Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο Θεός, ο Άνθρωπος και η Ελευθερία στο έργο του Φ. Ντοστογιέφσκυ




 «Ο πόνος είναι η μοναδική αιτία για να αποκτήσει συνείδηση της ελευθερίας ο άνθρωπος», ισχυρίζεται ο Φ. Ντοστογιέφσκυ. Με απλά λόγια η ελευθερία αποκτιέται μέσω του πόνου. Με τον πόνο αφυπνίζεται η συνείδηση και κατ΄ επέκταση η ιδέα της ελευθερίας αφομοιώνεται πλήρως. Ο Ντοστογιέφσκυ αναγνωρίζει πως υπάρχει πολύς πόνος μέσα στη ζωή, όμως αυτός ο πόνος είναι λυτρωτικός. Γράφει σχετικά: «Ο άνθρωπος αγαπά να μετρά τις πίκρες του, μα δε λογαριάζει τις χαρές του. Αν τις λογάριαζε όμως. Θα έβλεπε πως ταιριάζουν το ίδιο».
Μέσω των ηρώων του έργου «Αδελφοί Καραμαζώφ», Ζωσιμά και Αλιόσα, καταθέτει: «Η ζωή θα σου φέρει πολλές δυστυχίες και με αυτές ίσα ίσα θα γίνεις ευτυχισμένος και θα ευλογήσεις τη ζωή και θα αναγκάσεις και άλλους να την ευλογήσουν. Η οδύνη είναι η οδός της μετάνοιας, αλλά και της χαράς. Της χαράς, που δίνει το ξεπέρασμα της αποτυχίας και της απελπισίας, που είναι η μεγαλύτερη αμαρτία και το μοναδικό αδιέξοδο». Αυτό συμπίπτει με την ευφρόσυνη απάντηση που έλαβε ο γέροντας Σιλουανός του Άθω από τον Κύριο: «Μείνε με επίγνωση στη Κόλαση και μην απελπίζεσαι».
Ο κορυφαίος συγγραφέας της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε μέρος του εξαίσιου έργου του «Αδελφοί Καραμαζώφ» εξετάζει το ζήτημα της σχέσης της ελευθερίας με τον πόνο. Με αυτό το κύκνειο άσμα του λυτρώνεται και ψυχολογικά σαν άνθρωπος και ιδεολογικά ως μαχητής της χριστιανικής ιδέας. Εξωτερικεύει την πεποίθησή του ότι μόνο η αυτογνωσία και η αυταπάρνηση οδηγούν στην πλήρη εν Χριστώ ελευθερία. 
Μέρος του έργου αυτού πραγματεύεται την επιστροφή του Χριστού στη γη, ο οποίος εμφανίζεται στη Σεβίλλη της Ισπανίας, την εποχή που η Ιερά Εξέταση βρισκόταν σε έξαρση. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής  διατάζει να Τον συλλάβουν και Τον επισκέπτεται στη φυλακή. Εκεί Του αποδίδει κατηγορίες ότι είναι ο χειρότερος αιρετικός και θα τιμωρηθεί με παράδοση στην πυρά, καθώς δεν υπέκυψε στους τρεις πειρασμούς. Επιπλέον Του αναφέρει ότι ο άνθρωπος είναι υλιστής και δεν προτιμά την ελευθερία, όπως την ορίζει ο Χριστός στη διδασκαλία του. Επομένως ο Χριστός έχει λάθος εικόνα του ανθρώπου. Ο Μ. Ιεροεξεταστής αντανακλά με την τοποθέτηση αυτή την υλιστική νοοτροπία του συστήματος της Παπικής Εκκλησίας στη Δύση , όπου δεν υπάρχει χώρος για το Θεάνθρωπο.
Ο Χριστός δεν αποκρίνεται στο Μέγα Ιεροεξεταστή, όπως δεν αποκρίθηκε και στον Πόντιο Πιλάτο. Διότι κατά τη χριστιανική διδαχή, ο άνθρωπος μόνο όταν είναι ελεύθερος και αγαπάει ελεύθερα, μπορεί να σταθεί, να υπάρχει, να λειτουργεί, να δημιουργεί, να καθίσταται κοινωνός σε μια κοινωνία. Για το Θεό κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση και μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Ο Χριστός μας καλεί με ελεύθερη προαίρεση: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν». Η ελεύθερη βούληση δεν προϋποθέτει κάποιο τίμημα. Ο Ντοστογιέφσκυ αρνείται κάθε σύστημα, που θα θυσίαζε την ελευθερία του ανθρώπου και θα μείωνε με οποιοδήποτε τρόπο τον άνθρωπο σαν κατ’ εικόνα του ζώντος Θεού.
Χωρίς ελευθερία και αλήθεια δεν υπάρχει ευτυχία: «Εάν ο Υιός ελευθερώση υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιωάν. 8,36). Η αμαρτία και το κακό δεν είναι μακριά από μας. Είναι θέμα της προσωπικής μας ελευθερίας και ελευθερία σημαίνει ευθύνη. Ευθύνη επιλογής και βούλησης. Αυτό είναι η Αλήθεια, που ταυτίζεται με τον ενσαρκωμένο Σωτήρα. Γράφει σχετικά ο Ντοστογιέφσκυ σε μια επιστολή του: «Αν μπορούσε κάποιος να μου αποδείξει ότι ο Χριστός βρίσκεται έξω από την αλήθεια, εγώ θα προτιμούσα να μείνω με το Χριστό και όχι με την αλήθεια».
Όλα όσα χρειάζεται ο άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο και σε όλους τους άλλους πιθανούς κόσμους ο Ντοστογιέφσκυ με ειλικρινή αναζήτηση και πόνο τα βρήκε στο πρόσωπο του Θεανθρώπου. Ο Χριστός είναι η λύση για όλα τα προβλήματα τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό και παγκόσμιο επίπεδο.  Ο Μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς σε μια μελέτη για τον Ντοστογιέφσκυ αναφέρει χαρακτηριστικά: «όπου είναι η μορφή του Χριστού εκεί για τον Ντοστογιέφσκυ βρίσκεται η αληθινή πρόοδος, η αληθινή παιδεία, η αληθινή χαρά, η αληθινή ζωή, η αληθινή σοφία, και κάθε αληθινή τελειότητα. Και αν ρωτήσετε τον Ντοστογιέφσκυ πού βρίσκεται και πού φυλάσσεται η μορφή του Χριστού θα σας απαντήσει: «Στην Ορθοδοξία και μόνο στην Ορθοδοξία». Από αυτό καταδεικνύεται η έντονη θεολογική αναζήτηση του συγγραφέα.    
Βασική σκέψη του συγγραφέα σε όλο του έργο «Αδελφοί Καραμαζώφ» είναι πως ο άνθρωπος για να πετύχει πλήρως την «εν Χριστώ ελευθερία», η οποία αποτελεί την τελειότερη μορφή ελευθερίας, δεν αρκεί μόνο να ταπεινωθεί, αλλά και να προσφέρει τον εαυτό του θυσία για τους άλλους, υποτάσσοντας και εξαφανίζοντας, με αυτογνωσία, το ίδιο θέλημα στην περιοχή της αγάπης.
Οι επισκέψεις του συγγραφέα σε Ορθόδοξες Ιερές Μονές και η μελέτη κειμένων πνευματικού περιεχομένου συνετέλεσαν στην πνευματική ανάταση του Ντοστογιέφσκυ και στην αγιογραφική περιγραφή της εν Χριστώ δυναμικής ελευθερίας, μέσω των ηρώων Ζωσιμά και Αλιόσα στο έργο «Αδελφοί Καραμαζώφ». Μέσω του ήρωα Ζωσιμά καταθέτει: «Η ταπεινοφροσύνη, η γεμάτη αγάπη, είναι η πιο καταπληκτική δύναμη, πιο μεγάλη από κάθε άλλη. Για αυτό πρέπει να φιληθούν με αγάπη ο αφέντης και ο δούλος, για να συντελεσθεί ανάμεσά τους η μεγάλη ανθρώπινη αδελφοσύνη. Πρέπει να γίνει κανείς υπηρέτης του υπηρέτη του, όπως λέει και το Ευαγγέλιο, έτσι που να υπηρετεί ο ένας τον άλλο».   
Σε άλλο σημείο του έργου του ο Ντοστογιέφσκυ μέσω του ήρωα Ζωσιμά, ο οποίος συμβουλεύει μια γυναίκα, που εξομολογείται τα κρίματά της, λέει: «Τίποτα μη φοβάσαι, ποτέ μη φοβάσαι και μη θλίβεσαι. Μια και μετανοείς, όλα θα στα συγχωρέσει ο Θεός. Μα κι ούτε υπάρχει, ούτε μπορεί να γίνει στον κόσμο τέτοιο κρίμα, που να μην το συγχωρέσει ο Κύριος, σε κείνον, που μετανοεί αληθινά. Μα κι ούτε το μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα τόσο μεγάλο αμάρτημα, που θα μπορούσε να εξαντλήσει την αστείρευτη αγάπη του Θεού. Ή μήπως μπορεί να υπάρξει ένα τέτοιο μεγάλο αμάρτημα, που να ξεπεράσει την αγάπη του Θεού; Φρόντιζε μονάχα για τη μετάνοια, για την αδιάκοπη μετάνοια κι όσο για το φόβο, διώξε τον εντελώς από την καρδιά σου. Πίστευε πως ο Θεός σε αγαπάει τόσο, που εσύ ούτε και να το φανταστείς δεν μπορείς. Σε αγαπάει παρ’ όλο που αμάρτησες. Σε αγαπάει μέσα στην αμαρτία σου. Για ένα μετανοούντα στον ουρανό χαίρονται περισσότερο, παρά για χίλιους αναμάρτητους, είπε ο Χριστός. Πήγαινε, λοιπόν και μη φοβάσαι. Μην πικραίνεσαι με τους ανθρώπους, μη θυμώνεις με τις προσβολές ...αφού μετανοείς, θα πει πως αγαπάς. Κι όταν θα αγαπάς, θα είσαι κιόλας τέκνο του Θεού. Η αγάπη εξαγνίζει τα πάντα, σώζει τα πάντα, αφού εγώ που είμαι, όπως εσύ, ένας αμαρτωλός άνθρωπος συγκινήθηκα και σε συμπόνεσα, πόσο περισσότερο ο Θεός! Η αγάπη είναι κάτι ανεκτίμητο και με αυτή μπορείς όλο τον κόσμο να αποκτήσεις και όχι μόνο τις δικές σου, μα και τις ξένες αμαρτίες να εξαγοράσεις. Πήγαινε και μη φοβάσαι…».
Ο Ντοστογιέσκυ αγαπούσε τη ζωή γιατί και πίστευε ακράδαντα στην ανάσταση των νεκρών. Όταν κάποιος παρακινεί μια γυναίκα, υποδουλωμένη σε μια απαίσια όψη ζωής, να πέσει στο ποτάμι και να τελειώνει, αυτή του διαβάζει στο Ευαγγέλιο ένα μέρος από την ανάσταση του Λαζάρου. «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή και ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται». Να το μυστικό της ζωής. Με αυτήν την ελπίδα της αναστάσεως, υπάρχει η αγάπη για τη ζωή και η δημιουργία. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει νόημα.
Μάλιστα κάτω από τον τίτλο στο βιβλίο «Αδελφοί Καραμαζώφ» έχει βάλει τα λόγια του Χριστού για την ανάσταση: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. 12,24). Η θυσία και ο θάνατος έχουν αποτέλεσμα την ανάσταση. Με αυτή τη χαρμόσυνη είδηση της ανάστασης τελειώνει και ολόκληρο το βιβλίο.    
Στο έργο του «Ο Ηλίθιος» ο συγγραφέας έχει ως κεντρικό ήρωα τον πρίγκιπα Μίσκιν, ο οποίος ως πραγματικά ελεύθερος και απολυτρωμένος επιλέγει το δρόμο του καλού και έχει αγγελική μορφή. Θεωρείται ηλίθιος, ανόητος και παράλογος από τους άλλους, καθώς εκφράζει την πίστη του σε μια μεταφυσική υπερ-γήινη πραγματικότητα. Βλέπει ένα όραμα ομορφιάς, με θρησκευτική ταύτιση. Αυτή η «υποκειμενική» ομορφιά είναι η εσωτερική ομορφιά, που κλείνει μέσα της τον ουρανό. Ο Μίσκιν εκφράζει το «άλογο στοιχείο στον άνθρωπο», με το να θεωρείται παράδοξος από τον περίγυρό του, όπως και η ομορφιά σαν εσωτερική αρμονία αντιδιαστέλλεται με τη ζωή και τις δαιμονικές δυνάμεις του κόσμου. Ο Μίσκιν εκφράζει το απόφθεγμα «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Αυτή η λυτρωτική ομορφιά είναι η ενσάρκωση της «πνευματικής ομορφιάς». Η ομορφιά σαν ψυχική αρμονία και σαν ηθική δύναμη, που κατακτάται με την αγαθή προαίρεση και την ταπείνωση, δύο γνήσιες χριστιανικές αρετές. Στο πρόσωπο του Μίσκιν ταυτίζεται η ταπείνωση με τη δύναμη και ενσαρκώνεται η σκέψη ότι το κακό καταρρίπτεται με την ταπείνωση του εαυτού μας, με την κένωση. Είναι ένας φτωχός ιππότης, φτωχός τω πνεύματι, που με την τρομερή δύναμη της ταπείνωσης, δηλαδή με την ομορφιά της καλοσύνης του, θα σώσει τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό το ιδανικό της ομορφιά σχετίζεται με την ιδέα του Χριστού.
Ο Ντοστογιέφσκυ μέχρι το θάνατό του είχε ως αχώριστο σύντροφο το Ευαγγέλιο, το οποίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τα βιβλία του. Μέσα από το Ευαγγέλιο αντλούσε τα θέματά του και τους χαρακτήρες των ηρώων του. Μέσα στο Ευαγγέλιο βρήκε την αλήθεια, που δεν είναι άλλη από τον ίδιο το Χριστό. Τον Κύριο μας που είπε: «Εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιωάν. 14,6) και «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8,32). Κατά το συγγραφέα: «δεν υπάρχει πιο αγαθό, πιο βαθύ και πιο τέλειο από το Χριστό. Κι αν ο Χριστός είναι το πιο βαθύ και τέλειο αγαθό, τότε δεν μπορεί παρά να είναι και η πιο μεγάλη αλήθεια, η απόλυτη αλήθεια. Γιατί στο Χριστό, ως Θεό, ταυτίζεται το απόλυτο αγαθό και η απόλυτη αλήθεια, όπως ταυτίζεται και η απόλυτη ομορφιά». Αυτή η ομορφιά του Χριστού είναι η σωτήρια θεία ομορφιά του σαρκωμένου Κυρίου, του προτύπου της τέλειας ηθικής ομορφιάς.
 
 
Πηγή υλικού
Περιοδικό «Κοινωνία», Δελτίο της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων», Έτος ΜΔ΄, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2001, Τεύχος 3, σελ. 287-292    
 
Επιλογή υλικού
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου
Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων
του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων

Λόγος για την εν Χριστώ εσωτερική εργασία και τη μοναχική ζωή"





(Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας)

Η μοναχική ζωή είναι ένα δένδρο ψηλό, πυκνόφυλλο και γονιμότατο. Ρίζα της είναι η αποξένωση απ΄ όλα τα σωματικά· κλαδιά της η απαλλαγή της ψυχής από εμπαθείς κλίσεις και το να μην έχει ο μοναχός καμία σχέση προς τα πράγματα από τα όποια έφυγε. Καρπός της είναι η απόκτηση των αρετών, η θεοποιός αγάπη και η αδιάκοπη ευφροσύνη, καθώς λέει ο Απόστολος: « Ο καρπός του Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη κλπ.»(Γαλ. 5, 22).

Η φυγή από τον κόσμο χαρίζει την καταφυγή στο Χριστό. Και κόσμο εννοώ, την αγάπη των αισθητών πραγμάτων και της σάρκας. Εκείνος πού με επίγνωση της αλήθειας αποξενώνεται από αυτά, γίνεται φίλος του Χριστού, αποκτώντας την αγάπη Του, για την οποία αρνήθηκε όλα τα κοσμικά κι αγόρασε το "πολύτιμο μαργαριτάρι"(Ματθ. 13, 46), δηλαδή το Χριστό.



Με το σωτήριο βάπτισμα ντύθηκες το Χριστό(Γαλ. 3, 27)· με αυτό το θείο λουτρό απέβαλες την ακαθαρσία και έλαβες τη λαμπρότητα της πνευματικής χάρης και την ευγένεια πού είχε ο άνθρωπος όταν πλάστηκε. Αλλά τι έγινε; Ή μάλλον, τι έπαθε ο άνθρωπος από την απερισκεψία του; Επειδή αγάπησε τον κόσμο, αλλοίωσε τα θεϊκά χαρακτηριστικά. Επειδή στράφηκε στα πάθη της σάρκας, κακοποίησε τη θεία εικόνα. Το σκοτάδι των εμπαθών λογισμών θάμπωσε τον καθρέφτη της ψυχής στον οποίο εμφανίζεται ο νοητός ήλιος Χριστός. Εσύ όμως καθήλωσες την ψυχή σου με τον φόβο του Θεού.

Κατάλαβες το σκοτάδι της ανωμαλίας του κόσμου. Συνειδητοποίησες το διασκορπισμό της διάνοιας που προξενούν οι κοσμικές μέριμνες. Είδες τον μάταιο περισπασμό που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι από την πολυτάραχη ζωή. Πληγώθηκες με το βέλος του έρωτα της ησυχίας. Ζήτησες την ειρήνη των λογισμών, επειδή εγκολπώθηκες το παράγγελμα: «Ζήτησε την ειρήνη και κυνήγησέ την»(Ψαλμ. 33, 15)· πόθησες την ανάπαυση που αυτή δίνει, επειδή άκουσες το λόγο: «Ξαναγύρισε ψυχή μου στην ανάπαυσή σου(Ψαλμ. 114, 7)». Για όλα αυτά, αναλογίστηκες να ξανακερδίσεις την ευγένεια που έλαβες κατά χάρη με το βάπτισμα, αλλά την έχασες θεληματικά από τα πάθη σου ζώντας στον κόσμο. 

Έτσι λοιπόν έκανες πράξη την αγαθή αυτή γνώμη με το να έρθεις στο ιερό φροντιστήριο, να φορέσεις τα σεμνά άμφια της μετάνοιας και να υποσχεθείς ολόψυχα την παραμονή σου στο μοναστήρι μέχρι θανάτου.

Τώρα έκανες δεύτερη συμφωνία με το Θεό. Την πρώτη την έκανες κατά το βάπτισμα, με την είσοδο σου σ' αυτή τη ζωή· τη δεύτερη τώρα που σπεύδεις προς το τέλος αυτής της ζωής. Τότε σε προσέλαβε ο Χριστός με την ευσέβεια· τώρα προσκολλήθηκες στο Χριστό με τη μετάνοια.

Εκεί βρήκες δωρεά· εδώ παραδέχτηκες ένα χρέος. Τότε, καθώς ήσουν νήπιο, δεν εννόησες το αξίωμα που σου δόθηκε, αν και όταν μεγάλωσες, κατάλαβες το μέγεθος της δωρεάς και έχεις στο στόμα σου χαλινάρι. Τώρα που έχεις τέλεια σκέψη, εννοείς βαθιά τι σημαίνει το ότι συντάχθηκες μ΄ Εκείνον. Πρόσεξε μην τυχόν παραβείς και αυτή την υπόσχεση και σαν αγγείο που έσπασε εντελώς, ριχθείς στο σκότος το εξώτερο, όπου είναι ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων(Ματθ. 8, 12). Γιατί έξω από το δρόμο της μετάνοιας, δεν υπάρχει άλλος δρόμος που ξαναφέρνει στη σωτηρία.

