεύουμε στην πνευματική ζωή, όσο δηλαδή μειώνονται τα πάθη μας και αυξάνονται οι αρετές μας, τόσο προοδεύουμε και στην προσευχή. Οι βασικότερες αρετές είναι: ο φόβος του Θεού, η αγνεία, η ταπείνω­ση, η μετάνοια, η υπομονή, η αγάπη. Όταν αυτές εμφανιστούν, ακολουθούν όλες οι άλλες και μαζί τους η προσευχή.
«Να φροντίσω περισσότερο για τη συνεπή εκτέλεση του καθημερινού προσευχητικού μου κανόνα ή για την προσοχή στην προσευχή;».
Η προσευχή δίχως προσοχή δεν είναι προσευχή. Γι’ αυτήν, επομένως, πρέπει να φροντίζεις περισσότε­ρο. Συνάμα, όμως, να είσαι συνεπής και στην εκτέλεση του καθημερινού σου κανόνα. Να συμμετέχεις, επίσης, και στη λατρεία της Εκκλησίας μας. Να πηγαίνεις στο ναό συχνά, σε κάθε ακολουθία, αν τούτο είναι δυνατό, και να συμπροσεύχεσαι ευλαβικά με τους άλλους πι­στούς.
Διάβασε στη «Φιλοκαλία» το απόσπασμα άπό το βίο του όσιου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, που έλαβε από την Ύπεραγία Θεοτόκο το χάρισμα της άδιάλει­πτης προσευχής. Μιμήσου την πίστη και την αρετή του, για να γίνεις κι εσύ άξιος αύτης της μεγάλης δω­ρεάς. Δίχως αγώνα, τίποτα δεν θα κατορθώσεις.
Εθισμός στην προσευχή
Έχετε τη συναίσθηση και βασανίζεστε από το λο­γισμό πως η συμμετοχή σας στη λατρευτική σύναξη ήταν όχι καλή, όχι ουσιαστική. Ο νους σας τριγύριζε έδω κι εκεί και την καρδιά σας αναστάτωναν άπρεπα αισθήματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις να μετανοείτε αμέ­σως, να καταδικάζετε τον εαυτό σας και να βάζετε αρχή διορθώσεως. Άλλωστε, το τέλος της ακολου­θίας δεν είναι τέλος και της προσευχής. Να εθίσετε, λοιπόν, το νου και την καρδιά σας σε διαρκή κατά­σταση προσευχής. Αυτό μπορεί να συντελεστεί με την αδιάλειπτη ευλαβική μνήμη του Θεού και με την πα­ράδοση του εαυτού σας στο θέλημα Του. Έτσι, όταν θ’ αφήνετε την ακολουθία, δεν θ’ αφήνετε την προ­σευχή. Μόνο θ’ αλλάζετε μια μορφή προσευχής με άλλη.
Να προσεύχεστε χρησιμοποιώντας τα λειτουργικά βιβλία, αλλά ν’ αρχίσετε σιγά-σιγά ν’ απευθύνετε και τα δικά σας λόγια στον Κύριο, λόγια που θ’ ανταπο-κρίνονται τόσο στις ψυχικές όσο και στις σωματικές ανάγκες σας.
Καμιά φορά η ψυχή μας επιθυμεί να στραφεί στόν Κύριο χωρίς συγκεκριμένη ανάγκη. Η επιθυμία αυτή οφείλεται απλά σε μια, ας την πω έτσι, δίψα του Θεού. Σ’ όποιο βαθμό και μ’ όποια μορφή κι αν εμφανιστεί μέσα σας, δεν πρέπει να την αφήνετε ανικανοποίητη. Την ίδια κιόλας ώρα ν’ αφοσιώνεστε στην προσευχή, όπου κι αν είστε, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο.
Όσο πιο εγκάρδια ανταποκρίνεστε στο θείο τούτο κάλεσμα, όσο πιο θερμά ικανοποιείτε τον άγιο τούτο πό­θο, τόσο πιο συχνά θα εμφανίζεται, τόσο πιο πολύ θα διαρκεί, τόσο πιο βαθιά θα ριζώνει.
Πηγή: Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, «Χειραγωγία στην πνευματική ζωή». Εκδ.: Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2020

Ιησούς Χριστός: Φως και Ζωή του κόσμου.



Ο Κύριος ονόμασε τον εαυτό Του Μεσσία, δηλαδή Χριστό, και Άρτο της Ζωής. Σε άλλη ομιλία Του λέει: «Εγώ είμαι το Φως του κόσμου. Εκείνος που με ακολουθεί δεν θα περιπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της Ζωής».
Ο Κύριος ονομάζοντας τον εαυτό Του Φως του κόσμου, συνέδεσε κατόπιν το Φως με τη Ζωή. Εκείνος που ακολουθεί το Χριστό και πορεύεται μέσα στο Φως των αγίων Του εντολών, αυτός πορεύεται την οδό που οδηγεί στη Ζωή. Ο πιστός που συμμετέχει στα Μυστήρια της Εκκλησίας, κατανοεί ότι ο Κύριος είναι γι’ αυτόν φως, ειρήνη και χαρά, τροφή και ζωή. Είναι άστρο που πάντα φεγγοβολεί και λαμπάδα που λάμπει διαπαντός στον οίκο της ψυχής του. Από τώρα η ζωή αυτών που ακολουθούν το Χριστό είναι μία ζωή φωτός. Και στον μέλλοντα αιώνα θα λάμψουν όπως ο ήλιος και θα κυκλώνουν τον μοναδικό Ήλιο, το Χριστό.
Σε άλλη ευκαιρία ο Χριστός ονόμασε τον εαυτό Του «θύρα των προβάτων» και «Καλό Ποιμένα». Είπε: «Εγώ είμαι η θύρα. Όποιος εισέλθει δι’ εμού, θα σωθεί. Θα εισέρχεται και θα εξέρχεται και θα βρίσκει τροφή». Πράγματι ο Χριστός είναι η θύρα δια της οποίας εισερχόμαστε στη Βασιλεία του Θεού. Όποιος περνά τη θύρα αυτή, βρίσκει τη σωτηρία. Εισέρχεται στον Οίκο του Θεού και μέσα σ’ αυτόν βρίσκει τη σώζουσα τροφή, που είναι πάλι ο Χριστός, ο Άρτος της Ζωής.
Επίσης ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι ο Καλός Ποιμένας», που θυσιάζει τη ζωή του για τα πρόβατα. Πράγματι ο Χριστός αναδείχθηκε για όλους τους ανθρώπους Ποιμένας αγαθός, που πρόσφερε τη ζωή Του για μας. Απέθανε δε για μας ο Καλός Ποιμένας, ώστε αφού μας βγάλει από τη σκιά του θανάτου, να μας προετοιμάσει να συναναστρεφόμαστε τους αγγελικούς χορούς, και αντί για την κατοικία που είχαμε στα βάθη της αβύσσου, να μας χαρίσει τις ουράνιες μονές πλησίον του Πατέρα Του.
Σε συζήτηση με τη Μάρθα, την αδελφή του Λαζάρου, ο Χριστός λέει: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ’ έμενα και αν πεθάνει θα ζήσει». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λέει ότι ό Κύριος ονομάζεται Ανάσταση διότι ενώ είχαμε νεκρωθεί από την αμαρτία μας ανέστησε και μας επανέφερε στη ζωή. Με την πίστη μας στο Χριστό εισερχόμαστε στην αιώνια ζωή, ακριβώς επειδή ο Χριστός είναι η ανάσταση και η Ζωή.
Το βράδυ του Μυστικού Δείπνου ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Κανένας δεν μπορεί να έλθει προς τον Πατέρα, παρά μόνον δι’ εμού». Ο ιερός Χρυσόστομος λέει, ότι ο Κύριος με το λόγο αυτό εννοεί: «Εφ’ όσον εγώ είμαι η Οδός, δεν χρειάζεσθε άλλον οδηγό πορευμένοι προς τον ουράνιο Πατέρα. Και αφού είμαι η Ζωή, ακόμη και όταν αποθάνετε, θα επιτύχετε την αιώνια ζωή».
Δια της ενανθρωπήσεως ο Χριστός έγινε για μας τους ανθρώπους Οδός καθαρά και αγία που οδηγεί στην άνω Ιερουσαλήμ, αρκεί εμείς, με την εργασία των εντολών, να βαδίζουμε την Οδό, που είναι ο Κύριος, να πιστεύουμε ορθά στο Χριστό που είναι η Αλήθεια και να ελπίζουμε αδιάκοπα σ’ Εκείνον που είναι η Ζωή.

