Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Ιστορία του Μοναχισμού: Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος- Η ανάβαση προς τη Θέωση

          

Φωτο:saint.gr
Φωτο:saint.gr
του Γεωργίου Φλωρόφσκυ
Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard
Ο Άγ. Ισαάκ ο Σύρος, που είναι γνωστός και ως Ισαάκ της Νινευή, ήταν στην αρχή μοναχός στη Bethabe του Κουρδιστάν. Υπάρχουν πολλά ασαφή σημεία στη βιογραφία του Αγ. Ισαάκ. Σπουδαιότατη είναι μια εξισόρηση γι’ αυτόν από το Σύρο συγγραφέα τούο ογδόου αιώνα Jesudenas στο βιβλίο του «Βιβλίο της Αγνότητας». Αυτό είναι μια συλλογή σύντομων σημειώσεων για Σύριους Αγίους και Ιδρυτές μοναστηριών. Στον αριθμό 124 ο Jesudenas μιλά για τον Άγ. Mar-Isaac, τον Επίσκοπο Νινευής, «ο οποίος εγκατέλειψε τον επισκοπικό θρόνο και έγραψε βιβλία για τη ζωή των ασκητών».
Ο Άγ. Ισαάκ ο Σύρος γεννήθηκε σε μια πόλη στα Ινδικά σύνορα. Τοποθετήθηκε Επίσκοπος στο μοναστήρι της Bethabe από τον Πατριάρχη Γεώργιο (660-680). Κάθησε μόνο πέντε μήνες στον επισκοπικό θρόνο και ύστερα έφυγε για τα βουνά του Κουρδιστάν «για να αγωνιστεί» εκεί τον πνευματικό αγώνα ανάμεσα στους ερημίτες. Αργότερα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Rabban Shapur, Εδώ μελέτησε την αγία Γραφή και έχασε την όρασή του λόγω της εντατικής μελέτης του. «Γνώριζε βαθιά τα Θεία μυστήρια και έγραψε αξιοσημείωτα έργα για τη ζωή των μοναχών». Εν τούτοις, προκάλεσε σύγχυση σε πολλούς ανθρώπους με τις απόψεις του. Πέθανε σε βαθιά γεράματα και τον έθαψαν στο μοναστήρι όπου είχε εργαστεί. Άλλες βιογραφίες στα Συριακά και Αραβικά προσθέτουν ότι ο Ισαάκ ως νέος έζησε στο μοναστήρι του Mar – Mattai κοντά στη Νινευή. Όλην αυτήν την εποχή βρισκόμαστε σ’ ένα Νεστοριανικό περιβάλλον, και εδώ ο Ισαάκ βρίσκεται κάπως μόνος του.
Δεν είναι γνωστό γιατί αυτός εγκατέλειψε τη Νινευή. Μπορεί κανείς να εικάσει ότι έφυγε λόγω διαφωνιών με τον Κλήρο της περιοχής. Έζησε απομονωμένος στο μοναστήρι, αλλά και πάλι η διδασκαλία του ήταν το ίδιο ελκυστική. Σ’ αυτήν αποκλίνει πολύ από τις παραδόσεις των Αντιοχειανών εν τούτοις, αναφέρεται στον «Εξηγητή» πάνω από μια φορά δηλαδή στον Θεόδωρο Μομψουεστίας.
Η Αλεξανδρινή επίδραση φαίνεται πιο ισχυρή σ’ αυτόν -ιδιαίτερα στην ερμηνευτική του μέθοδο. Ερμηνεύει συνήθως τις Γραφές συμβολικά, προσπαθώντας να αποκαλύψει τη βαθιά πνευματική τους σημασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ζούσε, τον αποκαλούσαν «Δεύτερο Δίδυμο».