Άκουσε τι σου υπόσχεται ο Δαβίδ: « Έκανες καταφυγή σου τον Ύψιστο. Αφού λοιπόν επέλεξες την κατά Χριστόν ζωή με τις δυσκολίες της, δε θα σε πλησιάσουν πια τα κακά που απέκτησες από την κοσμική σου ζωή. Αφού αποφάσισες να μετανοείς, δε θα σε ακολουθήσει έρωτας χρημάτων, τρυφή, τιμή, καλλωπισμός, ακράτεια των αισθήσεων· δε θα παραμείνουν μπροστά σου παράνομοι, δηλαδή μετεωρισμοί της διάνοιας, αιχμαλωσία του νου, χαύνωση που προκαλούν οι αλλεπάλληλοι λογισμοί, και κάθε άλλη θεληματική εκτροπή και σύγχυση. Ούτε θα βρεθεί μπροστά σου αγάπη γονέων, αδελφών, συγγενών, φίλων και γνωστών· ούτε θα βρει τόπο σε σένα η άκαιρη και ανώφελη συνάντηση και συντροφιά μαζί τους.

Αν αγαπήσεις την απάρνηση των παραπάνω με το σώμα σου και την ψυχή σου, δε θ΄ αγγίξει την ψυχή σου το μαστίγιο του πόνου, και το βέλος της λύπης δε θα πληγώσει την καρδιά σου, ούτε το πρόσωπό σου θα σκυθρωπάσει»(Ψαλμ. 90, 9-10 και 5, 5-6). Εκείνοι δηλαδή που απομακρύνθηκαν από τη φιλήδονη συνήθεια και απώθησαν τον εμπαθή δεσμό με όλα όσα είπαμε, αμβλύνουν τα κεντριά της λύπης. Γιατί ο Χριστός φανερώνεται στην ψυχή που αγωνίζεται και δίνει στην καρδιά ανέκφραστη χαρά, και την πνευματική χαρά δεν μπορεί ποτέ να την αναιρέσει κανένα από τα ευχάριστα ή δυσάρεστα του κόσμου. Μελέτες αγαθές και σωτήριες μνήμες και θεία διανοήματα και λόγοι σοφίας υπηρετούν τον αγωνιστή, και τον φυλάγουν σε όλους τους δρόμους των έργων που κάνει για το Θεό. 

Γι΄ αυτό και πατάει πάνω σε κάθε άλογη επιθυμία και αυθάδη θυμό σαν πάνω σε φίδια ασπίδα και βασιλίσκο, και καταπατεί την οργή σαν λιοντάρι και την ηδονή σαν δράκοντα(Ψαλμ. 90, 13). Και η αιτία τούτου είναι ότι, αφού απομάκρυνε κάθε ελπίδα του από τους ανθρώπους και τα πράγματα που είπαμε, την έδεσε στο Θεό και είναι πλούσιος σε γνώση Θεού και πάντοτε καλεί νοερά το Θεό να τον βοηθήσει. Όπως λέει και στη Γραφή: «Στήριξε την ελπίδα του σ΄ εμένα, γι΄ αυτό και θα τον σώσω· θα τον προφυλάξω, γιατί γνωρίζει το όνομά Μου. Όταν με φωνάξει, θα τον ακούσω, και όχι μόνο θα τον απαλλάξω από εκείνους που τον θλίβουν, αλλά και θα τον δοξάσω»(Ψαλμ. 90, 14-15).

Βλέπεις τους αγώνες και τα ακόλουθα βραβεία όσων ασκούνται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού; Προσπάθησε λοιπόν να κάνεις την κλήση πράξη. Και όπως μονώθηκες σωματικά κι απέβαλες και τα νοήματα των πραγμάτων και άλλαξες αμφίεση, γίνε και ξένος αποθέτοντας και τούς λόγους σου και τους συγγενείς σου. Γιατί αν δε σταματήσεις την περιπλάνηση στα εξωτερικά, δε θα ξεσηκωθείς εναντίον εκείνων που ενεδρεύουν μέσα σου. Αν δεν νικήσεις εκείνους πού σε πολεμούν με τα φανερά, δεν μπορείς να κατατροπώσεις τούς αόρατους εχθρούς. Όταν καταργήσεις τους εξωτερικούς πειρασμούς και αφήσεις τούς εσωτερικούς λογισμούς, τότε διεγείρεται ο νους για τα έργα και τούς λόγους του Πνεύματος. Και αντί να έχεις συναναστροφή με συγγενείς και φίλους, εκτελείς τις αρετές. 

Και αντί να ασχολείσαι με τα μάταια λόγια πού γεννά η κοσμική συναναστροφή, φωτίζει και συνετίζει την ψυχή η μελέτη και η φανέρωση των θεϊκών λόγων, που κινούνται μέσα στη διάνοια. Η απελευθέρωση των αισθήσεων γίνεται δέσμευση της ψυχής. Και η δέσμευση των αισθήσεων, χαρίζει ελευθερία στην ψυχή.

Η δύση του ηλίου φέρνει τη νύχτα. Και ο Χριστός αποχωρεί από την ψυχή και την κυριεύει το σκοτάδι των παθών και τα νοητά θηρία την κατασπαράζουν. Ανατέλλει ο αισθητός ήλιος και τα θηρία μαζεύονται στα σπήλαιά τους. Ανατέλλει και ο Χριστός στο στερέωμα της προσευχόμενης διάνοιας, και φεύγει και χάνεται κάθε κοσμική συνήθεια, η αγάπη της σάρκας περνά και ο νους βαδίζει στο έργο του, δηλαδή στη μελέτη των θείων, "ως το βράδυ"(Ψαλμ. 103, 23). Η έκφραση αυτή δε σημαίνει ότι η εργασία του πνευματικού νόμου περιορίζεται σε κάποιο χρονικό διάστημα ή ότι έχει ορισμένο μέτρο, αλλά ότι διαρκεί ώσπου να φτάσει το τέλος αυτής της ζωής, προκαλώντας την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Αυτό ακριβώς φανέρωνε και ο προφήτης Δαβίδ με τα λόγια: «Πόσο αγάπησα το νόμο Σου, Κύριε! Είναι η μελέτη μου όλη την ημέρα»(Ψαλμ. 118, 97). Ημέρα εννοεί όλη τη διάρκεια της ζωής αυτής.

Σταμάτησε λοιπόν τις εξωτερικές συναναστροφές και πάλεψε με τους εσωτερικούς λογισμούς, έως ότου βρεις τον τόπο της καθαρής προσευχής και τον οίκο όπου κατοικεί ο Χριστός, φωτίζοντας και γλυκαίνοντάς σε με την επίγνωση και την επίσκεψή Του, και κάνοντάς σε να θεωρείς χαρά τις θλίψεις για χάρη Του και να αποφεύγεις τις κοσμικές ηδονές όπως το κατάπικρο αψίνθιο.

Οι άνεμοι σηκώνουν κύματα στη θάλασσα, και αν αυτοί δε σταματήσουν, δεν ησυχάζουν τα κύματα και δεν ημερεύει η θάλασσα. Και τα πνεύματα της πονηρίας ανακινούν μέσα στην ψυχή του αμελούς την ενθύμηση γονέων, αδελφών, συγγενών, γνωστών, συμποσίων, πανηγυριών, θεάτρων και όλες τις άλλες φαντασίες της ηδονής και του υποβάλλουν να τοποθετεί την ευτυχία στα μάτια, στη γλώσσα και στο σώμα. Έτσι και την ώρα εκείνη σπαταλάς μάταια, και στη συνέχεια την ώρα που μένεις μόνος μέσα στο κελί σου, την ξοδεύεις στην αναπόληση εκείνων που είδες και συζήτησες. Και έτσι περνά χωρίς προκοπή η ζωή του μοναχού, καθώς αποτυπώνουν τις μνήμες τους στη διάνοιά του οι κοσμικές ασχολίες, όπως τα πόδια του ανθρώπου αποτυπώνουν τα ίχνη τους πάνω στο χιόνι.

Αν δίνομε τροφή στα θηρία, πότε θα τα θανατώσομε; Κι αν διαρκώς απασχολούμαστε με έργα και λογισμούς της άλογης φιλίας και συνήθειας, πότε θα νεκρώσουμε το φρόνημα της σάρκας; Πότε θα ζήσομε την κατά Χριστόν ζωή πού υποσχεθήκαμε; Τα ίχνη των ποδιών πάνω στο χιόνι ή διαλύονται όταν λάμψει ο ήλιος, ή όταν βρέξει, εξαφανίζονται. Και οι μνήμες που έχουν σκάφτει στη διάνοια, από τη φιλήδονη διάθεση και τις ανάλογες πράξεις, εξαφανίζονται όταν ανατέλλει ο ήλιος στην καρδιά, με την προσευχή και την κατανυκτική βροχή των δακρύων. Ο Μοναχός λοιπόν που δεν πράττει σύμφωνα με το λόγο, πότε θα εξαλείψει από τη διάνοιά του τις εμπαθείς μνήμες;

Οι πρακτικές αρετές τελούνται με το σώμα, αν αφήσεις τη σχέση με τον κόσμο. Οι αγαθές μνήμες εντυπώνονται στην ψυχή και οι θεϊκοί λόγοι αναπαύονται σ΄ αυτήν, αν με συνεχείς προσευχές που αναπέμπονται με θερμή κατάνυξη από τη διάνοια, εξαλείψεις τις μνήμες των προηγουμένων σου πράξεων. Γιατί ο φωτισμός από την πίστη και τη μνήμη του Θεού και τη συντριβή της καρδιάς, αποξέουν σαν ξυράφι τις πονηρές μνήμες. Μιμήσου τη σοφία των μελισσών. Αυτές όταν αντιληφθούν το σμήνος των σφηκών να πετούν γύρω τους, παραμένουν μέσα στην κυψέλη και αποφεύγουν τη βλάβη από τους εχθρούς.

Σφήκες να θεωρείς τις κοσμικές συναναστροφές, τις οποίες αποφεύγοντας με πολλή σπουδή, παράμενε μέσα στο κελί σου στο μοναστήρι. Και από εκεί πάλι να προσπαθείς να μπαίνεις στο εσωτερικότερο φρούριο της ψυχής, που είναι ο οίκος του Χριστού και εκεί αστράφτει αδιατάρακτη ειρήνη και χαρά και γαλήνη. Τα δώρα αυτά, σαν κάποιες ακτίνες τα εκπέμπει από τον εαυτό Του ο νοητός ήλιος Χριστός και με αυτά αμείβει την ψυχή που Τον υποδέχεται με πίστη και καλή ετοιμασία.

Όταν λοιπόν κάθεσαι στο κελί σου, να μνημονεύεις το Θεό, ανυψώνοντας το νου σου απ΄ όλα και οδηγώντας τον άφωνο προς το Θεό, και να συγκεντρώνεις ενώπιον του Θεού όλη τη διάθεση της καρδιάς σου, προσκολλώμενος σ' Αυτόν με την αγάπη. Γιατί η μνήμη του Θεού είναι θεωρία του Θεού, ο οποίος έλκει την όραση και την επιθυμία του νου προς τον εαυτό Του και τον περιλάμπει με το φως Του. Όταν δηλαδή ο νους επιστρέφει στο Θεό, αφήνοντας όλες τις ειδοποιούς έννοιες των όντων, βλέπει χωρίς εικόνες και λαμπρύνει την όρασή του με την αγνωσία αυτή που υπερβαίνει κάθε γνώση, λόγω του ότι η θεία δόξα είναι απρόσιτη. Και ενώ δε γνωρίζει, αφού το βλεπόμενο είναι ακατάληπτο, γνωρίζει ωστόσο επειδή βλέπει την αλήθεια του κυρίως Όντος, του μόνου που έχει το είναι που υπερβαίνει κάθε είναι. Και με την πλούσια αγαθότητα που αναβλύζει από εκεί, τρέφοντας τον έρωτά του και ικανοποιώντας πλήρως την κινητικότητά του, αξιώνεται την χωρίς τέλος μακάρια ανάπαυση. Αυτά είναι τα γνωρίσματα της ορθής μνήμης του Θεού.

Προσευχή τώρα είναι διάλογος της διάνοιας με τον Κύριο. Ο διάλογος αυτός μεταφέρει λόγια δεήσεως στο Θεό, με ολοκληρωτική προσήλωση του νου προς Αυτόν. Γιατί όταν η διάνοια επικαλείται συνεχώς το όνομα του Κυρίου και ο νους προσέχει με ενάργεια στην επίκληση του θείου ονόματος, έρχεται το φως της γνώσεως του Θεού κι επισκιάζει σαν φωτεινή νεφέλη ολόκληρη την ψυχή. Την ορθή μνήμη του Θεού ακολουθεί η αγάπη και η χαρά, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα το Θεό και γέμισα ευφροσύνη»(Ψαλμ. 76, 4). Την καθαρή προσευχή ακολουθεί η γνώση και η κατάνυξη, όπως λέει ο ίδιος: « Όποια μέρα θα σε επικαλεστώ, ιδού, γνωρίζω ότι εσύ είσαι ο Θεός μου»(Ψαλμ. 55, 10), και: «Θυσία πού αρέσει στο Θεό είναι το συντετριμμένο πνεύμα»(Ψαλμ. 50, 19).

Όταν ο νους και η διάνοια στέκονται μπροστά στο Θεό με ενεργό προσήλωση και θερμή δέηση, τότε ακολουθεί και η κατάνυξη της ψυχής. Κι όταν ο νους, ο λόγος και το πνεύμα προσπίπτουν στο Θεό, ο νους με την προσοχή, ο λόγος με την επίκληση και το πνεύμα με την κατάνυξη και την αγάπη, τότε όλος ο εσωτερικός άνθρωπος προσφέρει λατρεία στον Κύριο, σύμφωνα με την εντολή: «Θ΄ αγαπήσεις τον Κύριο, το Θεό σου, με όλη την καρδιά σου»(Δευτ. 6, 5).

Πλην όμως θέλω να γνωρίζεις και τούτο· μήπως ενώ νομίζεις ότι προσεύχεσαι, βαδίζεις μακριά από την προσευχή, κοπιάζεις χωρίς κέρδος και τρέχεις ματαίως. Ό,τι συμβαίνει στην ψαλμωδία, όταν ο νους τρέχει αλλού και διασπάται σε πάθη και διάφορα πράγματα, ώστε να χάνεται το νόημα των ψαλλομένων, το ίδιο γίνεται και με τη διάνοια. Πολλές φορές δηλαδή, ενώ αυτή λέει τα λόγια της προσευχής, ο νους δε συνοδεύει, ούτε προσηλώνεται στο Θεό, με τον οποίο γίνεται η συνομιλία κατά την προσευχή, αλλά εκτρέπεται από διάφορες σκέψεις χωρίς να το καταλάβει.

Έτσι, η διάνοια λέει από συνήθεια τα λόγια, ο νους όμως απομακρύνεται από τη γνώση του Θεού. Γι΄ αυτό και η ψυχή φαίνεται τότε ότι ούτε εννοεί, ούτε έχει διάθεση, επειδή ο νους διασκορπίζεται σε κάποιες φαντασίες και απασχολείται σ΄ εκείνα που τον ξεγελούν ή σ΄ εκείνα που επιθυμεί. Γιατί όταν δεν υπάρχει γνώση της προσευχής και ο δεόμενος δεν παραστέκεται μπροστά σ΄ Αυτόν που παρέχει παρηγοριά, πώς θα γλυκαθεί η ψυχή; Πώς θα ευφρανθεί η καρδιά που υποκρίνεται ότι προσεύχεται, αλλά δεν ενδιαφέρεται για αληθινή προσευχή; Θα ευφρανθεί η καρδιά όσων ζητούν τον Κύριο(Ψαλμ. 104, 3). Ζητεί τον Κύριο εκείνος που με ολόκληρη τη διάνοια και θερμή διάθεση πέφτει εμπρός στο Θεό και απομακρύνει κάθε νόημα του κόσμου για χάρη της γνώσεως και της αγάπης του Θεού, που πηγάζουν από την συνεχή και καθαρή προσευχή.

Για να διασαφηνίσω τη θεωρία που γεννιέται στο νου κατά τη μνήμη του Θεού, και την αξία της διάνοιας κατά την καθαρή προσευχή, θα καταφύγω σε παρομοίωση με το σωματικό μάτι και τη γλώσσα. Ό,τι είναι δηλαδή η κόρη για το μάτι και η προφορά του λόγου για τη γλώσσα, το ίδιο είναι η μνήμη για το νου και η προσευχή για τη διάνοια. Όπως το μάτι όταν δει κάποιο ορατό δε λέει τίποτε, αλλά με την πείρα της οράσεως δέχεται τη γνώση του βλεπομένου, έτσι και ο νους, καθώς μέσω της μνήμης παραδίδεται ερωτικά στο Θεό με την προσκόλληση της διάπυρης διαθέσεως και με τη σιγή της ολότελα απλής νοήσεως, καταφωτίζεται από τη θεία έλλαμψη, λαμβάνοντας αρραβώνα της μέλλουσας λαμπρότητας.

Και πάλι, όπως η γλώσσα, με τα λόγια που λέει, φανερώνει στον ακροατή την αθέατη θέληση του νου, έτσι και η διάνοια, όταν απαγγέλλει τα σύντομα λόγια της προσευχής με θέρμη και χωρίς διακοπή, παρουσιάζει στον παντογνώστη Θεό την αίτηση της ψυχής. Και με την παραμονή στην προσευχή και με την επίμονη συντριβή της καρδιάς, ανοίγουν τα φιλάνθρωπα σπλάχνα του Κυρίου που είναι γεμάτος συμπάθεια, και ο προσευχόμενος δέχεται πλούσια τη σωτηρία, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: « Ο Θεός δε θα απορρίψει την καρδιά που έχει συντριβεί και ταπεινωθεί»(Ψαλμ. 50, 19).

Θα σε χειραγωγήσει στην καθαρή προσευχή και εκείνο που γίνεται με τον επίγειο βασιλιά. Όταν δηλαδή παρουσιαστείς στο βασιλιά, και σωματικά είσαι μπροστά του και με τη γλώσσα τον ικετεύεις και με τα μάτια τον ατενίζεις, κι έτσι προσελκύεις την ευμένειά του. Αυτό κάνε κι εσύ, είτε στη σύναξη της εκκλησίας, είτε μόνος στο δωμάτιό σου. Όταν δηλαδή συνάγεστε στο όνομα του Κυρίου με τους αδελφούς για την ακολουθία, όπως παρίστασαι με το σώμα και προσφέρεις με τη γλώσσα σου στον Κύριο την ψαλμωδία, έτσι να έχεις και το νου σου προσηλωμένο στα λόγια και στο Θεό και να γνωρίζει με ποιον συνομιλεί και ποιον πλησιάζει. Γιατί όταν η διάνοια παραδίδεται με ζέση και καθαρότητα στην προσευχή, τότε η καρδιά αξιώνεται να απολαύσει αναφαίρετη χαρά και ανέκφραστη ειρήνη. Και πάλι όταν παραμένεις μόνος στο δωμάτιό σου, μην αφήνεις την προσευχή από τη διάνοιά σου, με νήψη του νου και συντριβή του πνεύματος· και με τη νήψη θα σε επισκιάσει η θεωρία, η γνώση θα κατασκηνώσει μέσα σου με την προσευχή και η σοφία θα αναπαυτεί εντός σου με την κατάνυξη, εξορίζοντας την άλογη ηδονή και εγκαθιστώντας τη θεία αγάπη.

Πίστεψέ με, σου λέω αλήθεια· αν σε όλη σου την πνευματική εργασία αποκτήσεις αχώριστη την μητέρα των καλών, την προσευχή, αυτή δε θα νυστάξει ώσπου να σου δείξει τον θείο νυμφώνα, να σε οδηγήσει μέσα και να σε γεμίσει ανείπωτη δόξα και ευφροσύνη. Γιατί αυτή αφαιρεί όλα τα εμπόδια, εξομαλύνει το δρόμο της αρετής και τον κάνει εύκολο σ' εκείνον που τη ζητεί.