Η αποκάλυψη τών ακτίστων ενεργειών του Χριστού Το "εκ τών έσω" φως τού Κυρίου Ιησού π. Ι. Ρωμανίδης




Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.



Ο Χριστός μετά την Βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό άρχισε επισήμως το έργο Του. Στην πραγματικότητα, ο Χριστός φανέρωσε την θεότητά Του, τις άκτιστες ενέργειες Του, δια της ανθρώπινης φύσεώς Του. Δηλαδή, μετά την ενανθρώπιση του Χριστού, η αποκάλυψη συνδέεται με τον Θεάνθρωπο Χριστό.

Οι Απόστολοι έβλεπαν την ενέργεια τής ακτίστου φύσεως στον Χριστό με τα θαύματά Του, την διδασκαλία Του. Αργότερα δε τρεις από αυτούς είδαν το Φως της θεότητός Του στο Θαβώρ. Το Σώμα του Χριστού είναι πηγή τών ακτίστων ενεργειών του Θεού.

«Πρέπει να τονισθεί ότι και στην επίγεια ζωή του Χριστού, ο Χριστός δεν απεκάλυψε την ανθρώπινη φύση Του, διότι την βλέπαμε την ανθρώπινη φύση. Εκείνο που χρειαζόταν αποκάλυψη ήταν η άκτιστη φύση του Χριστού, οπότε βλέποντας τον Χριστό, ξέρανε όλοι ότι ήταν άνθρωπος. Εκείνο που χρειαζότανε αποκάλυψη είναι η άκτιστη φύση του Χριστού, ότι είναι της ιδίας ουσίας με τον Πατέρα και με το Πνεύμα το Άγιον και ότι είναι των ιδίων ενεργειών και ότι είναι ο ίδιος κατά την υπόσταση άκτιστος και κατά την ουσία άκτιστος και κατά την ενέργεια άκτιστος.

Αυτή η αποκάλυψη των ενεργειών του Χριστού γίνεται κατά δύο τρόπους. Ο ένας τρόπος είναι με τα θαύματα. Δηλαδή, κάνει θαύματα και από τα θαύματα φαίνεται σαφώς ότι ο ίδιος είναι πηγή όχι μόνο κτιστών ενεργειών, αλλά και ακτίστων τοιούτων, εφ' όσον ο ίδιος ποιεί θαύματα τα οποία μόνον η άκτιστη ενέργεια μπορεί να επιτελέσει. Δηλαδή, το αποτέλεσμα είναι ακτίστων ενεργειών, δεν είναι κτιστών ενεργειών. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι ο Χριστός είναι το μέσο ή το όργανο, δια  του οποίου αποκαλύπτεται το άκτιστο, χωρίς ο ίδιος να είναι πηγή τών ακτίστων ενεργειών. Μπορεί, δηλαδή, να θεωρηθεί, ότι ο Θεός ενεργεί δια του Χριστού ως ανθρώπου και ο Χριστός φαίνεται ότι κάνει θαύματα, άλλα είναι ο ίδιος ο Θεός, που κάνει τα θαύματα μέσω του Χριστού. Οπότε, θα μπορούσαμε με μια αρειανική Χριστολογία να έχουμε πάλι θαύματα, όπως έχουμε θαύματα και δια μέσου των Προφητών, δηλαδή κ.ο.κ.

Αλλά, η ουσία της Ορθοδόξου διδασκαλίας περί Χριστού είναι ότι ο ίδιος ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού, και ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, δεν είναι απλώς ένα μέσον θαυμάτων, αλλά είναι η πηγή θαυματουργικών ενεργειών. Διότι ο ίδιος είναι ο Λόγος, ο οποίος ενσαρκώθηκε και υπάρχει η αντίδοση των ιδιωμάτων, οπότε και ως άνθρωπος ενεργεί ο Λόγος, αλλά ενεργεί και ως Θεός. Οπότε, ο Χριστός δεν είναι ένα μέσον τών ακτίστων ενεργειών, αλλά και πηγή ακτίστων ενεργειών κ.ο.κ. Αυτή η αποκάλυψη τής ακτίστου φύσεως του Χριστού γίνεται, κατά πρώτον λόγον, με θαύματα. Ποιεί θαύματα, τα οποία μόνον ο Θεός μπορεί να κάνει.

Ο άλλος τρόπος είναι η διδασκαλία Του. Διδάσκει πράγματα με αυθεντία και εξουσία του ίδιου του Θεού. Ο Ίδιος, δηλαδή, διδάσκει ως Θεός. Έχουμε τα θαύματα, έχουμε την διδασκαλία. Τα θαύματα είναι ορατά αποτελέσματα ακτίστων ενεργειών. Οπότε, ο άνθρωπος, βλέποντας τα έργα, μπορεί να πεισθεί σε αυτό που λέει ο Χριστός: "καν εμοί μη πιστεύητε, τοις έργοις πιστεύσατε" Ιω. ι, 38), δηλαδή στο ότι τα αποτελέσματα που επιφέρουν, είναι αποτελέσματα ακτίστων ενεργειών. Αυτό να πιστεύσετε, εφ' όσον δεν πιστεύετε σ' έμένα, επειδή με βλέπετε άνθρωπο, δηλαδή».

Εκτός από τα θαύματα και την διδασκαλία Του, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Χριστός φανέρωσε την δόξα της θεότητός Του ως Φως.

«Εάν δούμε προσεκτικά την Αγία Γραφή, θα δούμε ότι υπάρχουν τρία στάδια διδασκαλίας. Ο ίδιος ο Χριστός λέγει ότι "εκείνοις δε τοις έξω εν παραβολαίς τα πάντα γίνεται". "Τοις έξω". Αυτοί, που είναι απ' έξω, τους διδάσκει με παραβολές. "Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού" (Μάρκος δ', 11). Οπότε, οι εσωτερικοί, που είναι οι Απόστολοι, μαθαίνουν αυτοί κατ’ ευθείαν τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, χωρίς παραβολές.

Οπότε, έχουμε διδασκαλία εν παραβολαίς, έχουμε διδασκαλία των μυστηρίων, ότι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας, και μετά, εκτός από αυτό, έχουμε και ένα άλλο επίπεδο εκμαθήσεως της αληθείας, που είναι αυτό που λένε οι Πατέρες: η θέωση, ο δοξασμός ή αποκάλυψη της βασιλείας ή της δόξης του Θεού».