Κατά πολλούς τρόπους ο Άγ. Ισαάκ μοιάζει με τον Αρεοπαγίτη, και αναφέρεται άμεσα στον «μέγα Διονύσιο». Αγωνίζεται για μια καθολική σύνθεση. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι από πολύ νωρίς τα έργα του αναγνωρίστηκαν από Ορθόδοξους ακόμα και Μονοφυσιτικούς κύκλους, και κυκλοφόρησαν ευρέως σ’ αυτούς. Είναι περίεργο ότι ο Άγ. Ισαάκ άσκησε μια αδιαμφισβήτητη επίδραση και στον μεταγενέστερο Μουσουλμανικό μυστικισμό.
Το ασκητικό βιβλίο του Αγ. Ισαάκ -που είναι κανονικά χωρίς κανένα ιδιαίτερο τίτλο – στα χειρόγραφα έγινε προσιτό στο Συριακό πρωτότυπο κείμενο μόνο σχετικά πρόσφατα και φαίνεται ότι δεν είναι ακόμα πλήρες. Μέχρι τότε, μόνο η Ελληνική μετάφραση ήταν γνωστή -και η Ελληνική μεταφράστηκε από την Αραβική. Μεταφράστηκε στο μοναστήρι του Αγ. Σάββα, πιθανόν τον ένατο αιώνα. Η μετάφραση είναι συχνά ανακριβής, και η ίδια η σειρά των κεφαλαίων ή τών άρθρων έχει αλλάξει.
Στο Συριακό κείμενο υπάρχει λιγότερη τάξη, περισσότερη ασυνέπεια. Αυτό είναι περισσότερο μια συλλογή αποσπασμάτων ή σκιαγραφημάτων παρά ένα ολοκληρωμένο βιβλίο. Αυτό ανταποκρίνεται στο σχέδιο του συγγραφέα — αυτός ούτε καν καταγράφει τις πνευματικές του σκέψεις, αλλά μάλλον τις υπαγορεύει. Η δύναμή τους έγκειται όχι στη λογική ανάπτυξη της σκέψεως αλλά στη λαμπρότητα των θεωριών τους και στη βαθύτητα των ενοράσεων τους. Ο Άγ. Ισαάκ έγραψε όχι τόσο για τους αρχαρίους όσο για τους τελείους. Μιλά κυρίως για το έσχατο και ύψιστο στάδιο της πνευματικής «δοκιμασίας», για τους στόχους και το τέλος της πνευματικής οδού.
Είναι δυνατόν να διακρίνει κανείς τρία στάδια ή τρεις στιγμές στην πνευματική πορεία: τη μετάνοια, την κάθαρση, την τελείωση. Μετάνοια κάποιου για τις αμαρτίες του, κάθαρση από τα πάθη του, και τελείωσή του στην αγάπη και την έκσταση. Έτσι διαιρεί ο ίδιος ο Ισαάκ την πνευματική οδό.
Η μετάνοια είναι η μητέρα της ζωής. Είναι το ύψιστο για τον άνθρωπο δώρο, η «ύψιστη χάρη», η δυνατότητα μεταστροφής και επιστροφής, η «θύρα του ελέους». Η μετάνοια είναι η «δεύτερη γέννηση από τον Θεό». Συγχρόνως αυτή δεν είναι μόνο μια στιγμή αλλά το μόνιμο θέμα της γνήσιας ζωής, γιατί κανένας δεν είναι ακόμα υπεράνω του πειρασμού, και η μετάνοια δεν μπορεί ποτέ να έχει τέλος. «Η μετάνοια πάντα αρμόζει σε όλους, αμαρτωλούς και δικαίους -σε οποίον ζητά τη σωτηρία. Και δεν υπάρχει όριο στην τελείωση, έτσι ώστε ακόμα και η τελείωση των πιο τελείων να είναι ολοσχερής ατέλεια. Γι’ αυτό, δεν υπάρχουν όρια στη μετάνοια, ούτε στο χρόνο ούτε στα έργα, ως τη στιγμή του θανάτου». Θα πρέπει κανείς πάντα «να προσέχει την ελευθερία του».