Πρόσεξε τώρα τον τρόπο της προσευχής της διάνοιας. Η συνομιλία με το Θεό αφανίζει τους εμπαθείς λογισμούς. Η ανάταση του νου στο Θεό φυγαδεύει τις έννοιες του κόσμου. Η κατάνυξη της ψυχής απομακρύνει τη φιλία της σάρκας. Και τότε φανερώνεται η προσευχή, από την ασίγητη απαγγελία του θείου ονόματος, ότι είναι συμφωνία και ένωση του νου, του λόγου και της ψυχής. « Όπου είναι -λέει ο Κύριος-, δύο ή τρεις συναγμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους»(Ματθ. 18, 20). Έτσι λοιπόν η προσευχή, ανακαλώντας τις δυνάμεις της ψυχής από το διασκορπισμό που προκαλούν σ' αυτές τα πάθη, τις συνδέει μεταξύ τους· και συνδέοντας τότε μαζί της την τριμερή ψυχή, τη συμφιλιώνει με τον ένα τρισυπόστατο Θεό. Πρώτα, δηλαδή, με τους τρόπους της αρετής αφαιρεί από την ψυχή την ασχήμια της αμαρτίας· έπειτα, αφού ξαναζωγραφίσει στην ψυχή το κάλλος των θείων χαρακτήρων με την αγία γνώση που δίνει, την παρουσιάζει στο Θεό. Και η ψυχή παρευθύς γνωρίζει τον Ποιητή της, όπως λέει ο Ψαλμωδός: « Όποια μέρα σε επικαλεστώ, ιδού, γνωρίζω ότι εσύ είσαι ο Θεός μου»(Ψαλμ. 55, 10)· και αυτή, γνωρίζεται από το Θεό. Γιατί ο Κύριος γνωρίζει τους δικούς Του(Β΄ Τιμ. 2, 19).

Τον γνωρίζει, γιατί έχει μέσα της καθαρή την εικόνα Του, και κάθε εικόνα αναφέρεται στο πρωτότυπο· και γνωρίζεται από Αυτόν για την ομοίωσή της με Αυτόν λόγω των αρετών, με τις οποίες και γνώση Θεού έχει, και γνωρίζεται από το Θεό.

Εκείνος που ζητάει την εύνοια του βασιλιά, μεταχειρίζεται τρεις τρόπους: ή απευθύνει λόγους ικεσίας, ή στέκεται σιωπώντας, ή πέφτει στα πόδια εκείνου που μπορεί να τον βοηθήσει. Έτσι και η καθαρή προσευχή, συναπτόμενη με το νου, το λόγο και το πνεύμα, με το λόγο επικαλείται το θείο όνομα, με το νου ατενίζει σταθερά τον παρακαλούμενο Θεό, ενώ με το πνεύμα εκδηλώνει την κατάνυξη, την ταπείνωση και την αγάπη. Και έτσι εξευμενίζει την άναρχη Τριάδα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον ένα Θεό.

Όπως η ποικιλία των φαγητών ανοίγει την όρεξη να τα δοκιμάσει κανείς, έτσι και οι διάφορες έννοιες των αρετών ξυπνούν την κινητικότητα του νου. Γι΄ αυτό, βαδίζοντας το δρόμο της διάνοιας, να διαλέγεις τα λόγια της προσευχής και ν΄ απευθύνεσαι στον Κύριο με αδιάκοπες φωνές χωρίς να αποθαρρύνεσαι· να δέεσαι συνεχώς μιμούμενος την αναίδεια της χήρας που πέτυχε να κάμψει τον αμείλικτο δικαστή. Τότε βαδίζεις σύμφωνα με τις επιταγές του Πνεύματος(Γαλ. 5, 16)· δεν προσέχεις τις σαρκικές επιθυμίες και δε διακόπτεις με κοσμικούς λογισμούς τη συνέχεια της προσευχής, αλλά γίνεσαι ναός του Θεού καθώς Τον υμνείς απερίσπαστος. Όταν ασκείς έτσι την κατά διάνοια προσευχή, αξιώνεσαι να φτάνεις και στη μνήμη του Θεού και να εισέρχεσαι στα άδυτα του νου και να κατοπτεύεις τον Αόρατο με μυστικές θεωρίες και μόνος να λατρεύεις στη μόνωση μόνο το Θεό πλημμυρίζοντας από γνώση μαζί με αγάπη.

Όταν λοιπόν δεις να σε κυριεύει χαύνωση στην προσευχή, τότε να μεταχειρίζεσαι βιβλίο, και διαβάζοντας προσεκτικά, να δέχεσαι μέσα σου τη γνώση. Μην προσπερνάς βιαστικά τα λόγια, αλλά να τα στοχάζεσαι βαθιά και να θησαυρίζεις το νόημά τους. Ύστερα να αναλογίζεσαι όσα διάβασες, ώστε με τη μελέτη αυτή να τα κατανοείς, να γλυκαίνεται η διάνοιά σου και να σου μένουν αλησμόνητα. Κι έτσι ν΄ αναρρίπτεται ο ζήλος σου για τα θεία διανοήματα, σύμφωνα με το ρητό: «Κατά τη μελέτη μου θ΄ ανάψει μέσα μου φωτιά»(Ψαλμ. 38, 4). Όπως η τροφή με τη μάσηση ευχαριστεί τη γεύση, έτσι και τα θεία λόγια, όταν στρέφονται μέσα στην ψυχή, τρέφουν και κατευφραίνουν τη διάνοια, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Πόσο γλυκά είναι τα λόγια Σου στο λάρυγγά μου!»(Ψαλμ. 118, 103). Ν΄ αποστηθίζεις και λόγια του Ευαγγελίου και αποφθέγματα των μακαρίων Πατέρων και να ερευνάς τους βίους τους, για να τα έχεις μελέτημά σου κατά τις νύχτες· ώστε όταν η διάνοιά σου κουραστεί από την προσευχή, να την ανανεώνεις με την ανάγνωση και τη μελέτη των θείων λόγων και να την κάνεις προθυμότερη στην προσευχή. Επίσης να χρησιμοποιείς την ψαλμωδία, αλλά με φωνή πολύ σιγανή και με παρακολούθηση από το νου, δίχως να ανέχεσαι ν΄ αφήσεις κάποιο λόγο να περάσει χωρίς να τον εννοήσεις.

Κι αν ποτέ κάτι διαφύγει την προσοχή σου, επανάλαβε το στίχο, όσες φορές χρειαστεί, μέχρις ότου κάνεις το νου σου να παρακολουθεί τα λεγόμενα. Γιατί ο νους έχει τη δύναμη και να ψάλλει με το στόμα, και το Θεό να μνημονεύει. Και αυτό διδάξου το από τη φυσική πείρα. Όπως δηλαδή εκείνος που βρίσκεται και συνομιλεί με κάποιον, τον βλέπει ταυτόχρονα και με τα μάτια του, έτσι κι εκείνος που ψάλλει με τα χείλη μπορεί συνάμα και να ατενίζει με τη μνήμη το Θεό. Τις γονυκλισίες μη τις αφήνεις, γιατί με το γονάτισμα εικονίζεται η πτώση της αμαρτίας και γίνεται ένα είδος εξομολογήσεως, ενώ με την ανόρθωση υποδηλώνεται η μετάνοια και συμβολίζεται η υπόσχεση για ενάρετο βίο. Κάθε γονυκλισία να γίνεται με τη νοερή επίκληση του Χριστού, ώστε πέφτοντας μπροστά στον Κύριο με την ψυχή και με το σώμα, να κάνεις ευδιάλλακτο το Θεό των ψυχών και των σωμάτων.

Αν, τέλος, απασχολήσεις και τα χέρια σου με κάποιο έργο αθόρυβο μαζί με την κατά διάνοια προσευχή, για να αποκρούεις τον ύπνο και τη ραθυμία, και τούτο συμβάλλει στον ασκητικό αγώνα.

Όλες αυτές οι εργασίες, όταν γίνονται μαζί με την προσευχή, ακονίζουν το νου, εξορίζουν την ακηδία, κάνουν πιο ζωηρή την ψυχή και το νου οξύτερο και θερμότερο στην απασχόλησή του με την κατά διάνοιαν εργασία.

Όταν χτυπήσει το τάλαντο, βγες από το κελί σου, έχοντας τα σωματικά μάτια στραμμένα στη γη και τη διάνοια στερεωμένη στη μνήμη του Θεού. Αφού μπεις στην εκκλησία και πάρεις τη θέση σου στο χορό, μήτε να αργολογείς με τον διπλανό σου Μοναχό, μήτε να μετεωρίζεσαι με το νου σε ματαιότητες. Αλλά ν΄ ασφαλίζεις τη γλώσσα σου με μόνη την ψαλμωδία και τη διάνοιά σου με την προσευχή. Όταν γίνει απόλυση, πήγαινε στο δωμάτιό σου και άρχισε τον κανόνα που σου έχει οριστεί.

Όταν πας στην τράπεζα, μην παρατηρείς γύρω τις μερίδες των αδελφών, μήτε να αφήνεις την ψυχή σου σε διάφορες υποψίες όχι καλές. Να βλέπεις και να τρως εκείνα που έβαλαν εμπρός σου, δίνοντας στο στόμα την τροφή, στην ακοή την ακρόαση των αναγνωσμάτων και στην ψυχή σου την προσευχή. Έτσι θα τρέφεσαι σωματικά και πνευματικά και θα δοξολογείς ολοκληρωμένα Αυτόν που σου παρέχει πλούσια τα αγαθά της επιθυμίας σου. Από εκεί αφού σηκωθείς με σεμνότητα και σιωπή, πήγαινε στο κελί σου και σαν εργατική μέλισσα να επιδοθείς στην εργασία των αρετών.

Όταν εκτελείς μια διακονία μαζί με τους αδελφούς, να εργάζονται τα χέρια σου, τα χείλη να σιωπούν και ο νους να μνημονεύει το Θεό. Και αν κανένας αρχίσει να αργολογεί, για να διακόψεις αυτή την αταξία σήκω και βάλε μετάνοια.

Ν' αποδιώχνεις τούς λογισμούς και να μην τους επιτρέπεις να διαβαίνουν από την καρδιά σου και να πολυκαιρίζουν σ΄ αυτήν, γιατί η παραμονή των εμπαθών λογισμών ζωογονεί τα πάθη και θανατώνει το νου. Αμέσως την ώρα που σε προσβάλλουν, με την πρώτη κίνηση του νου, βιάσου να τους εξοντώσεις με το βέλος της προσευχής. Κι αν επιμένουν να σε ενοχλούν και να προκαλούν σύγχυση στη διάνοιά σου, και άλλοτε να υποχωρούν, ενώ άλλοτε να επιτίθενται, να ξέρεις ότι είναι οχυρωμένοι πίσω από προηγούμενό σου θέλημα. Και επειδή έχουν αποκτήσει δικαιώματα στην ψυχή σου λόγω της ήττας της προαιρέσεώς της, για αυτό σε ταράζουν και σε ενοχλούν. Γι΄ αυτό πρέπει να τούς στηλιτεύεις με την εξομολόγηση· γιατί όταν φανερωθούν οι πονηροί λογισμοί, τρέπονται σε φυγή. Όπως δηλαδή όταν φωτίζει το φως, το σκότος υποχωρεί, έτσι και το φως της εξομολογήσεως αφανίζει τούς λογισμούς των παθών, πού κι αυτοί είναι σκότος. Τούτο γίνεται επειδή η κενοδοξία και η άνεση, λόγω των οποίων έβρισκαν τόπο οι λογισμοί, καταστράφηκαν με την αισχύνη της εξομολογήσεως και την κακοπάθεια του κανόνα πού επιβλήθηκε.

Έτσι, καθώς οι λογισμοί βρίσκουν τη διάνοια ελεύθερη από τα πάθη με τη συνεχή και την κατανυκτική προσευχή, τρέπονται σε φυγή ντροπιασμένοι. Όταν ο αγωνιστής προσπαθεί με την προσευχή να ανακόπτει τούς λογισμούς πού τον ταράζουν, τούς ανακόπτει για λίγο και εμποδίζει τα ποικίλα νοήματά τους καθώς παλεύει και αντιπολεμά· δε λυτρώνεται όμως τελείως, γιατί αποδέχεται τις αιτίες των λογισμών πού τον ενοχλούν, δηλαδή τη σωματική ανάπαυση και την επιθυμία των κοσμικών τιμών, και γι΄ αυτές τις αιτίες δε σπεύδει στην εξομολόγηση. Έτσι δεν έχει ειρήνη, αφού κατέχει αυτά πού ανήκουν δικαιωματικά στους εχθρούς. Ποιος είναι εκείνος πού κατέχει ξένα σκεύη και δεν του τα ζητούν οι ιδιοκτήτες τους; Και ποιος, πού δεν αποδίδει όταν του ζητούν εκείνα πού κακώς κατέχει, ελευθερώνεται από τούς αντιδίκους του; Όταν όμως ο αγωνιζόμενος, ενισχυμένος από τη μνήμη του Θεού, αγαπήσει την εξουθένωση και την κακοπάθεια της σάρκας και προχωρήσει χωρίς να ντρέπεται στην εξομολόγηση των λογισμών του, αμέσως οι εχθροί αναχωρούν και η διάνοια ελευθερωμένη εξασφαλίζει αδιάκοπη τη συνέχεια της προσευχής και τη μελέτη των θείων.

Κάθε υπόνοια πού δημιουργείται στην καρδιά σου εναντίον κάποιου, να την απορρίπτεις τελείως, γιατί καταλύει την αγάπη και την ειρήνη. Κάθε συμφορά πού σου έρχεται απ΄ έξω, να τη δέχεσαι με γενναιότητα, γιατί προξενεί τη σωτήρια υπομονή, την υπομονή πού χαρίζει τη διαμονή και την ανάπαυση στους ουρανούς. Όταν έτσι περνάς τις ημέρες σου, θα ζήσεις την παρούσα ζωή με καλή διάθεση, καθώς θα σε ευφραίνουν οι μακάριες ελπίδες, ενώ κατά το θάνατό σου θα μετατεθείς από τα εδώ με παρρησία και θα μεταβείς στους τόπους της αναπαύσεως, τούς οποίους σου ετοίμασε ο Κύριος, ως ανταπόδοση των εδώ κόπων σου, για να συμβασιλεύσεις με Αυτόν.

Στον Κύριο ανήκει κάθε τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο, αγαθό και ζωοποιό Του Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και σε όλους τούς αιώνες. Αμήν.

--------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, σελ. 145-154).

Δημήτριος ΤσελεγγίδηςΗ υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής!