Μια πρώιμη μεταμόρφωση του Χριστού, δηλαδή φανέρωση της δόξης της θεότητος του Χριστού, έγινε στην περίπτωση των δύο μαθητών του Ιωάννου του Βαπτιστού. Διηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης:

«Τη επαύριον πάλιν ειστήκει ο Ιωάννης και εκ των μαθητών αυτού δύο, και εμβλέψας τω Ιησού περιπατούντι λέγει: Ίδε ο αμνός του Θεού. Και ήκουσαν αυτού οι δυο μαθηταί λαλούντος, και ηκολούθησαν τω Ιησού. Στραφείς δε ο Ιησούς και θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας λέγει αυτοίς: Τι ζητείτε; Οι δε είπον αυτώ: Ραββί, (ό λέγεται ερμηνευόμενον διδάσκαλε) πού μένεις; Λέγει αυτοίς: Έρχεσθε και ίδετε. Ήλθον ουν και είδον πού μένει, και παρ' αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην. Ώρα ην ως δεκάτη» (Ιωάννης Α', 35-40).

«Οι δύο μαθητές του Προδρόμου, όταν έγιναν Μαθητές του Χριστού, Τον ρώτησαν: "πού μένεις"; (Ιωάννης Α', 39); Αυτό σημαίνει ότι παρεκάλεσαν τον Χριστό να δείξει το διαμέρισμά Του; Όχι. Αλλά να δείξει πού μένει. Σημαίνει ότι παρεκάλεσαν οι Απόστολοι τον Χριστό να αποκαλύψει την μονή Του, που είναι η άκτιστη δόξα του Θεού. Και επί μία ολόκληρη ημέρα συμμετείχαν αυτοί οι Απόστολοι στην εμπειρία της Θεώσεως. Οπότε, έχουμε δηλαδή την πρώτη εμπειρία της Θεώσεως, μετά τον Πρόδρομο. Όπως ο Πρόδρομος είχε την εμπειρία αυτή από τον Χριστό, έτσι και οι Μαθητές Του έχουν την εμπειρία».

Η μεγαλύτερη αποκάλυψη της δόξης τού Χριστού έγινε στο όρος Θαβώρ ενώπιον των τριών Μαθητών Του, Πέτρου, Ιωάννου και Ιακώβου. Εδώ φαίνεται ότι το Σώμα του Χριστού είναι η κτιστή σκηνή που κάλυπτε την θεότητα και έτσι ερμηνεύεται το χωρίο «και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάννης Α', 14).

«Παίρνει ο Χριστός τους τρεις προκρίτους Αποστόλους και μεταμορφώνεται έμπροσθεν αυτών. Και αποκαλύπτει την βασιλεία Του και την δόξα Του στους τρεις Αποστόλους, παρουσία του Ηλία και του Μωυσή. Και μετά κάνει το λάθος εκείνο ο Πέτρος και λέει: "καλόν εστίν ημάς ώδε είναι· και ποιήσωμεν σκηνάς τρεις" (Μάρκος Θ', 5). Δεν κατάλαβε, δηλαδή, τι σκηνή είχαν. Είχαν την ίδια την σκηνή πλέον, την κτιστή (την ανθρώπινη φύση), που αντικαθιστά την άλλη σκηνή, που έκανε ο Μωυσής. Λοιπόν, έχουμε εδώ πάλιν εμπειρία της Θεώσεως, διότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι πηγή τής ακτίστου δόξης» .

Η εμφάνιση του Μωυσή και του Ηλία, κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού στο Θαβώρ, δείχνει ότι Αυτός ο ίδιος ήταν που εμφανιζόταν ασάρκως στην Παλαιά Διαθήκη και αυτόν είδαν ο εκπρόσωπος του Νόμου (Μωυσής) και ο εκπρόσωπος των Προφητών (Ηλίας).

«Έχουμε την Μεταμόρφωση. Εκεί είναι η ουσία της Ορθοδόξου διδασκαλίας. Οι Απόστολοι είδαν τον Χριστό να αποκαλύπτει την άκτιστη θεότητα στους Αποστόλους, και να αποκαλύπτει ότι είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος είχε εμφανισθεί στον Μωυσέα και τον Ηλία, γι' αυτό και είναι παρόντες. Αυτή είναι η αποκάλυψη. Αυτό είναι το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ότι ο Χριστός είναι ο Γιαχβέ, ο Κύριος της δόξης, ο οποίος εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη και αποκαλύπτει, μέσα στον εαυτό Του τον Πατέρα. Αυτή είναι η Αγία Τριάδα»,

«Την ίδια αποκάλυψη έχουμε και στην Καινή Διαθήκη, αλλά τώρα προστίθεται η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Στην Μεταμόρφωση έχουμε αποκάλυψη της δόξης του Χριστού, μέσω της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού, αλλά και εν νεφέλη που επεσκίασε τους Αποστόλους».

Στο όρος Θαβώρ φανερώνεται το μυστήριο της ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, αφού η ανθρώπινη φύση είναι πηγή τής ακτίστου δόξης του Θεού. Και αυτού του μυστηρίου της ενσαρκώσεως ήταν μέτοχοι οι τρεις Απόστολοι,

«Στην Μεταμόρφωση είναι ενσαρκωμένος Χριστός, που οράται εν δόξη. Οπότε, ενώ στην Παλαιά Διαθήκη η δόξα εξεπήγαζε από τον Άγγελο του Κυρίου, από τον Κύριο της δόξης, από τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο, εν Αγίω Πνεύματι, και ο θεούμενος είχε αυτή την άμεση επαφή με τον Κύριο της δόξης, με τον Γιαχβέ, ακριβώς το ίδιο τώρα έχει στην Καινή Διαθήκη στην Μεταμόρφωση, αλλά παρεμβάλλεται η ανθρώπινη φύση, τώρα, του Γιαχβέ ή του Αγγέλου του Κυρίου, του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου.

Το άκτιστο Φως, όμως, εκπηγάζει από την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και φαίνεται από την αποκάλυψη αυτήν ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι απλώς φορέας της δόξης του Θεού, αλλά και πηγή της δόξης του Θεού, αυτή η ανθρώπινη φύση του Χριστού, διότι η υποστατική ένωση είναι φυσική και όχι κατά χάρη, όπως σε έναν Απόστολο. Διότι μπορούμε να δούμε τον Μωυσέα εν δόξη, αλλά ο Μωυσής δεν είναι πηγή τής ακτίστου δόξης του Θεού, είναι φορέας τής ακτίστου δόξης του Θεού, ενώ στην Μεταμόρφωση, η ανθρώπινη φύση είναι η πηγή δόξης, γί αυτό και αποκαλύπτεται ο Χριστός, σαφώς, ως το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Όσο είναι πηγή ο Πατήρ της δόξης, ο Χριστός είναι πηγή εκ της πηγής. Οπότε, πηγή ο Πατήρ, πηγή ο Λόγος, πηγή και το Άγιον Πνεύμα.

Αυτά τα ξέρουμε από την εμπειρία της Θεώσεως, όχι διαβάζοντας απλώς την Αγία Γραφή, Μπορεί κανείς να τα ανιχνεύσει διαβάζοντας την Αγία Γραφή, αλλά η επιστέγαση το τι διαβάζουν στην Αγία Γραφή, αν ερμηνεύονταν σωστά, είναι η ίδια η εμπειρία της Θεώσεως. Διότι εκείνος που έχει την εμπειρία, ξέρει και τι γράφει η Αγία Γ ραφή γι' αυτό το θέμα. Ένας που δεν έχει την εμπειρία, μπορεί να ανιχνεύσει, εάν ακολουθεί την πατερική ερμηνεία. Εάν όμως ακολουθεί την ερμηνεία ενός Προτεστάντη ή ενός Παπικού, τίποτα δεν θα καταλάβει περί Μεταμορφώσεως του Χριστού.