Η μετάνοια είναι ένας ορισμένος τρόμος της ψυχής προ των πυλών του παραδείσου: πώς θα περάσω αυτήν την απερίγραπτη είσοδο; Είναι ακριβώς τα δάκρυα και η μετάνοια που ανοίγουν το δρόμο στην αληθινή χαρά και παρηγοριά, «γιατί μέσα από το θρήνο φθάνει ο άνθρωπος στην πνευματική καθαρότητα». Για χάρη της μετανοίας ο μοναχός αποσύρεται σε απομόνωση, επιλέγει τη σιωπή, αποκηρύσσει τον κόσμο, αποκόπτεται από τους ανθρώπους, και αποφεύγει το πλήθος.
Σιωπή και μετάνοια συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους. Η σιωπή αποζητά την απομόνωση, και η απομόνωση είναι η ερημία της ψυχής προ του προσώπου του Θεού. «Μακάριος είναι αυτός που αποσύρεται από τον κόσμο και από το σκότος του, και ακούει μόνο τον εαυτό του».
Το να είσαι ερημίτης προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα μια εσωτερική έξοδο ή αναχώρηση από τον κόσμο. Αυτή είναι πρώτα απ’ όλα μια εσωτερική προσαρμογή της ψυχής «να απογυμνώσει κανείς τον εαυτό του και να εγκαταλείψει τον κόσμο». Ο κόσμος είναι και ένα είδος εσωτερικής πραγματικότητας. «Από την θεωρητική άποψη, ο κόσμος είναι ένα περιληπτικό όνομα που περιλαμβάνει κάθε τι που ονομάζεται “πάθος” στα πάθη». Ο κόσμος αποτελείται από πάθη, που είναι τα συνθετικά στοιχεία του. «Τα πάθη είναι μέρος της διαδοχικής πορείας του κόσμου, και όπου τα πάθη παύουν, εκεί σταματά η συνέχιση του κόσμου. Όπου τα πάθη σταματούν την πορεία τους, εκεί ο κόσμος πεθαίνει», γιατί ο άνθρωπος αφήνει τα δεσμά του κόσμου. «Για να το πούμε σύντομα, ο κόσμος είναι μια σαρκική λειτουργία και μια αντίληψη της σάρκας».
Η εγκατάλειψη του κόσμου είναι πρώτα απ’ όλα μια νέα προσαρμογή του νου. Ο κόσμος είναι παραλυσία και διάχυση, η οδός των παθών. Η αποκήρυξη του κόσμου σημαίνει αυτοσυγκέντρωση, περισυναγωγή, και αυτό πειθαρχία, δύναμη και σταθερότητα ή ευστάθεια της ψυχής. «Τα πάθη είναι κάτι πρόσθετο», κάτι δευτερεύον. Εκ φύσεως η ψυχή είναι απαθής, και σύρεται στο μέσον των παθών. Οδηγεί τον εαυτό της σ’ αυτά, και τότε «είναι έξω από τη φύση της».
Το πάθος είναι ένα είδος φρενίτιδας, η έκπτωση της ψυχής από την «αρχική τάξη» της. Τότε η ψυχή σύρεται μέσα στον κόσμο αλλά μπορεί να τον εγκαταλείψει. Για την ψυχή αυτό είναι επιστροφή στον εαυτό της -και απελευθέρωση «από τους νόμους του κόσμου», από την αναγκαιότητα του κόσμου.
Μετάνοια είναι αυτή η διαρκής έξοδος, μια μεταβολή του τρόπου σκέψεως «μετάνοια», μια νέα τοποθέτηση του νου ή της σκέψεως. Ο άνθρωπος συνδέεται με τον κόσμο διαμέσου των αισθήσεών του, διαμέσου των αισθησιακών του εντυπώσεων — όχι τόσο πολύ διαμέσου του ίδιου του σώματος όσο διαμέσου της φιληδονίας του. Η ακαθαρσία της ψυχής οφείλεται σ’ αυτήν την εξάρτησή της από τις αισθησιακές εντυπώσεις — στη ζωηρότητα των αισθησιακών εντυπώσεων βρίσκεται ο θάνατος και η θνητότητα της καρδίας. Οι αισθησιακές εικόνες τυφλώνουν την δράση της ψυχής και εμποδίζουν την ορθή αντίληψη — τα πάθη κατακαίουν τη γνώση της ψυχής.