undefined
Η υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού στις 16 Δεκεμβρίου 2011 με τον κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ
Πανοσιολογιότατοι πατέρες, αιδεσιμολογιότατοι, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
η ομιλία μου βέβαια δεν θα κινηθεί στην κατεύθυνση ούτε της υπερασπίσεως της Πίστεως ούτε κατά του αντιαιρετικού αγώνα, αλλά στην υποδομή της χριστιανικής μας ταυτότητας, που είναι υπόθεση ζωής. Τα γεγονότα, που εκκλησιαστικώς θα εορτάσουμε σε λίγες ημέρες, η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, αποτελεί το κορυφαίο εκείνο γεγονός διά του οποίου εγκαινιάστηκε η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα από την ίδια την θεότητα· ο άνθρωπος διά του Θεανθρώπου έχει πλέον τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της Εκκλησίας, να ζει την ζωή του Τριαδικού Θεού εν Χριστώ και αυτήν να την φανερώνει στο κοινωνικό του περιβάλλον και στο γενικότερο κοινωνικό γίγνεσθαι στο μέτρο αυτής της σχέσης, στο μέτρο αυτής της δεκτικότητας. Αυτό είναι δεδομένο. Εκείνο, το οποίο πολλές φορές παραβλέπουμε και το οποίο είναι η αιτία της δυσλειτουργίας μας στο πλαίσιο της Εκκλησίας, είναι το γεγονός ότι δεν έχουμε διερευνήσει τα αίτια, τις προϋποθέσεις εκείνες, οι οποίες δυσκολεύουν την φανέρωση αυτής της εν Χριστώ ζωής, αυτής της ζωής, την οποία ζούσε ο Χριστός και η οποία δεν ήταν προσωπική Του απλώς υπόθεση αλλά ήταν και είναι υπόθεση του πληρώματος της Εκκλησίας. Έτσι θεώρησα σκόπιμο να αναφερθούμε σ’ αυτές τις προϋποθέσεις αυτής της ζωής, την οποία χαρακτηρίζω «αγιοπνευματική» σε σχέση με την τρέχουσα σημασία της λέξεως «πνευματική», γιατί πολλές φορές σήμερα το πνευματικό συγχέεται με αυτό που λέγεται, που νοείται πολλές φορές ως ακαδημαϊκό, ως κοινωνικό και γενικότερα ως διανοητικό. Άλλο πράγμα είναι η αγιοπνευματική ζωή και σ’ αυτήν θα αναφερθούμε με την μικρή εισήγησή μας, ζητώντας στο μέτρο του δυνατού, να γίνει και ένας διάλογος, ώστε να απαντηθούν ενδεχόμενα ερωτήματα πάνω σε μια προβληματική, που ίσως ακολουθήσει μετά από την εισήγησή μου.
Πριν αναφερθούμε γενικότερα στις προϋποθέσεις της αγιοπνευματικής ζωής είναι σκόπιμο να διευκρινίσουμε εννοιολογικά, τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε αγιοπνευματική ζωή. Για να αποφύγουμε κάθε ενδεχόμενη ορολογική σύγχυση θα πρέπει ευθύς εξαρχής να πούμε ότι, άλλο είναι το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας και άλλο είναι το Άγιο Πνεύμα ως άκτιστη, φυσική ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Έτσι, όταν κάνουμε λόγο για αγιοπνευματική ζωή εννοούμε τη ζωή του Αγίου Πνεύματος ως κοινής άκτιστης φυσικής ενέργειας του Τριαδικού Θεού.
Αυτή ακριβώς η άκτιστη ζωή του ίδιου του Θεού, όταν γίνεται και δική μας ζωή τότε μπορούμε να μιλάμε κυριολεκτικά για αγιοπνευματική ζωή μέσα μας. Συγκεκριμένα μιλάμε για τη μέθεξη της ίδιας της Θεότητας από τον άνθρωπο χαρισματικώς. Αυτός ο άνθρωπος είναι και λέγεται πνευματικός άνθρωπος γιατί έχει εμπλουτισθεί σωματικώς και ψυχικώς με το ίδιο το Πνεύμα του Θεού, με την άκτιστη, δηλαδή, φυσική ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Είναι ο άνθρωπος, που έχει οικειωθεί το Πνεύμα του Θεού, το οποίο ενώθηκε χαρισματικώς μ’ αυτόν και ενεργεί φυσικώς σ’ αυτόν υπό σαφείς όμως και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σ’ αυτές θα αναφερθούμε στη συνέχεια, ενώ παράλληλα θα μιλήσουμε αναλυτικότερα για τον χαρακτήρα και την ταυτότητα της αγιοπνευματικής ζωής.
Το πνεύμα του Θεού στον άνθρωπο τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους ανθρώπους, τόσο στις σκέψεις και στους λόγους όσο και στις ενέργειες και στα έργα του ενώ παραμένει, κατά τα άλλα, όμοιος με τους συνανθρώπους του, σε κάθε εποχή. Η αγιοπνευματική ζωή ως Αγιοτριαδική είναι άκτιστη ζωή και παρέχεται χαρισματικώς μόνο μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν μπορεί κανείς δηλαδή να την εντοπίσει σε καμιά άλλη θρησκεία ή στους ετερόδοξους, αιρετικούς δηλαδή χριστιανούς. Αυτοί άλλωστε δεν μιλούν καθόλου για μετοχή της άκτιστης ζωής ενώ χαρακτηρίζουν σαφώς την θεία Χάρη, που παρέχει αυτήν την αγιοπνευματική ζωή, ως κτιστή, ως δημιούργημα, ως κτίσμα δηλαδή. Έτσι μας βεβαιώνουν οι ίδιοι ότι δεν έχουν προσωπική βιωματική εμπειρία της άκτιστης αυτής θεοποιού ενέργειας του ενός Τριαδικού Θεού.
Η αγιοπνευματική ζωή έχει ορισμένες θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι κατ’ αρχήν μυστηριακές, παρέχονται δηλαδή μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Δεν εξαρτώνται καθόλου από το δικό μας ποιόν και αποκτώνται αμέσως με την ένταξή μας στην Εκκλησία. Συγκεκριμένα, αμέσως μόλις γινόμαστε μέλη του μυστηριακού σώματος του Χριστού, με το βάπτισμα, μόλις ερχόμαστε στην εν Χριστώ ύπαρξη, δεχόμαστε το Άγιο Μύρο ή Χρίσμα. Το Χρίσμα μας παρέχει χαρισματικώς το Πνεύμα του Κυρίου μας, την άκτιστη δηλαδή και θεοποιό ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που έρχεται και εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στην ύπαρξή μας. Από τότε ο άνθρωπος, ως πιστός και οργανικό μέλος του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας δηλαδή, έχει εμπλουτισθεί με την άκτιστη αυτή ενέργεια και έχει καταστεί χαρισματικός και πραγματικός άνθρωπος· επειδή έχει ένα και το αυτό πνεύμα με το Χριστό. Στο εξής έχει μέσα του εκτός από την κτιστή ανθρώπινη ενέργειά του και την θεία και άκτιστη θεοποιό ενέργεια, όχι βέβαια φυσικώς αλλά χαρισματικώς.
Όπως γνωρίζουμε ο σκοπός της ενανθρωπήσεως του Θεού ήταν να ενώσει στο πρόσωπο του Θεού Λόγου την ανθρώπινη φύση υποστατικά, ώστε στο εξής να παραμένει αιωνίως χαρισματικά ενωμένος με τον Θεό ο κάθε άνθρωπος, που θα εντάσσεται στο μυστηριακό σώμα του Θεανθρώπου Χριστού. Και επειδή κατά την θεία Αποκάλυψη δεν υπάρχει άλλο όνομα εκτός του Χριστού, εν ω δει ημάς σωθήναι (Πράξ, 4, 12), είναι προφανές και αδιάψευστο ότι δεν μπορεί κανείς να γεύεται τον καρπό της σωτηρίας, που νοείται ως αγιοπνευματική ζωή, εάν μη μείνη εν τη αμπέλω (Ιωάν. 15, 4), οργανικά δηλαδή εξαρτημένος από το Χριστό διά της Εκκλησίας.
Η ίδρυση της Εκκλησίας από το Χριστό διά της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματός Του την Πεντηκοστή και η προσωπική Πεντηκοστή του κάθε πιστού με το θείο Μύρο, βιωμένη εν πάση αισθήσει στον παρόντα κόσμο εντός της Εκκλησίας, πιστοποιούν κατά τον πιο εμπειρικό και αδιάψευστο τρόπο την αγιοπνευματική ζωή των πιστών σ’ όλες τις εποχές και ιδιαίτερα στην εποχή μας διά πολλών και εμφανών σημείων. Οι πιστοί, με την αγιοπνευματική ζωή τους, επιβεβαιώνουν το λόγο του Χριστού στους μαθητές Του, ότι το Πνεύμα της αληθείας ο κόσμος ου δύναται λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό ουδέ γινώσκει αυτό· υμείς γινώσκετε αυτό, ότι παρ’ υμίν μένει και εν υμίν εσται (Ιωάν. 14, 17).
Κατά συνέπεια, όταν κάποια θρησκευτική κοινότητα δεν έχει μυστήρια, και δεν έχει μυστήρια όταν δεν είναι Εκκλησία, δεν μπορεί να παρέχει αυτήν την αγιοπνευματική ζωή, για την οποία τώρα μιλάμε· και τούτο επειδή η αγιοπνευματική ζωή δεν αποτελεί επίτευγμα του ανθρώπου, δεν αποτελεί δηλαδή επίτευγμα των κτιστών δυνατοτήτων του, αλλά άκτιστη δωρεά του Τριαδικού Θεού που παρέχεται εκ Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι Αγίω. Ο πιστός που έχει ενεργό αγιοπνευματική ζωή κυριαρχείται σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του, από την παρουσία του Πνεύματος του Κυρίου του. Γιατί ο Χριστός υπάρχει και ζει μέσα μας διά του Πνεύματός Του. Ο Χριστός διά του Πνεύματός Του γίνεται εν πάσι πρωτεύων (Κολ., 1, 18) μόνο στα ενεργά μέλη του μυστηριακού σώματός Του· στα ενεργά δηλαδή μέλη της Εκκλησίας. Τούτο πρακτικώς σημαίνει ότι ο Χριστός διά του Πνεύματός Του, κυριαρχεί στη σκέψη, στο λόγο και στα έργα αυτού του πιστού. Η Βασιλεία του Θεού, η οποία ταυτίζεται με την αγιοπνευματική ζωή στην καθαρότερη φανέρωσή της είναι εκείνη που κυριαρχεί σε όλες τις εκδηλώσεις του πιστού, στο πλαίσιο της Εκκλησίας. Σ’ αυτή την περίπτωση ο πιστός βασιλεύεται, κυριαρχείται δηλαδή από το Πνεύμα του Χριστού. Η αγιοπνευματική ζωή κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ(Κολ. 3, 3), μας πληροφορεί ο απόστολος Παύλος. Τούτο σημαίνει ότι δεν είναι φανερή εξωτερικώς, γίνεται όμως ενεργός και φανερή σ’ εκείνους, που έχουν την ανάλογη δεκτικότητα, έχουν δηλαδή πνευματικά αισθητήρια υγιή, γυμνασμένα και καθαρά.
Όλα εκείνα, τα οποία υποσχέθηκε και πραγματοποίησε ο Χριστός στους μαθητές Του συνεχίζονται και πραγματοποιούνται ανά τους αιώνες και φυσικά και στην εποχή μας. Συγκεκριμένα, ο Χριστός είπε στους μαθητές πριν τη Σταύρωσή Του, ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν (Ιωάν. 14, 21)· εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιησόμεθα (Ιωάν. 14, 23). Και συνεχίζει, τα άκρως σημαντικά: ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον ο πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν (Ιωάν. 14, 26). Στο χωρίο αυτό γίνεται εμφανέστατος ο Τριαδικός χαρακτήρας της αγιοπνευματικής ζωής του πιστού, που συνδέεται άρρηκτα με την Θεοφάνεια του Τριαδικού Θεού, η οποία προσεγγίζεται και βιώνεται αγαπητικά διά του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι.
Αυτή ακριβώς η αγιοπνευματική κατάσταση είναι η εν ημίν ενεργός Βασιλεία του Τριαδικού Θεού, κατά τη βίωση της οποίας ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα μας διδάσκει τα πάντα.  Όλα, δηλαδή, όσα αφορούν την αλήθεια, που είναι ο Χριστός ως πρόσωπο και ως σκοπός όλων των πραγμάτων του ορατού και του αόρατου κόσμου. Το ίδιο αυτό Πνεύμα της Αληθείας μάς υπενθυμίζει όλα όσα δίδαξε και αποκάλυψε ο Χριστός στους μαθητές Του, κατά την τριετή δημόσια δράση και θεία Οικονομία Του.
Αν όμως αυτή είναι η ταυτότητα της αγιοπνευματικής ζωής και αυτές είναι οι μυστηριακές προϋποθέσεις της, που παρέχονται σ’ όλους τους πιστούς εξίσου, αμέσως μετά την χαρισματική εκ Πνεύματος Αγίου αναγέννησή τους, γεννάται το εύλογο ερώτημα: γιατί αυτή η εν ημίν άκτιστη Βασιλεία του Θεού, αυτή η άκτιστη δωρεά της αγιοπνευματικής ζωής, δεν είναι αισθητή και βιούμενη στους περισσότερους από τους ορθόδοξους πιστούς; Μήπως υπάρχουν και άλλες προϋποθέσεις για την αισθητή βίωσή της; Πραγματικά· υπάρχει και μία άλλη θεμελιώδης προϋπόθεση για τη διατήρηση και φανέρωση της αγιοπνευματικής ζωής. Αυτή είναι η συνειδητή, ελεύθερη και αγαπητική συγκατάθεση του ανθρώπου στην άκτιστη δωρεά του Θεού. Εδώ πρόκειται για την ανθρώπινη συνεργία που συνίσταται ουσιαστικά μόνον στην ελεύθερη αποδοχή της προσφοράς του Θεού· συνίσταται στο υπομείναι την χάριν και μη προδούναι τον θησαυρόν (Περί της εν Χριστώ ζωής, Λόγος Α’, PG 150.501Β), όπως θα πει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας.
Ο πιστός υφίσταται, πάσχει δηλαδή αυτήν την αγιοπνευματική ζωή ως υπέρ φύσιν ούσαν, κατά χάριν (Κεφάλαια περί αγάπης, 1,75, PG 90, 1206C), κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Δεν την πραγματώνει ο ίδιος ούτε και μπορεί να την αυξήσει, γιατί ως θεία καθεαυτήν είναι ανεπίδεκτη αυξήσεως. Ο βαθμός φανερώσεώς της απλώς συνδέεται άρρηκτα με τον βαθμό της αγαπητικής σχέσεως του πιστού με τον χορηγό της άκτιστης αυτής ζωής.
Και τώρα φτάσαμε στο πνευματικό κλειδί της βιώσεως και φανερώσεως της αγιοπνευματικής ζωής. Στο χωρίο του Ευαγγελιστή Ιωάννη, στο οποίο προηγουμένως αναφερθήκαμε, ο Χριστός μάς πληροφορεί ότι θα εμφανίσει τον εαυτό Του και τον Πατέρα Του, εν Αγίω Πνεύματι και ότι θα εγκατασταθεί μονίμως μέσα σ’ εκείνον, ο οποίος Τον αγαπά πραγματικώς, δηλαδή τηρεί το θέλημά Του, που είναι το ίδιο το θέλημα και του Θεού Πατέρα.
Ήδη από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η αγιοπνευματική ζωή δε λειτουργεί μηχανιστικά, δηλαδή μαγικά στον πιστό. Προϋποθέτει οπωσδήποτε την ελεύθερη και ανά πάσα στιγμή αγαπητική και υπαρξιακή τοποθέτησή του απέναντι στον Τριαδικό Θεό. Κατά συνέπεια μέσα στην Εκκλησία τα πράγματα είναι απλά και τα δυσκολότερα είναι σαφώς δεδομένα από τον Θεό.
Υπάρχουν και κάποια μικρά, ως ζητούμενα, που ο λογισμός μας, με τη συνεργία του πονηρού, μας τα παρουσιάζει από μεγάλα και δύσκολα ως δυσκατόρθωτα και αδύνατα. Το πρώτο ζητούμενο, που συνδέεται με την αγιοπνευματική ζωή, είναι να επιλέξει και να έχει ισοβίως ο πιστός έναν απλανή πνευματικό οδηγό. Απλανής πνευματικός οδηγός είναι εκείνος, που έχει το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων. Ο πνευματικός αυτός μπορεί να διακρίνει σαφώς ποιοι λογισμοί ή ποιες καταστάσεις προέρχονται από τον ίδιο τον άνθρωπο και ποιες προέρχονται από τον Πονηρό ή από τον ίδιο τον Θεό. Ο πνευματικός οδηγός θα βοηθήσει τον πιστό να προσεγγίσει σωστά και να κατανοήσει με σαφήνεια την υπαρξιακή κατάστασή του. Ο πνευματικός απλώς θα τον βοηθήσει. Ο ίδιος ο Θεός διά του Παρακλήτου Πνεύματός Του θα φανερώσει στον πιστό την αλήθεια. Το Πνεύμα του Θεού έχει μια εκπληκτική συμπάθεια προς τον άνθρωπο· δεν του εμφανίζει ποτέ την εσωτερική κατάστασή του διά μιας, γιατί τότε ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην απόγνωση.