Γι' αυτό και η Παπική Εκκλησία την εορτή της Μεταμορφώσεως την υποβίβασε σε δευτερεύουσα εορτή πριν από μερικά χρόνια. Δεν είναι πλέον Δεσποτική εορτή, όπως ήταν παλιότερα, είναι μια δευτερεύουσα εορτή, τώρα, στην Παπική Εκκλησία. Και αν διαβάσεις ερμηνεία που κάνουν οι Παπικοί πάνω στο θέμα της Μεταμορφώσεως, πάρτε τον μεγάλο θεολόγο της πατερικής θεολογίας της Παπικής Εκκλησίας τον Danielu δηλαδή, να διαβάσεις τι γράφει για την Μεταμόρφωση, θα τραβήξεις τα μαλλιά σου. Βλακείες, δηλαδή, βλακείες ολόκληρες».

Οι τρεις Μαθητές επάνω στο όρος Θαβώρ «ενηλλάγησαν», δηλαδή άλλαξαν μεταμορφώθηκαν «και την εναλλαγήν είδον». Δεν μπορεί κανείς να δει το άκτιστο Φως, αν δεν βρίσκεται σε κατάσταση Θεώσεως, αν δεν μεταμορφωθούν και οι σωματικές του αισθήσεις. Έτσι το άκτιστο Φως θεάθηκε από τους Μαθητές δια της θεώσεώς τους, δηλαδή έσωθεν. Βρίσκονταν μέσα στο Φως και είδαν το Φως. «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Αλλά ενώ το Φως ενεργούσε έσωθεν, δια της Θεώσεως, το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, που ήταν πηγή του ακτίστου φωτός, ήταν έξω από τους Μαθητές.

«Τώρα, το να μπορούν να δουν οι Απόστολοι το άκτιστο Φως που εκπηγάζει από την ανθρώπινη φύση του Χριστού ως πηγή, το ίδιο το άκτιστο Φως πηγάζει και εκ της νεφέλης, δηλαδή είναι μέσα στο Φως και βλέπουν ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι πηγή του Φωτός, στο οποίο είναι αυτοί μέσα. Όμως, το Σώμα του Χριστού δεν φωτίζει τους Αποστόλους έσωθεν, αλλά έξωθεν. Το σώμα φωτίζει έξωθεν, το Φως όμως φωτίζει έσωθεν. Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Κάποιος Ρώσος είχε γράψει ότι το Φως φωτίζει έξωθεν και το σώμα έξωθεν, αλλά οι Πατέρες λένε ότι φως που φωτίζει έξωθεν είναι δαιμονιώδες. Οπότε, έτσι που ερμηνεύει αυτός την Μεταμόρφωση, βγαίνει ότι οι Απόστολοι στην Μεταμόρφωση είχαν δαιμονική ενέργεια, εφ' όσον έξωθεν εφωτίζοντο».

«Στην Μεταμόρφωση η δόξα του Θεού αποκαλύπτεται στους Αποστόλους κατά περίεργο τρόπο. Το Φως έχει πηγή την σάρκα του Χριστού, οπότε η σάρκα του Χριστού, η ανθρώπινη φύση του Χριστού, εκπέμπει το Φως, το οποίο Φως γίνεται ορατό στους προκρίτους Αποστόλους, που συνοδεύονται από τον Ηλία και τον Μωυσή.

Αλλά ξέρουμε το εξής: Ότι, όταν κανείς έχει την εμπειρία της αποκαλύψεως, ο άνθρωπος εν τω φωτί βλέπει Φως. "εν τω φωτί σου οψόμεθα φως" (Ψαλμοί λε: 10). Δηλαδή, για να βλέπει κανείς το Φως, πρέπει να είναι μέσα στο Φως. Οπότε, το άκτιστο Φως ποτέ δεν είναι έξωθεν».

«Στην περίπτωση της Μεταμορφώσεως, η δόξα του Χριστού αποκαλύπτεται από την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Οπότε, εδώ μερικοί δικοί μας θεολόγοι, ακολουθούντες έναν Ρώσο θεολόγο, έχουν κάνει ερμηνεία, ότι, κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, το Φως που αποκαλύπτεται από την ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν έξωθεν των Αποστόλων στην Μεταμόρφωση, ενώ μετά την Πεντηκοστή είναι έσωθεν.

Αυτό είναι αίρεση. Διότι αν είναι έξωθεν, είναι δαιμονικό. Είναι δαιμονική η ενέργεια αυτή των Αποστόλων, αν είναι έτσι. Είναι έσωθεν, δεν είναι έξωθεν. Διότι ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τονίζει μετά, ότι η δόξα που αποκαλύπτεται από την σάρκα του Χριστού, αποκαλύπτεται και από την νεφέλη, διότι η ίδια η νεφέλη είναι η δόξα του Χριστού. Διότι στην Παλαιά Διαθήκη, όταν λέμε "στήλη πυρός" και "στήλη νεφέλης", η λέξις "νεφέλη", σημαίνει δόξα.

Οπότε, σημαίνει ότι οι Απόστολοι δεν είδαν την δόξα μόνο από την ανθρώπινη φύση του Χριστού, αλλά έβλεπαν την δόξα εκ της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, διότι ήταν μέσα στην δόξα, σκεπασμένοι από την νεφέλη, που είναι η δόξα και η βασιλεία του Θεού. Οπότε, σημαίνει ότι το Φως ήταν έσωθεν, αλλά το Σώμα του Χριστού ήταν έξωθεν. Οπότε, είχαν την έσωθεν έλλαμψη, αλλά όπως είχαν αυτοί την έσωθεν έλλαμψη, έλαμπε και η σαρξ του Χριστού, αλλά με το ίδιο Φως, με το οποίο έλαμπαν και αυτοί έσωθεν και το Σώμα του Χριστού. Εκείνο το οποίο ήταν έξωθεν, δεν ήταν το Φως, αλλά μόνον το Σώμα του Χριστού, που είναι έξωθεν από τους Αποστόλους στην Μεταμόρφωση».

Το Φως που προχεόταν από την ανθρώπινη φύση του Λόγου ήταν το Φως της θεότητος και αυτό ήταν άκτιστο.

«Δεν έχει σχήμα ούτε μορφή ούτε είδος. Γι' αυτό λέγεται άμορφο, ασχημάτιστο, ανείδεο».

Οι τρεις Μαθητές είδαν το Φως της θεότητος, έγιναν μέτοχοι αυτού του Φωτός, και επειδή αυτό το Φως είναι η Βασιλεία του Θεού, γι' αυτό και οι τρεις Μαθητές απέκτησαν μέθεξη της Βασιλείας του Θεού.

Από την διήγηση των Ευαγγελιστών, αλλά και την μαρτυρία του Αποστόλου Πέτρου, οι τρεις Μαθητές στο όρος Θαβώρ είδαν την δόξα του Θεού να προχέεται από το Σώμα του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν το Άγιον Πνεύμα με την φωτεινή νεφέλη. Άλλωστε, ο Χριστός ποτέ δεν ήταν χωρισμένος από τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα.

Αυτό επαναλαμβάνεται σε κάθε θεοπτική εμπειρία. Οι Άγιοι κατά την θεοπτία δεν βλέπουν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, αλλά βλέπουν «τρίφωτον θεότητα» που έχουν την ίδια δόξα, το ίδιο Φως, τα οποία έχουν και κάτι ιδιαίτερο, δηλαδή το ιδιαίτερο υποστατικό ιδίωμα, που είναι το αγέννητο του Πατρός, το γεννητό του Υιού και το εκπορευτό του Αγίου Πνεύματος. Και τα τρία Πρόσωπα έχουν κοινή ουσία και ενέργεια, η δε ενέργειά τους θεάται ως Φως.