Γι’ αυτό η κάθαρση συνίσταται στην υπερνίκηση και ακόμα στην εκμηδένιση ή στη «φυλάκιση» των αισθήσεων. Τότε είναι δυνατό να υπάρχει γνήσια, αξιόπιστη δράση. Η ψυχή αρχίζει να βλέπει καθαρά στον αληθινό κόσμο και επανευρίσκει την όρασή της μέσα σ’ αυτήν την ενόραση. Έτσι ο Άγ. Ισαάκ επαναλαμβάνει ένα Πλατωνικό θέμα. Ο κόσμος είναι μια απάτη των αισθήσεων, και η αληθινή γνώση δεν αποκτάται δια των αισθήσεων. Η αισθησιακή αντίληψη είναι μάλλον κάτι το αντίθετο προς τη φύση. «Η φυσική κατάσταση της ψυχής είναι η ‘γνώσις’ της δημιουργίας του Θεού, της αισθητής και πνευματικής. Η κίνηση της ψυχής μέσα σ’ εκείνους που ταράσσονται από πάθη είναι σε μια μη φυσική (αντι-φυσική) κατάσταση», γιατί το μόνο που είναι αληθινά αξιόπιστο είναι η γνώση της δημιουργίας στα υπαρξιακά της θεμέλια η γνώση εκείνου που υπάρχει ακριβώς ως δημιουργία του Θεού, «η πνευματική γνώση» του- δηλαδή, η θεώρηση της σοφίας του Θεού που ενεργεί μέσα στη δημιουργία, μια «αίσθηση των Θείων μυστηρίων που είναι κρυμμένα μέσα στα πράγματα και μέσα στις αιτίες τους». Μόνον η γνώση εκείνου που είναι γνήσιο μπορεί να είναι αληθινή δηλαδή, η γνώση εκείνου που είναι γνήσιο μέσα στα πράγματα, εκείνου που είναι αληθινά. Και πάλιν, αυτό είναι ένα Πλατωνικό θέμα.
Η απόρριψη του κόσμου από κάποιον κατά τη γνωστική διαδικασία σημαίνει πρώτα απ’ όλα αποτροπή της προσοχής του από κάθε τι το παροδικό και «τυχαίο» (αφύσικο) μέσα στα πράγματα, και επίγνωση των μη παροδικών. Σημαίνει εγκατάλειψη από αυτόν του ψεύτικου κόσμου και λήθη αυτών που είναι ψεύτικα, και γι’ αυτό ανεύρεση του εαυτού του. Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται η αίσθηση της «καθάρσεως». «Η σιωπή απονεκρώνει τις εσωτερικές αισθήσεις και ζωντανεύει τις εσωτερικές κινήσεις». Αυτή είναι η καθαρτική της δύναμη και σπουδαιότητα.
Η αληθινή γνώση αρχίζει με σιωπή. «Και το σιωπηλό κελί κάποιου είναι η σχισμή εκείνη στο βράχο όπου ο Κύριος μίλησε στο Μωυσή». Η γνώση έχει τα στάδια της. Το πρώτο είναι η σαρκική γνώση, «η απλή γνώση», που είναι φυλακισμένη μέσα στην ύπαρξη. Αυτό είναι ένα ψεύτικο και επικίνδυνο στάδιο, και πρέπει κανείς να το αφήσει.
Στο δεύτερο στάδιο ο άνθρωπος διακατέχεται από φυσικές επιθυμίες και αναγνωρίζει ποια είναι η πραγματική φύση της ψυχής. Αυτός τότε αντιλαμβάνεται τη σοφία και την πρόνοια μέσα στη δομή και τη φύση των πραγμάτων. Αλλά όχι αρκετά.