Την παρουσιάζει σταδιακά και κάθε φορά σε τέτοιο βαθμό, που παρά τους όποιους υπαρξιακούς κραδασμούς του, να μπορεί με την βοήθειά Του να τους αντέξει, ώστε να μετανοήσει σε βάθος και βαθμηδόν να καθαρίζεται, έως ότου φθάσει στο επόμενο στάδιο, που η Ασκητική Γραμματεία της Εκκλησίας μας ονομάζει «φωτισμό». Και στη συνέχεια να οδηγηθεί και πάλι, διά του Πνεύματος του Θεού, στην αιώνια και ατελεύτητη πρόοδο της κατά χάριν θεώσεώς του, πράγμα που συνιστά και τον κατ’ εξοχήν προορισμό του κάθε ανθρώπου. Η αγιοπνευματική ζωή εκπέμπεται από τον φορέα της στις συχνότητες του Θεού, οι οποίες είναι, κατά την ρήσην του π. Παϊσίου, του Γέροντα Παϊσίου, η ταπείνωση και η αγάπη, και λαμβάνεται από όσους είναι δεκτικοί στο μήνυμα του Θεού.
Το πρώτο αξιολογικά μήνυμα του Θεού σ’ εμάς, τους βαπτισμένους δηλαδή και χρισμένους, είναι να ζητούμε την ενεργοποίηση της εν ημίν Βασιλείας Του. Αυτό είναι το κατ’ εξοχήν ευάρεστο θέλημα του Θεού. Αυτό άλλωστε είναι και το κεντρικό αίτημα της Κυριακής Προσευχής, να έρθει δηλαδή η Βασιλεία του Θεού· να έρθει όχι γενικώς και αορίστως, να έρθει σε μας, να το εκφράσουμε εμείς, υπακούοντας δηλαδή στο θέλημά Του και όχι στο θέλημά μας ή στο θέλημα του οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου. Όταν εστιάζει ο πιστός με το πνευματικό βλέμμα του στο θέλημα του Θεού και όχι στο δικό του, είτε μιλά είτε κάνει οτιδήποτε, ενεργεί άμεσα μέσα του ο Θεός με το Πνεύμα Του. Τότε έχει άμεση γνώση της αλήθειας των πραγμάτων και των καταστάσεων χωρίς συλλογισμούς· δεν φτάνει δηλαδή διανοητικά, με αφαιρετική διαδικασία του νου σε αυτά τα πράγματα, αλλά απλώς του παρουσιάζονται από τον ίδιο τον Θεό και μιλά πλέον ως πραγματογνώμων πάνω σε πράγματα και όχι σε ιδέες.
Τότε γίνεται πνευματικά και άμεσα η διάγνωση των καταστάσεων με τα κεκαθαρμένα και γεγυμνασμένα πνευματικά αισθητήρια, που λειτουργούν σαν πνευματική τηλεόραση. Για έναν τέτοιο πιστό δεν έχει σημασία το αν μιλάει ή σιωπά, αλλά το γιατί ενεργεί με τον συγκεκριμένο αυτό τρόπο. Το διαρκώς ζητούμενο ταπεινώς από αυτόν είναι είτε με τον ένα είτε με τον άλλον τρόπο να ενεργεί ο ίδιος ο Θεός δι’ αυτού, όπως εκείνος θέλει, όταν θέλει και όσο θέλει. Η έντονη αγιοπνευματική ζωή προδίδει χαρισματικώς τον φορέα της. Όσο κι αν από ταπεινοφροσύνη επιχειρεί κανείς να κρυφτεί, τον φανερώνει η Χάρις του Θεού. Αν όμως εμπειρικώς γνωρίζουμε ότι η γνήσια αγιοπνευματική ζωή προδίδει τον φορέα της πολύ περισσότερο γνωρίζουμε ότι η αγιοπνευματική ζωή βιούται εν πάση αισθήσει· όλη η ψυχοσωματική ύπαρξη αυτού του πιστού είναι γεμάτη από τέτοιου είδους χαρά, ειρήνη και γλυκύτητα μέχρι μυελού των οστών και του εσώτατου βάθους του προσώπου του, που δεν μπορεί να συγκριθεί, ούτε στο ελάχιστο, με τις αντίστοιχες κοσμικές, βιολογικές ή ψυχικές εμπειρίες του ανθρώπου. Είναι χαρακτηριστική η βεβαία αίσθηση της διευρύνσεως των οντολογικών, των φυσικών δηλαδή ορίων του νου και της ψυχής, και η ενεργοποίηση των πνευματικών αισθητηρίων του, για να γίνουν χωρητικά της άκτιστης ζωής, της ενεργού δηλαδή Βασιλείας του Θεού μέσα του.
Έτσι καθίσταται ο πιστός χαρισματικός και ενεργός, υπαρξιακή χώρα του Αχώρητου Θεού.
Όταν πραγματικά θελήσει ο πιστός να ενεργήσει μέσα του η Βασιλεία του Θεού, θα πρέπει να ακυρώσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, την αυτοπεποίθησή του, να απενεργοποιήσει τη θέλησή του, ώστε να μη κατευθύνεται από το «εγώ» του, να μην είναι αυτός ο κύριός της, να την υποτάξει πλήρως και αγαπητικά στο θέλημα του Κυρίου Του· αυτό να αναζητά και αυτό να θέλει να γίνεται πάντοτε. Στην πραγματικότητα μόνον τότε εμφανίζεται να πιστεύει αληθινά στο Θεό, γιατί πρακτικώς τότε μόνο Τον εμπιστεύεται απολύτως και θέλει να κυριαρχεί μέσα του σε όλα. Αυτά δεν γίνονται πράξη όταν ο νους δεν μάθει να φεύγει όχι μόνο από το πνεύμα της πονηρίας, αλλά και από κάθε προσωπική επιθυμία, όταν δηλαδή δεν είναι σταθερά προσανατολισμένος και προσηλωμένος στην πρώτη εντολή του Δεκαλόγου. Αυτή η πνευματική εργασία είναι εξαιρετικά λεπτή και αυτό είναι το έργο της εν αισθήσει γινομένης αδιαλείπτου νοεράς προσευχής. Αν για λίγο αποστεί ο νους του ανθρώπου από τον Θεό, δεν μπορεί να είναι για τότε ενεργό σ’ αυτόν το Πνεύμα του Θεού. Επειδή τότε ο πιστός παραβιάζει την εντολή του Χριστού που λέει γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν (Ματθ., 26, 41 & Μαρκ., 14, 38). Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι ο πιστός δεν βλέπει τότε την αδυναμία και την ασθένειά του γι’ αυτό και δεν επικαλείται την θεία βοήθεια, οπότε απενεργοποιείται το πνεύμα του Θεού μέσα του. Κατά συνέπεια τότε συμβαίνει να αστοχεί και να αμαρτάνει· τότε επιβεβαιώνεται βιωματικά η ρήση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά ότι του Θεού μη ενεργούντος εν ημίν αμαρτίαι παν το παρ’ ημών γινόμενον (Ομιλία 33, PG 151,416D-417Α).
Σ’ ότι μας αφορά για την αγιοπνευματική ζωή, όλα αρχίζουν από το φρόνημά μας και συνοδεύονται μονίμως από αυτό. Το υψηλό φρόνημα που έχουμε εμποδίζει να ενεργήσει ο Θεός. Είναι κοινός τόπος στην Ασκητική Γραμματεία της Εκκλησίας μας ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ενεργό παρουσία της αγιοπνευματικής ζωής είναι το εγωκεντρικό φρόνημά μας. Όπως εύστοχα μου είπε ένας Αγιορείτης Γέροντας χαρισματούχος, δεν θέλουμε να βασιλευόμαστε από το Χριστό αλλά από το θέλημά μας. Δεν θέλουμε να Τον δεχτούμε ως κυρίαρχο στο νου, στη θέληση και στην καρδιά μας. Δεν θέλουμε να είναι Αυτός σε μας εν πάσι πρωτεύων. Γι’ αυτό ουσιαστικά δεν επιβεβαιώνονται από το Θεό με τη ζωή μας όσα λέμε ότι πιστεύουμε και αγαπάμε. Θα κριθούμε από το Χριστό, κατ’ εξοχήν εμείς, επειδή δεν επιδείξαμε αγαθή προαίρεση ώστε να επιχειρήσουμε σοβαρά να τηρήσουμε με συνέπεια το λόγο Του και να επιβεβαιώσουμε εμπειρικά την αξιοπιστία Του· ότι δηλαδή θα εμφανιστεί πραγματικά σε μας και θα ενεργεί μόνιμα μέσα μας, μαζί με τον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.
Η κατάστασή μας είναι εξαιρετικά θλιβερή επειδή στην πραγματικότητα δεν έχουμε πόθο για το Θεό και πρακτικώς δεν Τον θέλουμε στη ζωή μας. Γιατί διαφορετικά θα τηρούσαμε το θέλημά Του, αδιαφορώντας για όλα τα άλλα και για την ίδια μας τη ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση η μόνη λύση που θα μπορούσε να προτείνει κανείς για να ενεργοποιηθεί άμεσα η εν ημίν Βασιλεία του Θεού είναι να παραιτηθεί η κυβέρνηση που εκφράζει το θέλημά μας. Δύο βασιλείες με δύο κυρίαρχους δεν μπορούν να υπάρξουν μέσα μας ταυτόχρονα. Δεν μπορεί να συσταθεί και να λειτουργήσει μέσα μας μια τέτοια «Οικουμενική Κυβέρνηση». Όταν συμβαίνει πάντως να υπάρχει, γιατί υπάρχει σε ορισμένους, δεν είναι σίγουρα «Οικουμενική» αυτή η κυβέρνηση αλλά γνήσια «Οικουμενιστική», δηλαδή Συγκρητιστική. Η ενεργοποίηση της αγιοπνευματικής ζωής προϋποθέτει οπωσδήποτε την απενεργοποίηση του ιδίου θελήματος και της συνεπαγόμενης κυβερνήσεώς μας. Προϋποθέτει δηλαδή την ταπείνωση του φρονήματος που εκφράζει πρακτικώς με την υποταγή του θελήματός μας στο θέλημα του Θεού, κατά το πρότυπο των δύο θελημάτων του Θεανθρώπου Χριστού· στο Χριστό δηλαδή έχουμε πλήρως το ανθρώπινο θέλημα και το θείο θέλημα. Κι αυτό το έδειξε ο Χριστός στην επίγεια ζωή Του, όπως έδειξε και στην κορυφαία εκείνη στιγμή ενώπιον του θανάτου Του, δηλαδή στη Γεθσημανή, ότι το θέλημα το ανθρώπινο και φυσικό ήταν να μη θέλει να πεθάνει. Και αυτό μην σας φαίνεται περίεργο· δεν πρόκειται για κάποια δειλία. Ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας του ανθρώπου, της αποστασίας του απ’ το Θεό. Αφού λοιπόν ο Χριστός δεν είχε καμία σχέση απολύτως με την αμαρτία, δεν όφειλε να πεθάνει! Ήταν τελείως παράλογο το να πεθάνει, όχι ένας απλός αθώος αλλά που δεν είχε καμία σχέση με αυτό που λέγεται θάνατος. Ήταν επομένως φυσικό αυτό το θέλημα και αναμάρτητο αυτό το θέλημα και λογικό αυτό το θέλημα, να μην πεθάνει. Όμως, για την δική μας σωτηρία και κατά το θέλημα του Πατέρα, το οποίο ήτανε και θέλημα δικό Του ως Υιού του Θεού, και θέλημα του Αγίου Πνεύματος, έπρεπε να παραιτηθεί εκουσίως και αγαπητικώς από αυτό το θέλημα το άγιο, το φυσικό, το να μη θέλει να πεθάνει.
Και βλέπουμε λοιπόν εκεί να παραιτείται από αυτό το θέλημα για να γίνει το θέλημα της Τρισηλίου Θεότητας. Γι’ αυτό είπα ότι δεν είναι απλώς να παραιτηθούμε από το κακό θέλημά μας· από κάθε θέλημα. Και επειδή όλα τα έχουμε βαφτίσει, όταν είναι δικά μας θελήματα, ως καλά επειδή προϋποθέτουμε ότι εμείς είμαστε καλοί κι ας μην έχουμε το κάλλος του Θεού κι ας μην έχουμε σχέση με τον Θεό, γι’ αυτό είναι πολύ ασφαλές για τον καθένα μας να παραιτηθεί από κάθε θέλημα δικό του και να ζητά να μάθει ποιο είναι το θέλημα του Θεού και σ’ αυτό και μόνον να κάνει υπακοή. Σε κανέναν δεν κάνουμε υπακοή στην Εκκλησία, παρά μόνον στον Χριστό· όποιος κι αν είναι αυτός, ο οποίος μεσολαβήσει και μας πει να κάνουμε το θέλημα, κάποιο θέλημα, αυτό πρέπει  να το ανακρίνουμε επειδή εμείς είμαστε βαφτισμένοι, είμαστε λογικά πρόβατα. Έχουμε την αναφορά μας στην κεφαλή. Βεβαίως η Εκκλησία δεν έχει είδη, είναι ιεραρχημένη, έχουμε ποιμένες, οι οποίοι έχουν αυτή την ευθύνη να μας καθοδηγούν στην αλήθεια, και ιδιαίτερα ο Επίσκοπος, να έχει, να κατέχεται από το Πνεύμα της Αληθείας, δηλαδή από το Άγιο Πνεύμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε Επίσκοπος κατευθύνει σ’ αυτήν την κατεύθυνση γι’ αυτό και έχουμε Επισκόπους, Αρχιεπισκόπους και Πατριάρχες αιρετικούς. Τι σημαίνει αυτό; Πώς καταλάβαμε ότι είναι αιρετικοί; Γιατί είχαν ενεργό οι άλλοι μέσα τους -λαϊκοί, κληρικοί, δεν έχει σημασία- το Άγιο Πνεύμα.
Έτσι λοιπόν πρέπει να έχουμε κριτήρια, με τα οποία να ανακρίνουμε, και πρέπει να έχουμε αυτήν την πνευματική ωριμότητα, ό,τι ακούμε, από τον οποιονδήποτε, απ’ το παιδί μας, απ’ τη γυναίκα μας, απ’ τον προϊστάμενό μας, απ’ τους γονείς μας, από τους κληρικούς μας, από τους οποιουσδήποτε, απ’ τους πολιτικούς μας άρχοντες, πρέπει να ανακρίνουμε αν αυτά είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Για να τα ανακρίνουμε όμως πρέπει να έχουμε κριτήρια. Τα κριτήρια είναι το ίδιο το θέλημα του Θεού, το οποίο πρέπει να το γνωρίζουμε. Για να το γνωρίζουμε όμως και πρέπει να έχουμε την μελέτη την πνευματική, και πρέπει να έχουμε την μυστηριακή ζωή, και πρέπει, κυρίως, να απομπαζωθούμε, να βγούνε δηλαδή εκείνα τα μπάζα, που έλεγε ο π. Παΐσιος, που δεν επιτρέπουν αυτήν την χάρη, αυτήν την θεότητα, την οποίαν λάβαμε στο Άγιον Χρίσμα· κι αυτό μπορούμε να το κάνουμε διά της μετανοίας. Τότε θα βλέπουμε! Αν έχουμε πνευματικό οδηγό μπορεί να μας βοηθήσει να το βλέπουμε ευκρινέστερα. Αλλά υπακούουμε μόνον στον Χριστό. Όχι αυθαιρέτως ο καθένας «εγώ νομίζω ότι…»· αυτό είναι καθαρά προτεσταντικό! Πάντοτε εν ταπεινώσει. Αλλά εγώ τώρα μιλώ για την ευθύνη του πιστού, ως λογικού προβάτου, να ανακρίνει αυτά που ακούει και να μην τα καταπίνει αμάσητα. Και μετά να κρίνει αν είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Γιατί ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος λέει, ότι και άγγελος εξ ουρανού να έλθει και να σας πει αντίθετα από αυτά που σας είπα, διαφορετικά από αυτά που σας είπα, να μη τον ακούσετε· και εγώ ο ίδιος να έρθω και να σας πω αντίθετα, ανάθεμα να είμαι! Βλέπετε πόσο ευθύνη μας δίνει, στον καθένα μας, για αυτό το οποίο πιστεύουμε για τον τρόπο της ζωής μας;
Αρχίζουμε κατά το πλείστον όμως εμείς στρεβλά την προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική μας ζωή, ζητώντας έμμεσα ή άμεσα, ήπια ή ζωηρά να στήσουμε, έστω και φιλτραρισμένα, τη βασιλεία του δικού μας θελήματος. Και όπως είναι φυσικό αποτυγχάνουμε. Η κατάστασή μας αυτή είναι αναστρέψιμη. Έχουμε την πικρή αλλά χρήσιμη πείρα της αποτυχίας μας. Η μετάνοιά μας είναι ο μονόδρομος που οδηγεί στην εν ημίν Βασιλεία του Θεού και το ταπεινωμένο από την οδυνηρή πείρα φρόνημά μας θα γίνει ο απαραίτητος κωδικός, το pin για την ενεργοποίηση της αγιοπνευματικής ζωής. Αυτό το φρόνημα είχαν και οι μεγαλύτεροι αμαρτωλοί, τους οποίους μνημονεύει ο ίδιος ο Χριστός ως προαγωγούς της Βασιλείας Του. Αυτούς τουλάχιστον μπορούμε και πρέπει να τους μιμηθούμε· γι’ αυτό άλλωστε και μας τους πρόβαλλε ο Χριστός, για να μη φτάσουμε στην απόγνωση και την παραίτηση από την εκζήτηση της ενεργοποιήσεως της εν ημίν Βασιλείας Του. Μπορούμε να κάνουμε την έσχατη ανάγκη φιλότιμο, για να αξιοποιήσουμε και την παρούσα ζωή μας ως χρόνο πρόγευσης της μέλλουσας, αιωνίου Βασιλείας, που δεν είναι απλώς εγγύς, αλλά πολύ εγγύς· είναι ήδη μέσα μας, κατά την ρήση του ίδιου του Χριστού, η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν (Λουκ., 17, 21). Αξίζει να την ενεργοποιήσουμε γιατί μόνον έτσι θα ευαρεστήσουμε στο Θεό και μόνον έτσι θα δοξάζεται ο Θεός δι’ ημών, επειδή πρακτικώς Αυτός θα ενεργεί δι’ ημών ακτίστως, και Αυτού θα είναι η αγιοπνευματική εν Χριστώ ζωή μας. Αμέσως μόλις ταπεινωθούμε, ζητώντας μόνον αυτή τη Βασιλεία ενεργό μέσα μας, όλα τα άλλα τα βιοτικά θα μας τα διασφαλίσει ο Χριστός, ως τεκμήρια της αξιοπιστίας των λόγων του: ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν (Ματθ., 6, 33).
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.
Απομαγνητοφώνηση: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