Η φανέρωση της δόξης του Χριστού στο όρος Θαβώρ ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην ζωή των Αποστόλων και κεντρικό γεγονός στην ζωή της Εκκλησίας, όπως θα δούμε στα επόμενα κεφάλαια.

Ο Ιησούς Χριστός αποκαλύπτεται ως το φως Πρωτοπρ. Ιωάννου Αγγελιδάκη, Ο Θεός ως φως και πηγή του φωτός,


Αθήνα, 2016, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 55-60
Με τον ερχομό του Χριστού ανατέλλει το αληθινό φως («Ο 'Ηλιος της δικαιοσύνης»), το οποίο φωτίζει τον δρόμο της Ιστορίας σε όλο το βάθος και πλάτος της. Μπαίνει μέσα στην Ιστορία και τη χωρίζει στα δύο, στην προ του Χριστού και στη μετά Χριστόν εποχή, δεν διαιρεί την Ιστορία παρά μόνο για να της δώσει νόημα. Ο Χριστός είναι η ζωή και δίνει ζωή «και λέγεται ζωή, διότι είναι φως, η σύσταση και η ουσία κάθε λογικής φύσεως». Διότι «εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξεις 17, 28).
Με τη διπλή δύναμη του εμφυσήματος όλοι γεμίζουμε πνοή ζωής, [«και έπειτα εφύσηξε στο πρόσωπο πνοή ζωής κι έγινε ο άνθρωπος ζωντανή ύπαρξη» (Γένεσις κεφ. Β΄) « όταν είπε αυτό εφύσησε εις το πρόσωπον και τους λέγει: Λάβετε Πνεύμα 'Αγιον» (Ιωάννου 20, 22) όλοι και άγιο Πνεύμα όσοι είμαστε έπιδεκτικοί, και τόσο περισσότερο πνεύμα όσο περισσότερο ανοίξαμε το στόμα της διανοίας (Ψαλμός IP ', IK ', 131 ) (1) .
Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου : «Εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ ' έξει το φως της ζωής» ( Ιωάννου 8, 12) .
Για την ονομασία αυτή του Χριστού ο άγιος Γρηγόριος λέει : «Και λέγεται φως, επειδή είναι η λαμπρότητα των ψυχών, που καθαρίζονται στον λόγο και στον βίο. Αν η άγνοια και η αμαρτία είναι σκοτάδι, η γνώση και ο κατά Θεόν βίος θα είναι φως».
Στο μεσώριο τροπάριο της Θ' 'Ωρας διαβάζουμε: « Εσύ, Κύριε, που είσαι ο καλός ποιμένας και φώτισες με τον Σταυρό σου όλα τα επίγεια, και κάλεσες σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, μη με χωρίσεις από την ποίμνη σου. ..» (2) .
Στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο ίχνος συννεφιάς και θύελλας. Τα πάντα στον Ιησού έχουν τη φωτεινή διαφάνεια του κρυστάλλου. Η τραγικότητα της ανθρώπινης υπάρξεως εξαφανίζεται μπροστά στο καθαρό φως του Χριστού. Όταν βλέπει κανείς το φως, μπορεί να βαδίζει μέσα στο φως. Οι Εβραίοι δεν γνώριζαν άλλο θείο φως εκτός από τη στήλη του πυρός που οδηγούσε τον Ισραήλ στην έρημο. Φως περιορισμένο, πρόσκαιρο, φως ενός λαού και μιας εποχής. Ο Ιησούς όμως είναι το φως του κόσμου, φως αιώνιο, παγκόσμιο, «φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάννου 1,9).
«Φώτισον τους οφθαλμούς μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον » (Ψλ. 12,4), προσεύχεται ο Ψαλμωδός. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός διεκήρυξε πως είναι το φως και η ζωή των ανθρώπων: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών ε μοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ' έξει το φως της ζωής» (Ιω. 8, 12). Ο Ησαΐας αναφέρεται στον Θεό Πατέρα, που απευθύνεται στον Μεσσία και του λέει: « Ιδού δέδωκά σε εις διαθήκην γένους, εις φως εθνών του είναι σε εις σωτηρίαν έως εσχάτου της γης» (Ησ. 49, 6). Το φως των εθνών που είναι ο Χριστός οφείλει η Εκκλησία με τους πιστούς να το μεταδώσει στα πέρατα της γης. Οι πνευματικοί άνθρωποι, που καθαρίζουν συνέχεια τον εαυτό τους για την αγάπη του Θεού, που με άσκηση, με προσευχή και μελέτη του λόγου του Θεού γεμίζουν τον νου τους με φως, αυτοί λοιπόν μπορούν να κηρύξουν τον Χριστό και να μεταδώσουν το φως του Ευαγγελίου. Προς αυτούς απευθύνεται ο Κύριος, αρχής γενομένης από τους μαθητές του, όταν λέγει « υμείς εστε το φως του κόσμου» (Μτ. 5, 14).
Στο Εύαγγέλιο του Ματθαίου περιγράφεται η κλήσις των πρώτων Αποστόλων, Ανδρέα, Πέτρου, Ιακώβου και Ιωάννη. Χρειάστηκε απλώς μια λέξη από τον Ιησού κι εκείνοι «είδαν» και η ζωή τους άλλαξε. Απευθυνόμενος λοιπόν προς τους μαθητές του είπε: « Εσείς είστε το φως του κόσμου... έτσι ας λάμψει το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξολογήσουν τον ουράνιο Πατέρα σας» (Μτ. 5,14-16).
Και στην προκειμένη περίπτωση, καθώς εκείνος είναι φως κατά φύσιν, μας προσκαλεί να γίνουμε φως κατά χάριν. Να είσαι φως σημαίνει «φως που θα φωτίσει τα έθνη», δηλαδή να φανερώνεται στη ζωή μας η αφοσίωση στον Θεό, να φανερώνεται στις συναλλαγές μας με τους άλλους. Η ορθόδοξη πίστη είναι από μόνη της ένα φως. Ας μην τοποθετήσουμε αυτό το φως «υπό το μόδιον » αλλά «επί την λυχνίαν » ώστε να φωτίσει όλους όσοι είναι στο σπίτι (Μτ. 5, 16).
Φως επίσης κατηύγασε και τον Ζακχαίο - το φως που είδε στον Χριστό ήταν μία κλήση για δικαιοσύνη, για αμεροληψία στις συναλλαγές με τους άλλους και σε μοίρασμα των αγαθών του στους φτωχούς. Φως επίσης κατηύγασε τη γυναίκα που έπλυνε τα πόδια του Ιησού με τα δάκρυά της στο σπίτι του Σίμωνος του Φαρισαίου. Είδε στον Χριστό τη συγχώρεση του Θεού και τη δυνατότητα της σωτηρίας. Εκείνη είδε και οδηγήθηκε στη μετάνοια. Φως επίσης κατηύγασε τους μαθητές, όταν μετά τη Σταύρωση κατόρθωσαν να δουν στον σταυρικό θάνατο του Χριστού μια αποκάλυψη της αγάπης του Θεού Πατρός, τη δυνατότητα ανακαίνισης της ζωής, τη νίκη κατά του θανάτου και του σκότους. Με όλους αυτούς τους τρόπους ο Χριστός φανέρωσε τον εαυτό του ως φως του κόσμου (3) . .