Η ΝΕΑ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΜΕΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ



Αρχιμ. Κυρίλλου

Ας δούμε ποιο περιεχόμενο δίνει  ο Απ. Παύλος στην νέα πνευματική  ζωή των χριστιανών, και πώς αυτή επηρεάζει τις σχέσεις τους με τους άλλους σε προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο, όπως περιγράφεται στην προς Κολοσσαείς επιστολή, 3,1-4,6: ”ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστίν εν δεξιά του Θεού καθήμενος. Τα άνω άνω φρονείτε, μη τα επί της γης. Απεθάνετε γαρ και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ. Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη”.
Ο πιστός που ακολουθεί συνειδητά τον Χριστό δεν μπορεί στην ζωή του να επηρεάζεται από τις αντιλήψεις του κόσμου, τα διάφορα φιλοσοφικά, ιδεολογικά και ηθικά ρεύματα , αφού οι χριστιανοί έχουν θέσει κέντρο και άξονα της ζωής τους τον Χριστό.  Γι’ αυτούς όλα τα προηγούμενα έχουν πεθάνει. Τώρα πλέον ζουν και αναπνέουν θα λέγαμε για τον Χριστό, ο οποίος βρίσκεται πλέον αναληφθείς εν δόξη στα δεξιά του Θεού Πατρός. Το φρόνημα, οι σκέψεις, η διάθεση των χριστιανών οφείλουν να είναι στραμμένα στον ουρανό, όπου βρίσκεται ο δοξασμένος Χριστός. Η καινούργια ζωή των χριστιανών αρχίζει με το βάπτισμα και βιώνεται ως πραγματικότητα και πίστη μέσα από την ζωή της Εκκλησίας, βιώνεται συν Χριστώ και εντός της Εκκλησίας, κάτι που για τους πολλούς τους εκτός Εκκλησίας αποτελεί κάτι παράδοξο, μυστηριακό, ίσως και μία κρυμμένη πνευματικότητα ακατανόητη για τους κοσμικούς. Η ταπεινή ζωή των χριστιανών θα φανερωθεί πως στην πραγματικότητα αποτελεί μία μεγαλειώδη και ένδοξη επιλογή τρόπου ζωής, που πρόκειται να φανερωθεί σε όλες της τις διαστάσεις όταν ο Χριστός φανερωθή στην Δευτέρα Παρουσία ως ένδοξος Βασιλιάς και Κριτής του κόσμου. Εδώ ο Παύλος θέλει να στρέψει την σκέψη των χριστιανών των Κολοσσών στα έσχατα και να τους ενδυναμώσει στην πίστη ότι οι τωρινές αντιλήψεις του κόσμου που μπορεί να φαίνονται ελκυστικές, δεν έχουν τίποτε από την δόξα και την λάμψη της μέλλουσας παρουσίας του Χριστού όπου τότε όλοι οι άνθρωποι θα αντιληφθούν το μεγαλείο της πίστης, και θα καταλάβουν γιατί οι χριστιανοί έχουν επιλέξει να ζουν έτσι, μέσα στον κόσμο αλλά αποξενωμένοι από τις κοσμοθεωρίες και τις αντιλήψεις του κοσμικού τρόπου ζωής, του σύντομου και περιορισμένου που δεν έχει καμία αξία εμπρός στην ζωή της αιωνιότητας που υπόσχεται ο Χριστός.
”Νεκρώσατε ουν τα μέλη τα επί της γης, πορνείαν ακαθαρσίαν πάθος επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία, δι’ ά έρχεται η οργή του Θεού [επί τους υιούς της απειθίας]. Εν οις και υμείς περιεπατήσατέ ποτε, ότε εζήτε εν τούτοις. Νυνί δε απόθεσθε και υμείς τα πάντα, οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών. Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν, όπου ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν Χριστός”
Στην νέα κατάσταση που βρίσκεται ο πιστός, ο οποίος νεκρώθηκε ως προς τον παλαιό τρόπο ζωής και αναγεννήθηκε σε μία νέα ζωή με τον Χριστό αφ’ ότου βαπτίσθηκε, δεν μπορεί πλέον να έχει σχέση με την αμαρτία. Σε αυτό ο Παύλος είναι ξεκάθαρος., και για να το τονίσει χρησιμοποιεί μία σειρά από προστακτικές: νεκρώσατε, αποθέσθε, μη ψεύδεσθε. Θέλει να τονίσει την επιτακτικότητα και την αναγκαιότητα ο πιστός που εντός Εκκλησίας ήδη γεύεται τα αγαθά της βασιλείας του Θεού ζώντας μία συνειδητή και μυστηριακή εκκλησιαστική ζωή σε ενότητα με τον Χριστό και τα άλλα μέλη της Εκκλησίας, να αγωνισθεί σκληρά ώστε να μην παρασυρθεί από την επίδραση που τυχόν εξασκεί πάνω του η ενθύμιση των αμαρτωλών συνηθειών του κόσμου, και επιστρέψει στην παλιά του ζωή. Αφού στον Σταυρό ο Χριστός νίκησε τις δυνάμεις του κακού και της αμαρτίας για να προσφέρει στον άνθρωπο την σωτηρία, ο πιστός προτρέπεται να ζει κατά Χριστόν, μία ζωή καθαρή, αγνή, χωρίς αμαρτία για να επιτύχει την σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός και να μην χάσει την σωστή πορεία.
Και σε άλλες επιστολές ο Παύλος επισημαίνει την υποχρέωση του πιστού για συνεχή αγώνα κατά της αμαρτίας. Λ.χ. στην Ρωμαίους 6,2 και 12-13 γράφει: ”απεθάνομεν τη αμαρτία…μη ουν βασιλευέτω η αμαρτία εν τω θνητώ υμών σώματι εις το υπακούειν ταις επιθυμίαις αυτού, μηδέ παριστάνετε τα μέλη υμών όπλα αδικίας τη αμαρτία”– πρβλ. Α’ Κορ. 5,7, Β’ Κορ. 5,17, Γαλ. 5,13-16, Εφες. 4,22-24. Στους Κολοσσαείς ο Παύλος συνιστά να δείξουν έμπρακτα με την ηθική τους διαγωγή την νέα εν Χριστώ ζωή: ”νεκρώσατε τα μέλη σας επί της γης, κάθε πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή και πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρεία”. Οι χριστιανοί ως μέλη του σώματος του Χριστού και της Εκκλησίας οφείλουν να νεκρώσουν τα σωματικά τους μέλη, δηλ. όλες τις σωματικές εκδηλώσεις που φανερώνουν τον ”παλαιό άνθρωπο” της αμαρτίας. Ο Παύλος ακολούθως δηλώνει ποιες είναι οι αμαρτίες αυτές, πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή, πλεονεξία.  Η πορνεία και η ακαθαρσία δηλώνουν την ανηθικότητα που προέρχεται από την παράνομη σχέση δύο ανθρώπων. Οι συχνές αναφορές του Απ. Παύλου καθώς και των άλλων συγγραφέων της Κ.Δ. σε αυτές τις αμαρτωλές εκδηλώσεις δικαιολογείται από την υπερβολική έκλυση των ηθών του ειδωλολατρικού κόσμου, έναντι του οποίου τονίζεται με έμφαση το περιεχόμενο της νέας εν Χριστώ ζωής, μίας νέας ζωής ηθικής αγνότητας και συνεχούς εξαγιασμού.  Με την λέξη πάθος δηλώνονται οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που καθιστούν τον άνθρωπο εξαρτημένο και δούλο της αμαρτίας. Η έκφραση ” επιθυμία κακή” σημαίνει κάθε επιθυμία που κατευθύνεται από την αμαρτία και οδηγεί σε ανυπακοή και απομάκρυνση από τον Θεό (πρβλ. Γαλ. 5,16, ”επιθυμία σαρκός”). Τέλος, η πλεονεξία που ταυτίζεται με την ειδωλολατρία , αφού απομακρύνει την καρδιά του ανθρώπου από τον Θεό και την οδηγεί σε ψεύτικα υποκατάστατα, σε υλικά αποκτήματα και απολαύσεις που δίνουν την ψευδαίσθηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, ενώ η μόνη αληθινή ευτυχία και ασφάλεια είναι η πίστη στον Θεό και η χριστιανική ζωή.
Οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που αναφέρει ο Παύλος επιφέρουν την οργή του Θεού ‘επί τους υιούς της απειθείας”, σε όσους εξακολουθούν να μην υπακούουν και να τηρούν τον νόμο του Θεού, που  αργά ή γρήγορα  θα επέλθει. Ο Παύλος υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι και αυτοί ακολουθούσαν τον ίδιο αμαρτωλό τρόπο ζωής, πριν γνωρίζουν και πιστεύσουν στον Χριστό (στ. 7 ”εν οις και υμείς περιπατήσατέ ποτε, ότε εζήτε εν τούτοις”).  Παράλληλα όμως κάνει την σύγκριση με τον πρότερο αμαρτωλό τρόπο ζωής σε σχέση με την ”νυν” κατάσταση της νέας εν Χριστώ ζωής που έχει αφήσει πίσω της τις κακές συνήθειες: ” απόθεσθε και υμείς τα πάντα”, δηλ. ”οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών”.
Μέσα στην εκκλησία και σε πνευματικά αναγεννημένους πιστούς δεν ταιριάζουν τέτοιες συμπεριφορές, κακία, δηλ. η πονηρή και κακοπροαίρετη συμπεριφορά, βλασφημία, δηλ. η ψευδής κακολογία, και η αισχρολογία του στόματος που εκφέρει άσεμνους και πονηρούς λόγους. Προπάντων δεν είναι δυνατόν να υπάρχει σε ανθρώπους που βρήκαν την αλήθεια της πίστεως, να υπάρχει το ψεύδος: ”μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν”.  Η ριζική αλλαγή και μεταμόρφωση που επέρχεται στην ζωή του πιστού μετά το βάπτισμα και την χριστιανική ζωή τονίζεται πολύ παραστατικά με την εικόνα του ανθρώπου που αποδύεται, βγάζει από πάνω του σαν παλαιό ένδυμα κάθε αμαρτωλή συμπεριφορά του παρελθόντος, και ενδύεται μία νέα ζωή, καινούργια, στην οποία τον έχει καλέσει ο Χριστός. Σε αυτήν την νέα ζωή της πίστεως υπό την επίδραση της θείας χάριτος ο ”καινός άνθρωπος” (Εφεσ. 4,2) κυριαρχείται από το πνεύμα του Θεού και όχι από την επιθυμία της σαρκός. Ο αναγεννημένος πιστός, ”ο έσω ημών άνθρωπος ανακαινούται ημέρα και ημέρα” (Β’ Κορ. 4,16), καθώς βιώνει την εν Χριστώ αγιοπνευματική ζωή, ώστε κάθε μέρα που περνάει να μεταμορφώνεται ολόκληρος, να διαπλάθεται ο χαρακτήρας, η διάνοια, οι πράξεις σύμφωνα με το πρότυπο του Χριστού, να ανακαλύπτει την χαμένη ”κατ’ εικόνα” διάσταση της αρχικής δημιουργίας των πρωτοπλάστων στον Παράδεισο.
Η πορεία του ανθρώπου να πλησιάσει και να μιμηθεί τον Χριστό σε όλες τις εκδηλώσεις του βίου του σημαίνει την πνευματική προσπάθεια να αναγεννηθεί ριζικά ο άνθρωπος ώστε να φθάσει σε πλήρη επίγνωση του θελήματος του Θεού, να ζει καθημερινά την ζωή του ευαγγελίου, σε αντίθεση με τον παλαιό άνθρωπο, που μην έχοντας γνωρίσει τον Χριστό ζούσε στην πλάνη και το σκοτάδι της αμαρτίας ( ”μηκέτι υμάς περιπατείν καθώς και τα έθνη περιπατεί εν ματαιότητι του νοός αυτών, εσκοτισμένοι τη διανοία..διά την άγνοιαν την ούσαν εν αυτοίς”– Εφες. 4,17-18).
Μέσα στην νέα πραγματικότητα της χριστιανικής πίστεως καταργούνται κάθε είδους κοσμικές, εθνικές, κοινωνικές και φυλετικές διακρίσεις. Διότι υπάρχει ένας ισχυρός σύνδεσμος που ενώνει όλους τους ανθρώπους, ανώτερος από κάθε άλλο ανθρώπινο ενοποιητικό παράγοντα, και αυτός είναι ο Χριστός. Μέσα στην Εκκλησία δεν διακρίνονται ελεύθεροι ή δούλοι, Έλληνες ή Ιουδαίοι, πολιτισμένοι ή βάρβαροι. Οι κοινωνικές διακρίσεις είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και της  αδικίας , ενώ η χάρη του Θεού δίνει νέο νόημα και αξία στις ανθρώπινες σχέσεις, καταργώντας τις διακρίσεις. Η κοινή και καινή-νέα πίστη ενώνει όλους τους χριστιανούς που ζουν απελευθερωμένοι εσωτερικά και πνευματικά από τις διακρίσεις που επιβάλλουν οι κοινωνικοί κανόνες. ”ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού” (Γαλ. 5,27-28).  Η παρουσία του Χριστού στην ζωή των πιστών είναι κυρίαρχη και καταλυτική, ώστε η ιδιότητα του χριστιανού να υπερβαίνει κάθε κοσμική ή κοινωνική προέλευση.
Η συμπεριφορά του αναγεννημένου  εν Χριστώ ανθρώπου ( 3,12-17).
   ”Ενδύσασθε ουν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμού χρηστότητα ταπεινοφροσύνην πραϋτητα μακροθυμίαν, ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν, καθώς και ο Κύριος εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς. Επί πάσιν δε τούτοις την αγάπην, ό εστιν σύνδεσμος της τελειότητος. Και η ειρήνη του Χριστού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ήν και εκλήθητε εν ενί σώματι, και ευχάριστοι γίνεσθε. Ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως, εν πάση σοφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς, ψαλμοίς ύμνοις ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες εν ταις καρδίαις υμών τω Θεώ. Και παν ό,τι εάν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ Πατρί δι’ Αυτού”.
Σε αυτούς τους στίχους ο Παύλος περιγράφει τις εκδηλώσεις στην συμπεριφορά του αναγεννημένου πιστού. Οι χριστιανοί αποτελούν τον νέο Ισραήλ, τον νέο εκλεκτό λαό του Θεού, που ζουν με αγιότητα χωρισμένοι από την διαφθορά του κόσμου και είναι ιδιαιτέρως αγαπητοί και προσφιλείς στον Κύριο. Έχουν καταστεί εκλεκτοί του Θεού από θεία αγάπη με σκοπό να καθαγιασθούν και να εξαγνισθούν. Έχοντας ενδυθεί τον Χριστό, έχουν αποβάλλει τις εκδηλώσεις του παλαιού ανθρώπου της αμαρτίας και διακρίνονται από τις εξής αρετές, σπλάγχνα οικτιρμού, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία.
Στην Κ.Δ. με τις λέξεις  σπλάγχνα οικτιρμών και χρηστότητα χαρακτηρίζεται η στάση του Θεού προς τον άνθρωπο, η άπειρη ευσπλαχνία και η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Έτσι με τις αρετές αυτές που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζουν τον Θεό, ο Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς να ομοιάσουν στον Κύριο και να αναπτύξουν θεοφιλείς αρετές και συμπεριφορές. Ως προς τις αρετές της ταπεινοφροσύνης, της πραότητος και της μακροθυμίας, αυτές προσιδιάζουν στον Χριστό απόλυτα. Ο Χριστός αποτελεί το πρότυπο της άκρας ταπεινοφροσύνης, που ”εκκένωσε” τον εαυτό Του λαμβάνοντας ανθρώπινη μορφή, όπως περιγράφεται στην Φιλιπ. 2,6 κ.ε. , ο Οποίος σε όλη Του την επίγεια ζωή υπήρξε πράος, ήπιος στην συμπεριφορά, και μακρόθυμος, υπομονετικός δηλ. και χωρίς εκρήξεις θυμού ή οργής σε κάθε ενοχλητική ή εχθρική ενέργεια του πλησίον μας. Όσον αφορά την ταπεινοφροσύνη, ο Παύλος μας δίνει μία ωραία περιγραφή που ταυτοχρόνως συνιστά αναίρεση κάθε εγωισμού: ”τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντες εαυτών, μη τα εαυτών έκαστος σκοπούντες, αλλά τα ετέρων έκαστοι” (Φιλιπ. 2,3-4). Είναι φανερό για τον Παύλο ότι ο χριστιανός οφείλει να καλλιεργήσει αρετές και συμπεριφορές που να φανερώνουν ότι ζει για τον Χριστό, το παράδειγμα του Οποίου ακολουθεί καθημερινά ως γνήσιος μαθητής του Κυρίου.
Ο Απ. Παύλος σε συνέχεια της πραότητος και της μακροθυμίας που πρέπει να διακρίνει την ζωή του αναγεννημένου πιστού, τις συνδυάζει με την ανοχή και την συγχωρητικότητα, λέγοντας ότι ”ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν. Καθώς και ο Κύριος εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς” (στιχ. 13).  Η συγχωρητικότητα και η ανεκτικότητα αποτελούν εκδηλώσεις αγάπης των χριστιανών που αγκαλιάζουν όλους τους ανθρώπους κατά το πρότυπο συγχωρητικότητας του Χριστού. Μάλιστα το μέτρο των αρετών αυτών συνδυάζεται με το τον βαθμό της αγάπης και της συγχώρησης που επιδεικνύει ο Κύριος προς εμάς: ”εν ώ …έχομεν την άφεσιν των αμαρτιών”, Κολ. 1,4). Για να υπάρχουν ειρηνικές και ομαλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, και πρωτίστως μεταξύ των πιστών μελών της Εκκλησίας, οι πνευματικοί χριστιανοί οφείλουν να συγχωρούν τα παραπτώματα και τα σφάλματα των άλλων για να βρουν και οι ίδιοι χάρη και συγχώρηση από τον Χριστό.
Το κορυφαίο γνώρισμα του νέου ανθρώπου είναι να εκδηλώνει αγάπη: ”επί πάσιν δε τούτοις  την αγάπην, ό εστίν σύνδεσμος της τελειότητος”, στιχ. 14). Η αγάπη αποτελεί γνώρισμα πνευματικής τελειότητας και ολοκληρωμένης προσωπικότητας των αναγεννημένων εν Χριστώ πιστών. Όλες τις αρετές τις ενοποιεί μεταξύ και τις συνδέει η αρετή η αγάπης, η οποία αποτελεί και σημείο ενότητας της Εκκλησίας, που συνενώνει τους πιστούς και υπερβαίνει διαιρέσεις και διχογνωμίες. Η αγάπη έχει την δύναμη να ξεπερνά εμπόδια και δυσκολίες μεγάλες.
Όποιος απέκτησε την χριστιανική αγάπη, έχει προχωρήσει πνευματικά, και αισθάνεται την θεία χάρη να τον επισκιάζει και να τον πλημμυρίζει. Η ειρήνη του Χριστού αποτελεί κάλεσμα- κλήση προσωπική για κάθε πιστό, αλλά και προσωπική επιβράβευση για τον πνευματικό αγώνα που καταβάλλει κάθε πιστός ώστε να μπορέσει να διαμορφώσει τον χαρακτήρα του ”κατά το μέτρον της ηλικίας Χριστού”. Το αποτέλεσμα της πίστεως είναι η ειρήνευση της καρδιάς και η αίσθηση της πνευματικής γαλήνης που νοιώθει ο πιστός όταν ζει μαζί με τον Χριστό, μακριά από τα πάθη και τις κακίες που αποτελούν αιτίες αναστατώσεως και ψυχικής ταραχής. ”Και η ειρήνη του Χριστού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ήν και εκλήθητε εν ενί σώματι, και ευχάριστοι γίνεσθε”(στιχ. 15). Ας προσέξουμε τον λόγο του Παύλου, η ειρήνη έρχεται όχι μόνον στον καθένα ατομικά, αλλά επιτυγχάνεται μέσα στο ενωμένο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού, με την βοήθεια της θείας χάριτος, και δεν προέρχεται από τις δικές μας ατελείς προσπάθειες, αλλά χαρίζεται ως βραβείο πνευματικό από τον Κύριο της ειρήνης (Β’ Θες. 3,16), που με το αίμα Του στον Σταυρό συμφιλίωσε και αποκατέστησε σχέσεις ειρηνικές του ανθρώπου με τον Θεό. Ας το προσέξουμε, η όποια πνευματική πρόοδος στην καλλιέργεια των αρετών προϋποθέτει συμμετοχή στα μυστήρια και την ζωή της Εκκλησίας, και η εκδήλωση της νέας αναγεννημένης προσωπικότητας φανερώνεται στις σχέσεις μας με τον πλησίον, με τους άλλους πιστούς και με τον κόσμον όλον.
Με τα παραπάνω σχετίζεται και ο ακόλουθος στίχος 16: ”ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως, εν πάση σοφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς, ψαλμοίς ύμνοις ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες εν ταις καρδίαιις υμών τω Θεώ”. Ο λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο, πρέπει για κάθε χριστιανό να κατέχει σημαντική θέση στην καρδιά και την ζωή του, να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής του και σταθερό διδάσκαλο  στα πρακτικά ζητήματα της καθημερινής συμπεριφοράς, οδηγό σοφίας που κατευθύνει τον άνθρωπο στην χριστιανική του ολοκλήρωση και τελείωση ( πρβλ. 1,28 ” διδάσκοντες πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ”).
Η ζωή του αναγεννημένου πιστού ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη και χαρά για τις μεγάλες πνευματικές δωρεές του Χριστού, ώστε να αισθάνεται μία διαρκή επιθυμία να υμνεί τον Κύριο με ψαλμούς και ύμνους εκκλησιαστικούς αλλά και με την εσωτερική πνευματική προσευχή. Όλη η χριστιανική ζωή οφείλει να είναι διαρκής ευχαριστία και προσευχή στον Κύριο, σύμφωνα με την προτροπή του Παύλου: ”και παν ό,τι εάν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ Πατρί δι’ Αυτού” -στιχ. 17).
Πως δίνει νέο πνευματικό νόημα στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή ο  αναγεννημένος πιστός (3,18-4,1).
”Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε τοις ανδράσιν ως ανήκεν εν Κυρίω. Οι άνδρες, αγαπάτε τας γυναίκας και μη πικραίνεσθε προς αυτάς. Τα τέκνα, υπακούετε τοις γονεύσιν κατά πάντα, τούτο γαρ ευάρεστον εστιν εν Κυρίω. Οι γονείς, μη ερεθίζετε τα τέκνα υμών, ίνα μη αθυμώσιν.
Οι δούλοι, υπακούετε κατά πάντα τοις κατά σάρκα κυρίοις, μη εν οφθαλμοδουλία ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ’ εν απλότητι καρδίας φοβούμενοι τον κύριον. Ό εάν ποιήτε, εκ ψυχής εργάζεσθε ως τω Κυρίω και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι από Κυρίου απολήμψεσθε την ανταπόδοσιν της κληρονομίας, τω Κυρίω Χριστώ δουλεύετε. Ο γαρ αδικών κομίσεται ό ηδίκησεν, και ουκ έστιν προσωπολημψία. Οι κύριοι, το δίκαιον και την ισότητα τοις δούλοις παρέχεσθε, ειδότες ότι και υμείς έχετε Κύριον εν ουρανώ”.
Η σχέση του πιστού με τον Χριστό αντανακλάται στο πεδίο των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων, όχι όπως τις εννοεί ο κόσμος, αλλά μέσα στην νέα αναγεννημένη πραγματικότητα που ζει ο πιστός. Οι σχέσεις των χριστιανών μέσα στην κοινωνία θεμελιώνονται στο θέλημα του Χριστού και αποτελούν μία ευκαιρία να επιδείξουν έμπρακτα την πίστη στον Κύριο και την χριστιανική αγάπη. Το πρότυπο κάθε διαπροσωπικής σχέσης είναι η πίστη στον Κύριο. Με βάση το σκεπτικό αυτό ο Παύλος προτρέπει τους πιστούς να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα υπακοής και αγάπης. Με αυτό το πνεύμα ορίζει οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άνδρες, όχι όπως το ορίζουν οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής του που θεωρούσαν την γυναίκα κατώτερη του άνδρα, αλλά ως δείγμα υπακοής στον Κύριο, όπως δηλ. αρμόζει στο θέλημα του Κυρίου που δημιούργησε ως ”κεφαλή γυναικός ο ανήρ…γυνή δε δόξα ανδρός εστίν. Ου γαρ εστιν ανήρ εκ γυναικός, αλλά γυνή εξ ανδρός” (Α’ Κορ. 11,3-9). Να σημειώσουμε ότι η υποταγή της γυναίκας στον άνδρα δεν είναι αυθαίρετη, αλλά προϋποθέτει και ανάλογη συμπεριφορά του άνδρα, που οφείλει να εκλαμβάνει την στάση της γυναίκας όχι ως τυφλή υποταγή στην ανδρική αυθαιρεσία, αλλά ως συμπεριφορά που απορρέει από την χριστιανική της πίστη. Όπως ο Χριστός είναι κεφαλή της Εκκλησίας και φροντίζει αυτήν, έτσι και στην μικρή κατ’ οίκον εκκλησία, την οικογένεια, ο άνδρας ως κεφαλή της οφείλει να διευθετεί τα πράγματα με πνεύμα αγάπης και ειρήνης, να μην πικραίνει με λόγια ή εκδηλώσεις θυμού την γυναίκα.
Αλλά και οι σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τίθενται στο νέο πλαίσιο ζωής εν Κυρίω. Η υπακοή των παιδιών οφείλει να έχει ως πρότυπο της τέλεια υπακοή που επέδειξε ο Κύριος στο θέλημα του Θεού Πατρός. Με την σειρά τους οι  γονείς με πνεύμα αγάπης να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά χωρίς να τα εξοργίζουν ή να τα απογοητεύουν.
Ο Απ. Παύλος βλέπει συνολικά το πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων να καθορίζεται από την χριστιανική αγάπη που εξασφαλίζει την οικογενειακή γαλήνη  και την συναισθηματική ηρεμία των μελών της. Στην νέα πνευματική κατάσταση που ζει ο πιστός όλη του η ζωή και οι διαπροσωπικές του σχέσεις αναμορφώνονται εν Κυρίω και γίνονται νέα κτίση, νέα κοινωνία. Μέσα στην χριστιανική ζωή οι υπάρχουσες κοινωνικές δομές και διακρίσεις  δεν αναπαράγονται, αλλά ανα-μορφώνονται και συμμορφώνονται με τελικό κριτήριο την σχέση κάθε πιστού με τον Χριστό, ”ως εν Κυρίω”.
Στην συνέχεια ο Παύλος δίνει οδηγίες για τις εργασιακές σχέσεις. Αναφέρεται βέβαια σε δούλους αναγνωρίζοντας μία κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Σήμερα θα λέγαμε ότι οι συμβουλές του Παύλου απευθύνονται σε εργαζομένους με εξαρτημένη μορφή εργασίας, μισθωτούς ή υπαλλήλους. Η παρεχόμενη εργασία πρέπει να είναι ειλικρινής και ανυπόκριτη, δηλ. χωρίς ψεύτικη προσφορά ή όπως την χαρακτηρίζει ο Παύλος ως ”οφθαλμοδουλεία”, δηλ. να φαίνεται ότι ο εργάτης δουλεύει όχι πραγματικά αλλά ”για τα μάτια”, ίσα για να τον βλέπει το αφεντικό και να φαίνονται καλοί (ανθρωπάρεσκοι). Όπως η πίστη στον Χριστό προϋποθέτει μία σχέση γνήσια και αληθινή, έτσι και οι εργαζόμενοι οφείλουν να δουλεύουν στους κυρίους τους με ειλικρίνεια χωρίς να τους εξαπατούν και να τους ζημιώνουν. Και αν το αφεντικό τους αδικεί, ο Κύριος που όλα τα βλέπει θα του καταλογίσει την άδικη αυτή συμπεριφορά και θα του ανταποδώσει ό,τι αξίζει σε κάθε εργοδότη άδικο και εκμεταλλευτή. [ βεβαίως, ο Απ. Παύλος όταν γράφει έχει υπ’ όψιν του το θεσμό της δουλείας και κατά κανένα τρόπο δεν θέλει να παρερμηνευθεί η διδασκαλία του ως κοινωνικά ανατρεπτική, ίσως διότι κάποιοι από τους δούλους που είχαν πιστεύσει παρεξηγούσαν την έννοια της εν Χριστώ ελευθερίας που ο Παύλος εννοούσε με την πνευματική έννοια, δηλ. την ελευθερία από τα πάθη και τις κακίες, και νόμιζαν ότι μιλούσε για άμεση απελευθέρωση των δούλων. Ίσως κάποιοι δούλοι να είχαν  δραπετεύσει από τους κυρίους τους, όπως λ.χ. ο Ονήσιμος. ].
Αλλά και για τους κυρίους, τους εργοδότες , ο Παύλος έχει μία προτροπή, να συμπεριφέρονται στους εργάτες τους δίκαια και ισότιμα. Αυτό σημαίνει να σέβονται τα εργασιακά τους δικαιώματα, και να μην κάνουν άδικες διακρίσεις σε θέματα αμοιβών.
Ένα γενικότερο σχόλιο που θα μπορούσαμε να κάνουμε να κάνουμε είναι ότι ο Παύλος θέλει να δείξει στους χριστιανούς ότι στις διαπροσωπικές και κοινωνικές τους σχέσεις πρέπει να επικρατεί πνεύμα αμοιβαιότητας και αγάπης,, καθώς όλοι έχουν υποχρεώσεις και αντίστοιχα δικαιώματα. Οι κάθε είδους σχέσεις των ανθρώπων  θεωρούνται υπό την οπτική της εν Κυρίω πίστεως και ζωής. Οι χριστιανοί, ως μέλη της Εκκλησίας, του σώματος του Χριστού, οφείλουν οι μεταξύ τους σχέσεις να καθορίζονται από το θέλημα του Θεού, όπως αυτό φανερώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού.
Τελικές παραινέσεις για την προσευχή και την προσεκτική συμπεριφορά των χριστιανών προς τους εκτός εκκλησίας κοσμικούς ανθρώπους (4,2-6).
            ”Τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία, προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ο Θεός ανοίξη ημίν θύραν του λόγου λαλήσαι το μυστήριον του Χριστού, δι’ ό και δέδεμαι, ίνα φανερώσω αυτό ως δει με λαλήσαι. Εν σοφία περιπατείτε προς τους έξω τον καιρόν εξαγοραζόμενοι. Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πως δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι”.
            Τελειώνοντας την επιστολή προς τους Κολοσσαείς ο Παύλος θέλει να επισημάνει στους αναγνώστες του την σπουδαιότητα της προσευχής στην πνευματική ζωή κάθε χριστιανού, που οφείλει να επιμένει, να προσκαρτερεί στην προσευχή για να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα, σε εγρήγορση, να αντιμετωπίσει κάθε πειρασμό και δοκιμασία. Η προσευχή πρέπει να συνοδεύεται από ευχαριστία στον Θεό με διάθεση ευγνωμοσύνης για την μεγάλη δωρεά του Θεού στην ζωή μας, την  σταυρική θυσία του Υιού Του που μας χαρίζει την άφεση των αμαρτιών και μας ανοίγει μία νέα ζωή απολυτρώσεως και συμφιλιώσεως με τον Θεό.
Ο Απ. Παύλος επισημαίνει και μία άλλη διάσταση της προσευχής που πολλοί χριστιανοί δυστυχώς ξεχνούν ή παραλείπουν. Ο Παύλος ζητάει τις προσευχές των άλλων χριστιανών ώστε ο Κύριος να ανοίξει δρόμους για την διάδοση της αλήθειας του Ευαγγελίου. Η προσευχή μας πρέπει να είναι ιεραποστολική. Να προσευχόμαστε ώστε η χριστιανική πίστη να διαδοθεί και σε άλλους λαούς και άλλες χώρες, να παρακαλούμε τον Θεό να στηρίζει τις προσπάθειες και το έργο των ορθοδόξων ιεραποστολών σε όλες τις ηπείρους και να ενδυναμώνει τους εργάτες του Κυρίου στον αγρό της ιεραποστολής. Οφείλουμε επίσης να προσευχόμαστε ώστε ο Κύριος να αναδεικνύει πολλούς κήρυκες του Ευαγγελίου, χριστιανούς με ιεραποστολικό πνεύμα που να βοηθήσουν στην διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος όχι μόνον σε μακρινές χώρες, αλλά και στην ίδια την πατρίδα μας, όπου υπάρχει μεγάλη ανάγκη επανευαγγελισμού των κατ’ όνομα χριστιανών, που ζουν τυπικά, αδιάφορα, ή ακόμη χειρότερα μακριά από τον Χριστό και την Εκκλησία.
Κάθε χριστιανός έχει υποχρέωση να δίνει μαρτυρία της πίστης του στους συνανθρώπους του, που δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν πνευματικά ενδιαφέροντα και αναζητήσεις. Η ζωή μας οφείλει να είναι προσεκτική και υποδειγματική, να περπατούμε με σοφία και προσοχή ώστε οι εκτός εκκλησίας, οι κοσμικοί άνθρωποι να μην σκανδαλίζονται από την συμπεριφορά μας. Αντιθέτως, με την χριστιανική μας διαγωγή θα έχουμε την δυνατότητα να αξιοποιήσουμε κάθε ευκαιρία που θα μας δοθεί στον χώρο του σχολείου, του πανεπιστημίου, της εργασίας, στο λεωφορείο, στον δρόμο, να μιλήσουμε για την πίστη μας , για τον Χριστό, με τέτοιο τρόπο ώστε αυτά τα οποία θα λέμε να υποστηρίζονται από το έμπρακτο παράδειγμα της καθημερινής μας ζωής. Δεν μπορούμε λ.χ. να μιλάμε για αγάπη και καλοσύνη και εμείς  οι ίδιοι να είμαστε γεμάτοι κακία και εχθρικότητα προς τους άλλους. Η μαρτυρία μας τότε δεν είναι αληθινή, γνήσια, αυθεντική.
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως, και το επισημαίνει ο Παύλος, είναι ο τρόπος που θα μιλήσουμε στους άλλους για τον Χριστό ή θα απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους. Πολλοί από ζήλο και ενθουσιασμό μιλούν απόλυτα, με ύφος πνευματικής υπεροψίας, κατηγορώντας ή απογοητεύοντας τους άλλους ανθρώπους (τους άθεους, τους ακούς, τους αμαρτωλούς κ.ο.κ.) που πιθανώς δεν έχουν την δική μας τύχη να ζούν μέσα στην Εκκλησία ή να έχουν μεγαλώσει σε κατάλληλο οικογενειακό, χριστιανικό και πνευματικό περιβάλλον. Ο Απ. Παύλος μας συμβουλεύει σε αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος μας να είναι ευχάριστος ( εν χάριτι) νόστιμος (άλατι ηρτυμένος) και απαλλαγμένος από κάθε ασχήμια , και οι συμπεριφορές και οι απαντήσεις που δίνουμε να είναι φρόνιμες, συνετές, και στην κατάλληλη ευκαιρία(”καιρόν”).
Οφείλουμε λοιπόν να γνωρίζουμε βαθιά την πίστη μας, να την βιώνουμε ως εμπειρία καθημερινή μέσα από τα μυστήρια και την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και προ παντός, να ζούμε ως συνειδητοί και γνήσιοι χριστιανοί, πνευματικά αναγεννημένοι ώστε η χριστιανική μας μαρτυρία στους άλλους να είναι αληθινή, αυθεντική. Έτσι, θα είμαστε ”έτοιμοι δε αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος μετά πραϋτητος και φόβου” (‘Α΄ Πετρ. 3,15). Και που ξέρουμε, ίσως ο Κύριος μας δώσει έτσι την ευκαιρία να κερδίσουμε κάποια ψυχή για τον Χριστό. ‘‘γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών” (Ιακ. 5,20).
 