Οι θεραπείες τυφλών (Μτ. 8, 22-26) έχουν ιδιαίτερη σημασία, όπως αναφέρει ο Ιωάννης στο επεισόδιο του εκ γενετής τυφλού (Ιω. 9, 5). Ο Ιησούς διακηρύσσει: «όταν εν τω κόσμω ω, φως ειμι του κόσμου». Αλλού σχολιάζει: «ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσω εν τη σκοτία, αλλ' έξει το φως της ζωής» ( Ιω. 8,12) (4) . Η εικόνα του οφθαλμού στον ευαγγελιστή Ματθαίο σε σχέση με το φως είναι ιδανική αλλά και εντυπωσιακή.
Ο Ιησούς μιλάει τη γλώσσα της φύσεως, της καθημερινότητας και τη γλώσσα των συνειδήσεων. Το μάτι είναι το λυχνάρι του σώματος και της ζωής. Η καθημερινή ζωή και οι σχέσεις των ανθρώπων έχασαν την απλότητα και τη φωτεινότητα και έχουν γίνει περίπλοκες και σκοτεινές. « Έάν ο οφθαλμός σου πονηρός η, (τότε) όλον σου το σώμα σκοτεινόν έσται» και ο ευαγγελιστής Λουκάς προσθέτει: « Όταν ο οφθαλμός σου απλούς η, (τότε) και όλον σου το σώμα φωτεινόν εστι».
Ο απόστολος Παύλος κάνει έναν σαφή διαχωρισμό δύο περιόδων στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στην περίοδο του σκότους, χωρίς αλήθεια και Θεό, και στην περίοδο του φωτός και της αλήθειας, όταν ανατέλλει το φως του Χριστού: «νυν δε φως εν Κυρίω». Σ' αυτή τη νέα περίοδο δεν δικαιολογείται να πορεύεται κανείς «εν σκότει». « Ο Θεός ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι, ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού ...» (Β΄ Κορ. 4, 6 ). ( Ο Θεός που είπε να λάμψει φως από το σκοτάδι, αυτός έλαμψε μέσα μας, δια να φέρει εις φως την γνώσιν της δόξης του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού ).
Ο Χριστός ονομάζεται ζωή και φως, «εν αυτώ ζωή ην και η ζωή ην το φως των ανθρώπων». Ο ιερός Χρυσόστομος τον ονομάζει ζωή και φως διότι μας χάρισε το φως της γνώσεως και απ' αυτό τη ζωή. Σε άλλο σημείο προσθέτει : «Και η ζωή ήταν το φώς· όπως λοιπόν το φως, όσες μυριάδες κι αν φωτίσει δεν χάνει καθόλου τη λάμψη του, έτσι κι ο Θεός πριν να ε ργαστεί και μετά τη Δημιουργία, παραμένει με όμοιο τρόπο πλήρης, χωρίς καθόλου να ελαττώνεται, ούτε να ατονεί από τη μεγάλη δημιουργία. Αλλά κι αν χρειαστεί να γίνουν μύριοι τέτοιοι κόσμοι, ακόμα και ο άπειρος, παραμένει ο ίδιος και επαρκής σε όλους, όχι μόνο για να τους φέρει στην ύπαρξη, αλλά και να τους διατηρήσει μετά τη δημιουργία» (5) .
Ο Χριστός, λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης , «ην το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον ».
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει: « Πώς λοιπόν φωτίζει κάθε άνθρωπο; Όσο εξαρτάται απ' αυτόν. Εάν όμως μερικοί με τη θέλησή τους κλείνουν τα μάτια της διανοίας και δεν θέλουν να παραδεχτούν τις ακτίνες αυτού του φωτός, ο σκοτισμός τους δεν οφείλεται στη φύση του φωτός αλλά στην πανουργία εκείνων που θεληματικά αποστρέφουν τους εαυτούς τους από τη δωρεά. Διότι η μεν χάρη ξεχύνεται προς όλους, χωρίς να αποστρέφεται ούτε τον Ιουδαίο, ούτε τον Έλληνα, ούτε τον βάρβαρο, ούτε τον Σκύθη, ούτε τον δούλο, ούτε τον ελεύθερο, ούτε τον άνδρα, ούτε τη γυναίκα, ούτε τον ηλικιωμένο, ούτε τον νέο. Όλους τους προσδέχεται με τον ίδιο τρόπο και τους καλει με την ίδια τιμή. Όσοι δεν θέλουν να απολαύσουν αυτή τη δωρεά, θα ήταν δίκαιοι εάν καταλόγιζαν στον ε αυτό τους αυτή την τύφλωση » (6) .
Το κάλεσμα, λοιπόν, του αποστόλου Παύλου είναι σαφές προς όλους μας: «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε». Δεν επιτρέπεται πλέον πνευματική τύφλωση. Το σκότος διαλύθηκε - « νυν πάντα πεπλήρωται φωτός».
Ο απόστολος Πέτρος απαντά στο ερώτημα «μέχρι πότε πρέπει ο καθένας μας να είναι προσεκτικός και ανοικτός ενώπιον του Θεού;». Και απαντά «έως οδ η ημέρα διαυγάση και φώσφορος ανατείλη εν ταις καρδίαις ημών» (Β' Πέτρ. 1, 19). «Έως ότου γλυκοχαράξη η ημέρα και ο αυγερινός α νατείλη στις καρδιές σας». Το χωρίο βεβαίως αυτό έχει σχέση με την εσχάτη ημέρα, που θα είναι η ημερα η φωτεινή, η διαυγής, η ολοφώτεινη, διότι τα πάντα θα φανερωθούν μέσα στο φως του Χριστού. Την ημερα εκείνη θα έρθει ο φωσφόρος, ο ίδιος ο Χριστός « επί νεφελών δόξης και επί πτερύγων αγγέλων» (7) .
Στα κείμενά του ο αείμνηστος γέροντας Σωφρόνιος κάνει διαρκώς λόγο για τη μετάνοια, που είναι η οδός για την έλευση της βασιλείας του Θεού, δηλαδή της θέας του ακτίστου φωτός. Η μετάνοια συνδέεται αφενός μεν με την όραση της βασιλείας του Θεού, αφού αποτελεί την προϋπόθεσή της, αφετέρου δε με την αγάπη προς όλον τον κόσμο. Ο Απόστολος Παύλος έφτασε στο σημείο να προσφέρει τον εαυτό του ανάθεμα υπέρ της σωτηρίας των αδελφών του (Ρωμ. 9, 3-5). Στο σημείο αυτό αναφέρεται ο γέροντας Σωφρόνιος: « Ότε όμως δια του εμφανισθέντος εις εμέ φωτός έβλεπον το βάθος της πτώσεως μου, τότε ήρχετο κλαυθμός, τον οποίον δεν ηδυνάμην να αναχαιτίσω... αλλά εκ της φρίκης ταύτης της μετανοίας εγεννήθη εμοί προσευχή ιδιαιτέρας απογνώσεως, ήτις εβύθισεν εμέ εις θάλασσαν δακρύων... και η παράφορος αυτή προσευχή είλκυσε προς εμέ την συμπάθειαν του υψίστου Θεού, και το φως αυτού κατηύγασε το σκότος του είναι μου» (8).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1)Λόγοι Γρηγορίου Θεολόγου.
(2) Γεωργίου Μαυρομάτη, Η παραδοθείσα πίστις, εκδ. Ορθόδοξη πορεία, Αθήνα, 1988, σσ. 49 κ.ε.
(3) Βασίλειος Όσμπορν, Επισκοπος Σεργκίεβο, Η έλευση της όγδοης ημέρας, εκδ. εν Πλω, Αθήνα, χ.χ.
(4) Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας, σσ. 983-985.
(5) Γεωργίου Μαυρομάτη, Η παραδοθείσα πίστις, εκδ. Ορθόδοξη πορεία, Αθήνα, 1988, σσ. 249-250.
(6) Όπ.π.
(7)Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι εόρτιοι μυσταγωγικοί, σ.221.
(8) Κλάδος Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος «Ο Απόστολος Παύλος πρώτος μετά τον Ένα». Αθήνα, 2009, σ. 97.

Τα δύο είδη ασκητικής θεώρησης: Η πλατωνίζουσα κι η ησυχαστική θεώρηση (Alexander Milenkovits, Θεολόγος)


Το δεύτερο βιβλίο της πρώτης τριάδας πραγματεύεται για την κατοχή του νού κατά την προσευχή εκτός του σώματος. Ο Παλαμάς θεωρεί την προσπάθεια εξώσεως του νού από το σώμα, για να επιτευχθούν έτσι νοερά θεάματα, ως δαιμόνιον εύρημα, έχοντας προφανώς υπόψιν τις περιοδείες και ουρανοδρομίες των ψυχών σύμφωνα με τα συστήματα των Γνωστικών και Νεοπλατωνικών. Η εσωτερικότητα είναι μια πλατωνική κληροδοσία πολύτιμη, εφόσον στον Πλάτωνα δεν τρέπεται σε ψυχολογισμό. Αντίθετα, αποτελεί φροντίδα για το όντως είναι, που για τον Πλάτωνα είναι η ψυχή και τη ελευθέρωση της, τη ελευθέρωση του ανθρώπου απο τα δεσμά του σώματος και του υλικού βίου [20].
Μέσα από την ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση προκύπτουν δύο είδη ασκητικής θεώρησης. Είναι η πλατωνίζουσα θεώρηση και η ησυχαστική θεώρηση που έχει την έμπνευσή της στο παλαμικό υπόβαθρο [21]. Η πλατωνίζουσα θεώρηση έχει την προέλευσή της στα έργα του Ωριγένη και παρουσιάζει αναλογίες με την θεωρία της φιλοσοφικής γνώσης του Ενός του φιλοσόφου Πλωτίνου, ο οποίος δεχόταν ότι η ψυχή του ανθρώπου που αποτελεί την ουσία του, είναι συγγενής με το θείο. Ενώ αυτή βρισκόταν στον ουρανό εξέπεσε κατά λάθος στη γη και τιμωρήθηκε με την είσοδό της στο σώμα, το οποίο είναι ξένο ως προς την πραγματική ουσία του ανθρώπου. Η «πλωτινική σκέψη αποτελεί ανάπλαση του Πλατωνικού σπιριτουαλισμού στον καμβά του στωϊκού υλισμού, με θεμελιώδη χαρακτηριστικό της την θεωρία των απορροών που ταξινομεί όχι μόνον οντολογικά αλλά και αξιολογικά το σύμπαν των όντων εν σχέσει προς το απολύτως υπερβατικό Εν» [22]. Η ψυχή διακρίνεται σε ανώτερη ψυχή, η ουσία της οποίας είναι ο νούς και σε κατώτερη ψυχή, που συνδέεται με τις υλικές ανάγκες του σώματος. Τόσο το σώμα όσο και η ψυχή πρέπει μέσω του νου να αναμειχθούν με Εν και να αφομοιωθούν ολοκληρωτικά από αυτό.

Ο κόσμος τελικά δεν είναι δημιουργία του Θεού αλλά η πτώση του Θεού. « Η γέννηση λοιπόν του ανθρώπου αφορά την βαθιά αγωνία του διχασμού του σε ένα ¨Είναι¨ ουσίας και ένα ¨Είναι¨ υπάρξεως. Η ίδια η ανθρώπινη ψυχή είναι διχασμένη σε μία θειωτέρα ψυχή και σε μία γήινη εκρεμαμένη ψυχή ως χρωμένη σώματι» [23]. Ο άνθρωπος δεν είναι αυτοουσία, δεν είναι κύριος της ίδια της ουσίας του. Η ουσία του βρίσκεται αλλού και κυριαρχεί πάνω του, ο ίδιος είναι ένα κενό ουσίας, ένα οντολογικό κενό : «η ύπαρξη του είναι σκιώδης τεμνώμενη από το μηδέν της απουσίας». Κύριοι της ουσίας μας είμαστε μόνον μέσα στα άδυτα της αγωνίας που συνιστά ο εν θεωρία εκμηδενισμός του ενθαδικού μας Είναι [24].
Κατά τον Ωριγένη η ψυχή του ανθρώπου είναι συγγενής με τον Θεό και διακρίνεται σε ανώτερη με ουσία του νου, που ως άυλη προϋπήρχε του ανθρώπου στον ουρανό μέχρι της πτώσης και η κατώτερη ψυχή, που αποτελείται από το θυμικό και επιθυμητικό μέρος της ψυχής να συνδεθεί με ένα σώμα. Ο Ωριγένης ωστόσο δέχεται επιπλέον την παρουσία του πνεύματος στον άνθρωπο, το οποίο είναι μία κτιστή συμμετοχή στο πνεύμα του Θεού. Το σώμα είναι τιμωρία της ψυχής, το οποίο όμως κατά τα έσχατα θα λάβει μία άυλη μορφή, ανάλογη αυτής των αγγέλων [25].
Στον ησυχασμό η πλατωνίζουσα αυτή θεώρηση καταδικάζεται τελείως. Ο Γρηγόριος Νύσσης ανατρέπει την θεωρία ότι ο νούς του ανθρώπου είναι συγγενής με τον Θεό, υποστηρίζοντας ότι ο νούς και η ψυχή είναι κτιστά δημιουργήματα, ενώ ο Θεός άκτιστος. Η απόσταση που τους χωρίζει είναι τεράστια, όμως με την μετοχή και την ένωση όλου του ανθρώπου με τον Θεό σμικρύνεται. Ο Μάξιμος Ομολογητής αμφισβητεί ότι η ψυχή μόνη ή το σώμα μόνο ή ίσως και τα δύο μαζί αποτελούν την ουσία του ανθρώπου και δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι κατά χάρι το «όλον αυτού», ως τόπος του κτιστού και ακτίστου είναι [26].
Κατά τον Γρηγορίο Παλαμά τα συναισθήματα και οι επιθυμίες αποτελούν το παθητικό μέρος της ψυχής κατά την κοινωνία με τον Θεό. Δεν σκεπτόμαστε μόνο τον Θεό, αλλά τον αγαπούμε, τον επιθυμούμε και μετέχουμε μαζί του. Το σώμα διαθέτει πνευματικές διαθέσεις, μπορεί δηλαδή να πνευματοποιηθεί ως αγιασμένο δημιούργημα του Θεού και να συνενωθεί με την ψυχή και ως εκ τούτου η ένωση με τον Θεό να είναι ένωση καρδιακή, νοερά και σωματική. Τα πάθη δεν θα εξαλειφθούν αλλά θα μεταμορφωθούν με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, έτσι ώστε να ενωθεί ο αληθινός άνθρωπος μετά του αληθινού Θεού [27]. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί κατά δύο τρόπους ανόδου προς το Θεό. Η πρώτη ανάβαση γίνεται με τον νου, την οποία ο Παλαμάς ονομάζει φανταστική, μη αληθινή και με φανταστικά είδωλα για τον Θεό, γιατί είναι άνοδος των φιλοσόφων προς τον Θεό. Η δεύτερη είναι αυτή των ασκητών, η οποία συμβαίνει με ολόκληρη την πλάση για να είναι πλήρες το κατ΄εικόνα. Ωστόσο, κατά τον Γρηγόριο, η κίνηση αυτή για να είναι πραγματική , αληθινή, προηγείται μία κενωτική κίνηση, ώστε ο άνθρωπος να αναγάγει προς τον θεό όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και τα άλλα κτιστά όντα. Η κενωτική κίνηση αποτελεί τον απαράβατο κανόνα για την αναστάσιμη ανάβαση του πιστού προς το Θεό. Η κενωτική κίνηση δεν είναι μία κίνηση έξω από τη φύση των όντων, αλλά αποτελεί προσωπική κίνηση της κτιστής φύσης προς τον Θεό. Επιπλέον είναι κοινωνική με την έννοια της καθολικότητας και η μία αποδεικνύει την αλήθεια της άλλης, γεγονός που μπορούμε να δεχθούμε ότι η κίνηση αυτή είναι κατά Θεόν αληθινή [28].