 
Ας δούμε ποιο περιεχόμενο δίνει  ο Απ. Παύλος στην νέα πνευματική  ζωή των χριστιανών, και πώς αυτή επηρεάζει τις σχέσεις τους με τους άλλους σε προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο, όπως περιγράφεται στην προς Κολοσσαείς επιστολή, 3,1-4,6: ”ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστίν εν δεξιά του Θεού καθήμενος. Τα άνω άνω φρονείτε, μη τα επί της γης. Απεθάνετε γαρ και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ. Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη”.
Ο πιστός που ακολουθεί συνειδητά τον Χριστό δεν μπορεί στην ζωή του να επηρεάζεται από τις αντιλήψεις του κόσμου, τα διάφορα φιλοσοφικά, ιδεολογικά και ηθικά ρεύματα , αφού οι χριστιανοί έχουν θέσει κέντρο και άξονα της ζωής τους τον Χριστό.  Γι’ αυτούς όλα τα προηγούμενα έχουν πεθάνει. Τώρα πλέον ζουν και αναπνέουν θα λέγαμε για τον Χριστό, ο οποίος βρίσκεται πλέον αναληφθείς εν δόξη στα δεξιά του Θεού Πατρός. Το φρόνημα, οι σκέψεις, η διάθεση των χριστιανών οφείλουν να είναι στραμμένα στον ουρανό, όπου βρίσκεται ο δοξασμένος Χριστός. Η καινούργια ζωή των χριστιανών αρχίζει με το βάπτισμα και βιώνεται ως πραγματικότητα και πίστη μέσα από την ζωή της Εκκλησίας, βιώνεται συν Χριστώ και εντός της Εκκλησίας, κάτι που για τους πολλούς τους εκτός Εκκλησίας αποτελεί κάτι παράδοξο, μυστηριακό, ίσως και μία κρυμμένη πνευματικότητα ακατανόητη για τους κοσμικούς. Η ταπεινή ζωή των χριστιανών θα φανερωθεί πως στην πραγματικότητα αποτελεί μία μεγαλειώδη και ένδοξη επιλογή τρόπου ζωής, που πρόκειται να φανερωθεί σε όλες της τις διαστάσεις όταν ο Χριστός φανερωθή στην Δευτέρα Παρουσία ως ένδοξος Βασιλιάς και Κριτής του κόσμου. Εδώ ο Παύλος θέλει να στρέψει την σκέψη των χριστιανών των Κολοσσών στα έσχατα και να τους ενδυναμώσει στην πίστη ότι οι τωρινές αντιλήψεις του κόσμου που μπορεί να φαίνονται ελκυστικές, δεν έχουν τίποτε από την δόξα και την λάμψη της μέλλουσας παρουσίας του Χριστού όπου τότε όλοι οι άνθρωποι θα αντιληφθούν το μεγαλείο της πίστης, και θα καταλάβουν γιατί οι χριστιανοί έχουν επιλέξει να ζουν έτσι, μέσα στον κόσμο αλλά αποξενωμένοι από τις κοσμοθεωρίες και τις αντιλήψεις του κοσμικού τρόπου ζωής, του σύντομου και περιορισμένου που δεν έχει καμία αξία εμπρός στην ζωή της αιωνιότητας που υπόσχεται ο Χριστός.
”Νεκρώσατε ουν τα μέλη τα επί της γης, πορνείαν ακαθαρσίαν πάθος επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία, δι’ ά έρχεται η οργή του Θεού [επί τους υιούς της απειθίας]. Εν οις και υμείς περιεπατήσατέ ποτε, ότε εζήτε εν τούτοις. Νυνί δε απόθεσθε και υμείς τα πάντα, οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών. Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν, όπου ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν Χριστός”
Στην νέα κατάσταση που βρίσκεται ο πιστός, ο οποίος νεκρώθηκε ως προς τον παλαιό τρόπο ζωής και αναγεννήθηκε σε μία νέα ζωή με τον Χριστό αφ’ ότου βαπτίσθηκε, δεν μπορεί πλέον να έχει σχέση με την αμαρτία. Σε αυτό ο Παύλος είναι ξεκάθαρος., και για να το τονίσει χρησιμοποιεί μία σειρά από προστακτικές: νεκρώσατε, αποθέσθε, μη ψεύδεσθε. Θέλει να τονίσει την επιτακτικότητα και την αναγκαιότητα ο πιστός που εντός Εκκλησίας ήδη γεύεται τα αγαθά της βασιλείας του Θεού ζώντας μία συνειδητή και μυστηριακή εκκλησιαστική ζωή σε ενότητα με τον Χριστό και τα άλλα μέλη της Εκκλησίας, να αγωνισθεί σκληρά ώστε να μην παρασυρθεί από την επίδραση που τυχόν εξασκεί πάνω του η ενθύμιση των αμαρτωλών συνηθειών του κόσμου, και επιστρέψει στην παλιά του ζωή. Αφού στον Σταυρό ο Χριστός νίκησε τις δυνάμεις του κακού και της αμαρτίας για να προσφέρει στον άνθρωπο την σωτηρία, ο πιστός προτρέπεται να ζει κατά Χριστόν, μία ζωή καθαρή, αγνή, χωρίς αμαρτία για να επιτύχει την σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός και να μην χάσει την σωστή πορεία.
Και σε άλλες επιστολές ο Παύλος επισημαίνει την υποχρέωση του πιστού για συνεχή αγώνα κατά της αμαρτίας. Λ.χ. στην Ρωμαίους 6,2 και 12-13 γράφει: ”απεθάνομεν τη αμαρτία…μη ουν βασιλευέτω η αμαρτία εν τω θνητώ υμών σώματι εις το υπακούειν ταις επιθυμίαις αυτού, μηδέ παριστάνετε τα μέλη υμών όπλα αδικίας τη αμαρτία”– πρβλ. Α’ Κορ. 5,7, Β’ Κορ. 5,17, Γαλ. 5,13-16, Εφες. 4,22-24. Στους Κολοσσαείς ο Παύλος συνιστά να δείξουν έμπρακτα με την ηθική τους διαγωγή την νέα εν Χριστώ ζωή: ”νεκρώσατε τα μέλη σας επί της γης, κάθε πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή και πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρεία”. Οι χριστιανοί ως μέλη του σώματος του Χριστού και της Εκκλησίας οφείλουν να νεκρώσουν τα σωματικά τους μέλη, δηλ. όλες τις σωματικές εκδηλώσεις που φανερώνουν τον ”παλαιό άνθρωπο” της αμαρτίας. Ο Παύλος ακολούθως δηλώνει ποιες είναι οι αμαρτίες αυτές, πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή, πλεονεξία.  Η πορνεία και η ακαθαρσία δηλώνουν την ανηθικότητα που προέρχεται από την παράνομη σχέση δύο ανθρώπων. Οι συχνές αναφορές του Απ. Παύλου καθώς και των άλλων συγγραφέων της Κ.Δ. σε αυτές τις αμαρτωλές εκδηλώσεις δικαιολογείται από την υπερβολική έκλυση των ηθών του ειδωλολατρικού κόσμου, έναντι του οποίου τονίζεται με έμφαση το περιεχόμενο της νέας εν Χριστώ ζωής, μίας νέας ζωής ηθικής αγνότητας και συνεχούς εξαγιασμού.  Με την λέξη πάθος δηλώνονται οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που καθιστούν τον άνθρωπο εξαρτημένο και δούλο της αμαρτίας. Η έκφραση ” επιθυμία κακή” σημαίνει κάθε επιθυμία που κατευθύνεται από την αμαρτία και οδηγεί σε ανυπακοή και απομάκρυνση από τον Θεό (πρβλ. Γαλ. 5,16, ”επιθυμία σαρκός”). Τέλος, η πλεονεξία που ταυτίζεται με την ειδωλολατρία , αφού απομακρύνει την καρδιά του ανθρώπου από τον Θεό και την οδηγεί σε ψεύτικα υποκατάστατα, σε υλικά αποκτήματα και απολαύσεις που δίνουν την ψευδαίσθηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, ενώ η μόνη αληθινή ευτυχία και ασφάλεια είναι η πίστη στον Θεό και η χριστιανική ζωή.
Οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που αναφέρει ο Παύλος επιφέρουν την οργή του Θεού ‘επί τους υιούς της απειθείας”, σε όσους εξακολουθούν να μην υπακούουν και να τηρούν τον νόμο του Θεού, που  αργά ή γρήγορα  θα επέλθει. Ο Παύλος υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι και αυτοί ακολουθούσαν τον ίδιο αμαρτωλό τρόπο ζωής, πριν γνωρίζουν και πιστεύσουν στον Χριστό (στ. 7 ”εν οις και υμείς περιπατήσατέ ποτε, ότε εζήτε εν τούτοις”).  Παράλληλα όμως κάνει την σύγκριση με τον πρότερο αμαρτωλό τρόπο ζωής σε σχέση με την ”νυν” κατάσταση της νέας εν Χριστώ ζωής που έχει αφήσει πίσω της τις κακές συνήθειες: ” απόθεσθε και υμείς τα πάντα”, δηλ. ”οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών”.
Μέσα στην εκκλησία και σε πνευματικά αναγεννημένους πιστούς δεν ταιριάζουν τέτοιες συμπεριφορές, κακία, δηλ. η πονηρή και κακοπροαίρετη συμπεριφορά, βλασφημία, δηλ. η ψευδής κακολογία, και η αισχρολογία του στόματος που εκφέρει άσεμνους και πονηρούς λόγους. Προπάντων δεν είναι δυνατόν να υπάρχει σε ανθρώπους που βρήκαν την αλήθεια της πίστεως, να υπάρχει το ψεύδος: ”μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν”.  Η ριζική αλλαγή και μεταμόρφωση που επέρχεται στην ζωή του πιστού μετά το βάπτισμα και την χριστιανική ζωή τονίζεται πολύ παραστατικά με την εικόνα του ανθρώπου που αποδύεται, βγάζει από πάνω του σαν παλαιό ένδυμα κάθε αμαρτωλή συμπεριφορά του παρελθόντος, και ενδύεται μία νέα ζωή, καινούργια, στην οποία τον έχει καλέσει ο Χριστός. Σε αυτήν την νέα ζωή της πίστεως υπό την επίδραση της θείας χάριτος ο ”καινός άνθρωπος” (Εφεσ. 4,2) κυριαρχείται από το πνεύμα του Θεού και όχι από την επιθυμία της σαρκός. Ο αναγεννημένος πιστός, ”ο έσω ημών άνθρωπος ανακαινούται ημέρα και ημέρα” (Β’ Κορ. 4,16), καθώς βιώνει την εν Χριστώ αγιοπνευματική ζωή, ώστε κάθε μέρα που περνάει να μεταμορφώνεται ολόκληρος, να διαπλάθεται ο χαρακτήρας, η διάνοια, οι πράξεις σύμφωνα με το πρότυπο του Χριστού, να ανακαλύπτει την χαμένη ”κατ’ εικόνα” διάσταση της αρχικής δημιουργίας των πρωτοπλάστων στον Παράδεισο.
Η πορεία του ανθρώπου να πλησιάσει και να μιμηθεί τον Χριστό σε όλες τις εκδηλώσεις του βίου του σημαίνει την πνευματική προσπάθεια να αναγεννηθεί ριζικά ο άνθρωπος ώστε να φθάσει σε πλήρη επίγνωση του θελήματος του Θεού, να ζει καθημερινά την ζωή του ευαγγελίου, σε αντίθεση με τον παλαιό άνθρωπο, που μην έχοντας γνωρίσει τον Χριστό ζούσε στην πλάνη και το σκοτάδι της αμαρτίας ( ”μηκέτι υμάς περιπατείν καθώς και τα έθνη περιπατεί εν ματαιότητι του νοός αυτών, εσκοτισμένοι τη διανοία..διά την άγνοιαν την ούσαν εν αυτοίς”– Εφες. 4,17-18).
Μέσα στην νέα πραγματικότητα της χριστιανικής πίστεως καταργούνται κάθε είδους κοσμικές, εθνικές, κοινωνικές και φυλετικές διακρίσεις. Διότι υπάρχει ένας ισχυρός σύνδεσμος που ενώνει όλους τους ανθρώπους, ανώτερος από κάθε άλλο ανθρώπινο ενοποιητικό παράγοντα, και αυτός είναι ο Χριστός. Μέσα στην Εκκλησία δεν διακρίνονται ελεύθεροι ή δούλοι, Έλληνες ή Ιουδαίοι, πολιτισμένοι ή βάρβαροι. Οι κοινωνικές διακρίσεις είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και της  αδικίας , ενώ η χάρη του Θεού δίνει νέο νόημα και αξία στις ανθρώπινες σχέσεις, καταργώντας τις διακρίσεις. Η κοινή και καινή-νέα πίστη ενώνει όλους τους χριστιανούς που ζουν απελευθερωμένοι εσωτερικά και πνευματικά από τις διακρίσεις που επιβάλλουν οι κοινωνικοί κανόνες. ”ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού” (Γαλ. 5,27-28).  Η παρουσία του Χριστού στην ζωή των πιστών είναι κυρίαρχη και καταλυτική, ώστε η ιδιότητα του χριστιανού να υπερβαίνει κάθε κοσμική ή κοινωνική προέλευση.
   Η συμπεριφορά του αναγεννημένου  εν Χριστώ ανθρώπου ( 3,12-17).
   ”Ενδύσασθε ουν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμού χρηστότητα ταπεινοφροσύνην πραϋτητα μακροθυμίαν, ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν, καθώς και ο Κύριος εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς. Επί πάσιν δε τούτοις την αγάπην, ό εστιν σύνδεσμος της τελειότητος. Και η ειρήνη του Χριστού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ήν και εκλήθητε εν ενί σώματι, και ευχάριστοι γίνεσθε. Ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως, εν πάση σοφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς, ψαλμοίς ύμνοις ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες εν ταις καρδίαις υμών τω Θεώ. Και παν ό,τι εάν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ Πατρί δι’ Αυτού”.
Σε αυτούς τους στίχους ο Παύλος περιγράφει τις εκδηλώσεις στην συμπεριφορά του αναγεννημένου πιστού. Οι χριστιανοί αποτελούν τον νέο Ισραήλ, τον νέο εκλεκτό λαό του Θεού, που ζουν με αγιότητα χωρισμένοι από την διαφθορά του κόσμου και είναι ιδιαιτέρως αγαπητοί και προσφιλείς στον Κύριο. Έχουν καταστεί εκλεκτοί του Θεού από θεία αγάπη με σκοπό να καθαγιασθούν και να εξαγνισθούν. Έχοντας ενδυθεί τον Χριστό, έχουν αποβάλλει τις εκδηλώσεις του παλαιού ανθρώπου της αμαρτίας και διακρίνονται από τις εξής αρετές, σπλάγχνα οικτιρμού, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία.
Στην Κ.Δ. με τις λέξεις  σπλάγχνα οικτιρμών και χρηστότητα χαρακτηρίζεται η στάση του Θεού προς τον άνθρωπο, η άπειρη ευσπλαχνία και η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Έτσι με τις αρετές αυτές που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζουν τον Θεό, ο Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς να ομοιάσουν στον Κύριο και να αναπτύξουν θεοφιλείς αρετές και συμπεριφορές. Ως προς τις αρετές της ταπεινοφροσύνης, της πραότητος και της μακροθυμίας, αυτές προσιδιάζουν στον Χριστό απόλυτα. Ο Χριστός αποτελεί το πρότυπο της άκρας ταπεινοφροσύνης, που ”εκκένωσε” τον εαυτό Του λαμβάνοντας ανθρώπινη μορφή, όπως περιγράφεται στην Φιλιπ. 2,6 κ.ε. , ο Οποίος σε όλη Του την επίγεια ζωή υπήρξε πράος, ήπιος στην συμπεριφορά, και μακρόθυμος, υπομονετικός δηλ. και χωρίς εκρήξεις θυμού ή οργής σε κάθε ενοχλητική ή εχθρική ενέργεια του πλησίον μας. Όσον αφορά την ταπεινοφροσύνη, ο Παύλος μας δίνει μία ωραία περιγραφή που ταυτοχρόνως συνιστά αναίρεση κάθε εγωισμού: ”τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντες εαυτών, μη τα εαυτών έκαστος σκοπούντες, αλλά τα ετέρων έκαστοι” (Φιλιπ. 2,3-4). Είναι φανερό για τον Παύλο ότι ο χριστιανός οφείλει να καλλιεργήσει αρετές και συμπεριφορές που να φανερώνουν ότι ζει για τον Χριστό, το παράδειγμα του Οποίου ακολουθεί καθημερινά ως γνήσιος μαθητής του Κυρίου.
Ο Απ. Παύλος σε συνέχεια της πραότητος και της μακροθυμίας που πρέπει να διακρίνει την ζωή του αναγεννημένου πιστού, τις συνδυάζει με την ανοχή και την συγχωρητικότητα, λέγοντας ότι ”ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν. Καθώς και ο Κύριος εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς” (στιχ. 13).  Η συγχωρητικότητα και η ανεκτικότητα αποτελούν εκδηλώσεις αγάπης των χριστιανών που αγκαλιάζουν όλους τους ανθρώπους κατά το πρότυπο συγχωρητικότητας του Χριστού. Μάλιστα το μέτρο των αρετών αυτών συνδυάζεται με το τον βαθμό της αγάπης και της συγχώρησης που επιδεικνύει ο Κύριος προς εμάς: ”εν ώ …έχομεν την άφεσιν των αμαρτιών”, Κολ. 1,4). Για να υπάρχουν ειρηνικές και ομαλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, και πρωτίστως μεταξύ των πιστών μελών της Εκκλησίας, οι πνευματικοί χριστιανοί οφείλουν να συγχωρούν τα παραπτώματα και τα σφάλματα των άλλων για να βρουν και οι ίδιοι χάρη και συγχώρηση από τον Χριστό.
Το κορυφαίο γνώρισμα του νέου ανθρώπου είναι να εκδηλώνει αγάπη: ”επί πάσιν δε τούτοις  την αγάπην, ό εστίν σύνδεσμος της τελειότητος”, στιχ. 14). Η αγάπη αποτελεί γνώρισμα πνευματικής τελειότητας και ολοκληρωμένης προσωπικότητας των αναγεννημένων εν Χριστώ πιστών. Όλες τις αρετές τις ενοποιεί μεταξύ και τις συνδέει η αρετή η αγάπης, η οποία αποτελεί και σημείο ενότητας της Εκκλησίας, που συνενώνει τους πιστούς και υπερβαίνει διαιρέσεις και διχογνωμίες. Η αγάπη έχει την δύναμη να ξεπερνά εμπόδια και δυσκολίες μεγάλες.
Όποιος απέκτησε την χριστιανική αγάπη, έχει προχωρήσει πνευματικά, και αισθάνεται την θεία χάρη να τον επισκιάζει και να τον πλημμυρίζει. Η ειρήνη του Χριστού αποτελεί κάλεσμα- κλήση προσωπική για κάθε πιστό, αλλά και προσωπική επιβράβευση για τον πνευματικό αγώνα που καταβάλλει κάθε πιστός ώστε να μπορέσει να διαμορφώσει τον χαρακτήρα του ”κατά το μέτρον της ηλικίας Χριστού”. Το αποτέλεσμα της πίστεως είναι η ειρήνευση της καρδιάς και η αίσθηση της πνευματικής γαλήνης που νοιώθει ο πιστός όταν ζει μαζί με τον Χριστό, μακριά από τα πάθη και τις κακίες που αποτελούν αιτίες αναστατώσεως και ψυχικής ταραχής. ”Και η ειρήνη του Χριστού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ήν και εκλήθητε εν ενί σώματι, και ευχάριστοι γίνεσθε”(στιχ. 15). Ας προσέξουμε τον λόγο του Παύλου, η ειρήνη έρχεται όχι μόνον στον καθένα ατομικά, αλλά επιτυγχάνεται μέσα στο ενωμένο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού, με την βοήθεια της θείας χάριτος, και δεν προέρχεται από τις δικές μας ατελείς προσπάθειες, αλλά χαρίζεται ως βραβείο πνευματικό από τον Κύριο της ειρήνης (Β’ Θες. 3,16), που με το αίμα Του στον Σταυρό συμφιλίωσε και αποκατέστησε σχέσεις ειρηνικές του ανθρώπου με τον Θεό. Ας το προσέξουμε, η όποια πνευματική πρόοδος στην καλλιέργεια των αρετών προϋποθέτει συμμετοχή στα μυστήρια και την ζωή της Εκκλησίας, και η εκδήλωση της νέας αναγεννημένης προσωπικότητας φανερώνεται στις σχέσεις μας με τον πλησίον, με τους άλλους πιστούς και με τον κόσμον όλον.
Με τα παραπάνω σχετίζεται και ο ακόλουθος στίχος 16: ”ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως, εν πάση σοφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς, ψαλμοίς ύμνοις ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες εν ταις καρδίαιις υμών τω Θεώ”. Ο λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο, πρέπει για κάθε χριστιανό να κατέχει σημαντική θέση στην καρδιά και την ζωή του, να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής του και σταθερό διδάσκαλο  στα πρακτικά ζητήματα της καθημερινής συμπεριφοράς, οδηγό σοφίας που κατευθύνει τον άνθρωπο στην χριστιανική του ολοκλήρωση και τελείωση ( πρβλ. 1,28 ” διδάσκοντες πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ”).
Η ζωή του αναγεννημένου πιστού ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη και χαρά για τις μεγάλες πνευματικές δωρεές του Χριστού, ώστε να αισθάνεται μία διαρκή επιθυμία να υμνεί τον Κύριο με ψαλμούς και ύμνους εκκλησιαστικούς αλλά και με την εσωτερική πνευματική προσευχή. Όλη η χριστιανική ζωή οφείλει να είναι διαρκής ευχαριστία και προσευχή στον Κύριο, σύμφωνα με την προτροπή του Παύλου: ”και παν ό,τι εάν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ Πατρί δι’ Αυτού” -στιχ. 17).
Πως δίνει νέο πνευματικό νόημα στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή ο  αναγεννημένος πιστός (3,18-4,1).
”Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε τοις ανδράσιν ως ανήκεν εν Κυρίω. Οι άνδρες, αγαπάτε τας γυναίκας και μη πικραίνεσθε προς αυτάς. Τα τέκνα, υπακούετε τοις γονεύσιν κατά πάντα, τούτο γαρ ευάρεστον εστιν εν Κυρίω. Οι γονείς, μη ερεθίζετε τα τέκνα υμών, ίνα μη αθυμώσιν.
Οι δούλοι, υπακούετε κατά πάντα τοις κατά σάρκα κυρίοις, μη εν οφθαλμοδουλία ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ’ εν απλότητι καρδίας φοβούμενοι τον κύριον. Ό εάν ποιήτε, εκ ψυχής εργάζεσθε ως τω Κυρίω και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι από Κυρίου απολήμψεσθε την ανταπόδοσιν της κληρονομίας, τω Κυρίω Χριστώ δουλεύετε. Ο γαρ αδικών κομίσεται ό ηδίκησεν, και ουκ έστιν προσωπολημψία. Οι κύριοι, το δίκαιον και την ισότητα τοις δούλοις παρέχεσθε, ειδότες ότι και υμείς έχετε Κύριον εν ουρανώ”.
Η σχέση του πιστού με τον Χριστό αντανακλάται στο πεδίο των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων, όχι όπως τις εννοεί ο κόσμος, αλλά μέσα στην νέα αναγεννημένη πραγματικότητα που ζει ο πιστός. Οι σχέσεις των χριστιανών μέσα στην κοινωνία θεμελιώνονται στο θέλημα του Χριστού και αποτελούν μία ευκαιρία να επιδείξουν έμπρακτα την πίστη στον Κύριο και την χριστιανική αγάπη. Το πρότυπο κάθε διαπροσωπικής σχέσης είναι η πίστη στον Κύριο. Με βάση το σκεπτικό αυτό ο Παύλος προτρέπει τους πιστούς να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα υπακοής και αγάπης. Με αυτό το πνεύμα ορίζει οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άνδρες, όχι όπως το ορίζουν οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής του που θεωρούσαν την γυναίκα κατώτερη του άνδρα, αλλά ως δείγμα υπακοής στον Κύριο, όπως δηλ. αρμόζει στο θέλημα του Κυρίου που δημιούργησε ως ”κεφαλή γυναικός ο ανήρ…γυνή δε δόξα ανδρός εστίν. Ου γαρ εστιν ανήρ εκ γυναικός, αλλά γυνή εξ ανδρός” (Α’ Κορ. 11,3-9). Να σημειώσουμε ότι η υποταγή της γυναίκας στον άνδρα δεν είναι αυθαίρετη, αλλά προϋποθέτει και ανάλογη συμπεριφορά του άνδρα, που οφείλει να εκλαμβάνει την στάση της γυναίκας όχι ως τυφλή υποταγή στην ανδρική αυθαιρεσία, αλλά ως συμπεριφορά που απορρέει από την χριστιανική της πίστη. Όπως ο Χριστός είναι κεφαλή της Εκκλησίας και φροντίζει αυτήν, έτσι και στην μικρή κατ’ οίκον εκκλησία, την οικογένεια, ο άνδρας ως κεφαλή της οφείλει να διευθετεί τα πράγματα με πνεύμα αγάπης και ειρήνης, να μην πικραίνει με λόγια ή εκδηλώσεις θυμού την γυναίκα.
Αλλά και οι σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τίθενται στο νέο πλαίσιο ζωής εν Κυρίω. Η υπακοή των παιδιών οφείλει να έχει ως πρότυπο της τέλεια υπακοή που επέδειξε ο Κύριος στο θέλημα του Θεού Πατρός. Με την σειρά τους οι  γονείς με πνεύμα αγάπης να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά χωρίς να τα εξοργίζουν ή να τα απογοητεύουν.
Ο Απ. Παύλος βλέπει συνολικά το πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων να καθορίζεται από την χριστιανική αγάπη που εξασφαλίζει την οικογενειακή γαλήνη  και την συναισθηματική ηρεμία των μελών της. Στην νέα πνευματική κατάσταση που ζει ο πιστός όλη του η ζωή και οι διαπροσωπικές του σχέσεις αναμορφώνονται εν Κυρίω και γίνονται νέα κτίση, νέα κοινωνία. Μέσα στην χριστιανική ζωή οι υπάρχουσες κοινωνικές δομές και διακρίσεις  δεν αναπαράγονται, αλλά ανα-μορφώνονται και συμμορφώνονται με τελικό κριτήριο την σχέση κάθε πιστού με τον Χριστό, ”ως εν Κυρίω”.
            Στην συνέχεια ο Παύλος δίνει οδηγίες για τις εργασιακές σχέσεις. Αναφέρεται βέβαια σε δούλους αναγνωρίζοντας μία κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Σήμερα θα λέγαμε ότι οι συμβουλές του Παύλου απευθύνονται σε εργαζομένους με εξαρτημένη μορφή εργασίας, μισθωτούς ή υπαλλήλους. Η παρεχόμενη εργασία πρέπει να είναι ειλικρινής και ανυπόκριτη, δηλ. χωρίς ψεύτικη προσφορά ή όπως την χαρακτηρίζει ο Παύλος ως ”οφθαλμοδουλεία”, δηλ. να φαίνεται ότι ο εργάτης δουλεύει όχι πραγματικά αλλά ”για τα μάτια”, ίσα για να τον βλέπει το αφεντικό και να φαίνονται καλοί (ανθρωπάρεσκοι). Όπως η πίστη στον Χριστό προϋποθέτει μία σχέση γνήσια και αληθινή, έτσι και οι εργαζόμενοι οφείλουν να δουλεύουν στους κυρίους τους με ειλικρίνεια χωρίς να τους εξαπατούν και να τους ζημιώνουν. Και αν το αφεντικό τους αδικεί, ο Κύριος που όλα τα βλέπει θα του καταλογίσει την άδικη αυτή συμπεριφορά και θα του ανταποδώσει ό,τι αξίζει σε κάθε εργοδότη άδικο και εκμεταλλευτή. [ βεβαίως, ο Απ. Παύλος όταν γράφει έχει υπ’ όψιν του το θεσμό της δουλείας και κατά κανένα τρόπο δεν θέλει να παρερμηνευθεί η διδασκαλία του ως κοινωνικά ανατρεπτική, ίσως διότι κάποιοι από τους δούλους που είχαν πιστεύσει παρεξηγούσαν την έννοια της εν Χριστώ ελευθερίας που ο Παύλος εννοούσε με την πνευματική έννοια, δηλ. την ελευθερία από τα πάθη και τις κακίες, και νόμιζαν ότι μιλούσε για άμεση απελευθέρωση των δούλων. Ίσως κάποιοι δούλοι να είχαν  δραπετεύσει από τους κυρίους τους, όπως λ.χ. ο Ονήσιμος. ].
            Αλλά και για τους κυρίους, τους εργοδότες , ο Παύλος έχει μία προτροπή, να συμπεριφέρονται στους εργάτες τους δίκαια και ισότιμα. Αυτό σημαίνει να σέβονται τα εργασιακά τους δικαιώματα, και να μην κάνουν άδικες διακρίσεις σε θέματα αμοιβών.
            Ένα γενικότερο σχόλιο που θα μπορούσαμε να κάνουμε να κάνουμε είναι ότι ο Παύλος θέλει να δείξει στους χριστιανούς ότι στις διαπροσωπικές και κοινωνικές τους σχέσεις πρέπει να επικρατεί πνεύμα αμοιβαιότητας και αγάπης,, καθώς όλοι έχουν υποχρεώσεις και αντίστοιχα δικαιώματα. Οι κάθε είδους σχέσεις των ανθρώπων  θεωρούνται υπό την οπτική της εν Κυρίω πίστεως και ζωής. Οι χριστιανοί, ως μέλη της Εκκλησίας, του σώματος του Χριστού, οφείλουν οι μεταξύ τους σχέσεις να καθορίζονται από το θέλημα του Θεού, όπως αυτό φανερώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού.
Τελικές παραινέσεις για την προσευχή και την προσεκτική συμπεριφορά των χριστιανών προς τους εκτός εκκλησίας κοσμικούς ανθρώπους (4,2-6).
            ”Τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία, προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ο Θεός ανοίξη ημίν θύραν του λόγου λαλήσαι το μυστήριον του Χριστού, δι’ ό και δέδεμαι, ίνα φανερώσω αυτό ως δει με λαλήσαι. Εν σοφία περιπατείτε προς τους έξω τον καιρόν εξαγοραζόμενοι. Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πως δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι”.
            Τελειώνοντας την επιστολή προς τους Κολοσσαείς ο Παύλος θέλει να επισημάνει στους αναγνώστες του την σπουδαιότητα της προσευχής στην πνευματική ζωή κάθε χριστιανού, που οφείλει να επιμένει, να προσκαρτερεί στην προσευχή για να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα, σε εγρήγορση, να αντιμετωπίσει κάθε πειρασμό και δοκιμασία. Η προσευχή πρέπει να συνοδεύεται από ευχαριστία στον Θεό με διάθεση ευγνωμοσύνης για την μεγάλη δωρεά του Θεού στην ζωή μας, την  σταυρική θυσία του Υιού Του που μας χαρίζει την άφεση των αμαρτιών και μας ανοίγει μία νέα ζωή απολυτρώσεως και συμφιλιώσεως με τον Θεό.
            Ο Απ. Παύλος επισημαίνει και μία άλλη διάσταση της προσευχής που πολλοί χριστιανοί δυστυχώς ξεχνούν ή παραλείπουν. Ο Παύλος ζητάει τις προσευχές των άλλων χριστιανών ώστε ο Κύριος να ανοίξει δρόμους για την διάδοση της αλήθειας του Ευαγγελίου. Η προσευχή μας πρέπει να είναι ιεραποστολική. Να προσευχόμαστε ώστε η χριστιανική πίστη να διαδοθεί και σε άλλους λαούς και άλλες χώρες, να παρακαλούμε τον Θεό να στηρίζει τις προσπάθειες και το έργο των ορθοδόξων ιεραποστολών σε όλες τις ηπείρους και να ενδυναμώνει τους εργάτες του Κυρίου στον αγρό της ιεραποστολής. Οφείλουμε επίσης να προσευχόμαστε ώστε ο Κύριος να αναδεικνύει πολλούς κήρυκες του Ευαγγελίου, χριστιανούς με ιεραποστολικό πνεύμα που να βοηθήσουν στην διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος όχι μόνον σε μακρινές χώρες, αλλά και στην ίδια την πατρίδα μας, όπου υπάρχει μεγάλη ανάγκη επανευαγγελισμού των κατ’ όνομα χριστιανών, που ζουν τυπικά, αδιάφορα, ή ακόμη χειρότερα μακριά από τον Χριστό και την Εκκλησία.
            Κάθε χριστιανός έχει υποχρέωση να δίνει μαρτυρία της πίστης του στους συνανθρώπους του, που δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν πνευματικά ενδιαφέροντα και αναζητήσεις. Η ζωή μας οφείλει να είναι προσεκτική και υποδειγματική, να περπατούμε με σοφία και προσοχή ώστε οι εκτός εκκλησίας, οι κοσμικοί άνθρωποι να μην σκανδαλίζονται από την συμπεριφορά μας. Αντιθέτως, με την χριστιανική μας διαγωγή θα έχουμε την δυνατότητα να αξιοποιήσουμε κάθε ευκαιρία που θα μας δοθεί στον χώρο του σχολείου, του πανεπιστημίου, της εργασίας, στο λεωφορείο, στον δρόμο, να μιλήσουμε για την πίστη μας , για τον Χριστό, με τέτοιο τρόπο ώστε αυτά τα οποία θα λέμε να υποστηρίζονται από το έμπρακτο παράδειγμα της καθημερινής μας ζωής. Δεν μπορούμε λ.χ. να μιλάμε για αγάπη και καλοσύνη και εμείς  οι ίδιοι να είμαστε γεμάτοι κακία και εχθρικότητα προς τους άλλους. Η μαρτυρία μας τότε δεν είναι αληθινή, γνήσια, αυθεντική.
            Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως, και το επισημαίνει ο Παύλος, είναι ο τρόπος που θα μιλήσουμε στους άλλους για τον Χριστό ή θα απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους. Πολλοί από ζήλο και ενθουσιασμό μιλούν απόλυτα, με ύφος πνευματικής υπεροψίας, κατηγορώντας ή απογοητεύοντας τους άλλους ανθρώπους (τους άθεους, τους ακούς, τους αμαρτωλούς κ.ο.κ.) που πιθανώς δεν έχουν την δική μας τύχη να ζούν μέσα στην Εκκλησία ή να έχουν μεγαλώσει σε κατάλληλο οικογενειακό, χριστιανικό και πνευματικό περιβάλλον. Ο Απ. Παύλος μας συμβουλεύει σε αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος μας να είναι ευχάριστος ( εν χάριτι) νόστιμος (άλατι ηρτυμένος) και απαλλαγμένος από κάθε ασχήμια , και οι συμπεριφορές και οι απαντήσεις που δίνουμε να είναι φρόνιμες, συνετές, και στην κατάλληλη ευκαιρία(”καιρόν”).
            Οφείλουμε λοιπόν να γνωρίζουμε βαθιά την πίστη μας, να την βιώνουμε ως εμπειρία καθημερινή μέσα από τα μυστήρια και την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και προ παντός, να ζούμε ως συνειδητοί και γνήσιοι χριστιανοί, πνευματικά αναγεννημένοι ώστε η χριστιανική μας μαρτυρία στους άλλους να είναι αληθινή, αυθεντική. Έτσι, θα είμαστε ”έτοιμοι δε αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος μετά πραϋτητος και φόβου” (‘Α΄ Πετρ. 3,15). Και που ξέρουμε, ίσως ο Κύριος μας δώσει έτσι την ευκαιρία να κερδίσουμε κάποια ψυχή για τον Χριστό. ‘‘γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών” (Ιακ. 5,20).