Εκείνο που ζητούν οι Χριστιανοί είναι η απαλλαγή του νού από το σωματικό φρόνημα, και όχι από το σώμα [29]. Ο νούς είναι κακός όταν βρίσκεται προσηλωμένος στα σωματικά φρωνήματα, ενώ μέσα στο σώμα δεν είναι κακός, εφόσον ούτε το σώμα είναι κακό. Αν και ο απόστολος ονομάζει αθάνατο το σώμα «ποιός θα με απαλλάξει από το σώμα αυτό του θανάτου» [30], το λέγει αυτό επειδή το υλικό και σωματικό φρόνημα είναι σωματοειδές, για αυτό παραβάλλοντας αυτό προς το πνευματικό και θείο φρόνημα, δίκαια το ονόμασε σώμα, και όχι απλώς σώμα, αλλά θάνατο του σώματος και μάλιστα αφού λίγο παραπάνω δηλώνει καθαρώτερα ότι δεν κατηγορεί το σώμα, αλλά τήν αμαρτητική ορμή που εισήλθε μέσα σε αυτό εξαιτίας της παραβάσεως, «είμαι πουλημένος», λέγει «στην αμαρτία» [31], και ο πουλημένος δεν είναι από τη φύση του δούλος. Και συνεχίζει «γνωρίζω ότι δεν κατοικεί μέσα στο σώμα μου αγαθό» [32]. Δεν εννοεί το σώμα, αλλά το κακό που κατοικεί μέσα σε αυτό. Αυτόν λοιπόν τον νόμο, που βρίσκεται μέσα στα μέλη μας και αντιστρατεύεται τον νόμο του νού και κατοικεί μέσα στο σώμα, εννοεί κακό και όχι τον νού [33].
Βέβαια ο νούς δεν κατοικεί ούτε εντός του σώματος σαν σε αγγείο, γιατί είναι ασώματος, ούτε έξω, γιατί είναι συνεδεμένος με το σώμα, αλλά βρίσκεται ως δύναμη μέσα στην καρδιά. Ο ίδιος ο Χριστός σε άλλο σημείο επισημάνει πως «δεν είναι τα εισερχόμενα που μολύνουν τον άνθρωπο αλλά τα εξερχόμενα από αυτόν δηλαδή από το στόμα» [34], και συνεχίζει «γιατί μέσα από την καρδιά εξέρχονται οι πονηροί λογισμοί» [35]. Πως θα εισέλθει ο Χριστός μέσα στο σώμα, εάν ούτε ο νούς δεν επιτρέπεται να βρίσκεται μέσα σε αυτό [36]; Οι ησυχαστές απορρίπτουν τον νόμο της αμαρτίας και αποδέχονται την εποπτεία του νού, δίνοντας σε κάθε στοιχείο την ανάλογη σειρά: στην αίσθηση την εγκράτεια, στο παθητικό την αγάπη, στο λογιστικό την νήψη [37]. Όταν λοιπόν κάποιος καθαρίσει το σώμα του με εγκράτεια, καταστήσει το θυμικό και την επιθυμία με τη θεία αγάπη αφορμή αρετών και παρουσιάσει στον Θέο με την προσευχή τον νού εξαγνισμένο, αποκτά και βλέπει μέσα του τη χάρη που έχει υποσχεθεί ο θεός σε αυτούς που είναι καθαροί στην καρδιά. Πρόκειται για την εισχώρηση της ενέργειας του νου και όχι της ουσίας του, η οποία παραμένει πάντα συνδεδεμένη με το σώμα [38]. Έτσι η από την έξω παιδεία γνώση όχι μόνο είναι άλλη, αλλά και παρουσιάζεται αντίθετη πρός την αληθινή και πνευματική γνώση, αν και μερικοί και φιλόσοφοι πεπεισμένοι από αυτήν, ισχυριζόταν σαν να πρόκειται για μία και την αυτή, χαρακτηρίζοντάς την ως σκοπό της θεωρίας [39].

+ μητρ. Αντώνιος Bloom Ιησού; Τί κοινό υπάρχει μεταξύ μας;



Και, λοιπόν, στο σημερινό Ευαγγέλιο βλέπουμε πώς ήρθε ο Χριστός, πώς ο δαιμονισμένος άνθρωπος – με τον οποίον καμιά φορά τόσο μοιάζουμε – στάθηκε μπροστά Του – πρόσωπο με πρόσωπο –, και Τον ρώτησε – Τον Άνθρωπο, Τον μοναδικό γνήσιο Άνθρωπο: Τί δουλειά έχεις  μ΄εμένα, Ιησού; Τί κοινό υπάρχει μεταξύ μας; Γιατί ήρθες; Για να με βασανίσεις; Και ο Χριστός διέταξε να βγει το  κακό και καταστρεπτικό πνεύμα από τον άνθρωπο. Και ο νους του ανθρώπου φωτίστηκε, η καρδιά του ηρέμησε, και ο ίδιος έγινε πάλι άνθρωπος και άρχισε, στα πόδια του Χριστού, να Τον ακούει, να ακούει το λόγο της ζωής.
Όλοι εμείς μπορούμε να πλησιάσουμε έτσι προς το Χριστό, έστω στις προσευχές μας, έστω μέσω των μυστηρίων, εκείνων των ισχυρών, αήττητων ενεργειών του Θεού για να γίνουμε ελεύθεροι, ελεύθεροι από όλες τις καταστροφικές δυνάμεις μέσα μας – αν μόνο διαμένουμε μαζί με το Χριστό για να γίνουμε εντελώς υγιές και δεν επιστρέφουμε ξανά σε ό,τι μας δηλητηριάζει και μας καταστρέφει, αλλά κηρύττουμε στον κόσμο τί μας έχει προσφέρει ο Χριστός.
Γι΄αυτό ας μην διαβάσουμε αυτή την ιστορία σαν να είναι μακριά από μας σαν να μην έχει καμία σχέση με μας. Μας αφορά άμεσα. Ας κοιτάξουμε μέσα μας. Τί υπάρχει, που μας σκοτεινιάζει το νου, συσκοτίζει την καρδιά μας, οδηγεί τη θέλησή μας στο κακό, κάνει τα λόγια μας κενά, κακά, τρομερά και νεκρά, και τις πράξεις μας καταστροφικές; Ας πλησιάσουμε προς τον Χριστό, όπως  δαιμονισμένος, στην εξομολόγηση, στη μετάληψη, στο ευχέλαιο και στις προσευχές μας. Μα, ας ζητήσουμε και από τους δικούς μας και τους φίλους μας να μας θυμηθούν στις δικές τους προσευχές. Και θα θεραπευτούμε

+ μητρ. Αντώνιος Bloom