Μόνο στο τρίτο στάδιο ο άνθρωπος αποκτά πνευματικότητα και η γνώση του γίνεται πνευματική και υψώνεται πάνω από ό,τι είναι γήινο. «Τώρα αυτή μπορεί να υψωθεί στη χώρα των ασωμάτων όντων, να αγγίξει τα βάθη της απέραντης θάλασσας, να φανταστεί τα Θεία και θαυμαστά έργα της πρόνοιας μέσα στη φύση των όντων, αισθητών και νοητών — και να ερευνήσει τα πνευματικά μυστήρια που κατανοούνται από τη λεπτή και απλή σκέψη».
Πρέπει κανείς να θυμάται ότι όλην αυτήν την ώρα μιλούσαμε για τη γνώση του κόσμου. Υπάρχει, όμως, ακόμη ένα άλλο, ανώτερο στάδιο όπου το μέτρο της φύσεως υπερβαίνεται ο νους καθαρίζεται από την πνοή του Πνεύματος, και συναρπάζεται από τη θεωρία του Θεού. Αυτό, όμως, είναι κάτι ανώτερο, κάτι διαφορετικό, όχι μόνο «γνώσις». Αυτό είναι η αρχή της τελειώσεως. «Η κλίμακα εκείνης της βασιλείας είναι μέσα σας -είναι κρυμμένη μέσα στην ψυχή σας. Βουτίξετε βαθύτερα από την αμαρτία μέσα σας, και θα βρείτε εκεί την ανάβαση που μπορεί να σας φέρει ψηλά».
Ο Άγ. Ισαάκ μιλά επίμονα για την ελευθερία. Η ελευθερία είναι η πηγή και ένα σταυροδρόμι όπου διασταυρώνονται το καλό και το κακό. Το κακό πραγματοποιείται δια της ελευθερίας, και το καλό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατ’ άλλον τρόπο πάρα μόνο δια της ελευθερίας -δηλαδή, δια της ασκήσεως και της «δοκιμασίας». Ο ίδιος ο Θεός εργάζεται πάνω στην ψυχή «με το μυστήριο της ελευθερίας». Η ζωή του μέλλοντος αιώνος είναι η «πατρίδα της ελευθερίας». Η «δοκιμασία» είναι δυνατή μόνο δια της ελευθερίας, αλλά η ελευθερία είναι δυνατή μόνο δια της «δοκιμασίας» πραγματοποιείται και εξασφαλίζεται στη «δοκιμασία».
Η «δοκιμασία» είναι ένας αγώνας και το ανένδοτο της βουλήσεως. Ο αγώνας γίνεται ανεκτός από το Θεό για χάρη της δοκιμασίας. Κάθε αδυναμία και αναλήθεια αποκαλύπτεται με την πτώση. «Γιατί ο Θεός είναι παντοδύναμος και ισχυρότερος από τον καθένα και είναι πάντα ο νικητής μέσα στο θνητό σώμα, όταν πηγαίνει να πολεμήσει στο πλευρό των ασκητών. Και αν αυτοί νικηθούν, είναι φανερό ότι νικήθηκαν γιατί ήταν χωρίς αυτόν. Αυτό σημαίνει ότι δια της μωρίας της ισχυρογνωμοσύνης τους έχουν απεκδυθεί τον Θεό». Αυτό σημαίνει ότι ο ζήλος έφυγε απ’ αυτούς, και ότι η αποφασιστικότητα εξασθένισε. Είναι και πάλι ανάγκη να προσελκύσουν το έλεος του Θεού με ταπείνωση και αυταπάρνηση.
Η δύναμη του Θεού αποκαλύπτεται πάντοτε μόνο ύστερα από την αναζήτηση του ανθρώπου. «Αυτός ο κόσμος είναι ένας κόσμος ανταγωνισμού και αυτός ο αιώνας είναι αιώνας αγώνος». Και είναι μακάριος αυτός που δεν εξακολουθεί να κοιμάται όλο το δρόμο ως το λιμάνι του θανάτου.
Η κινητήρια δύναμη της «δοκιμασίας» είναι η προσευχή, και η προσευχή γεννά και διεγείρει την αγάπη. Ο Άγ. Ισαάκ δίνει στην προσευχή έναν ευρύτατο ορισμό: προσευχή είναι «κάθε συνομιλία που γίνεται μυστικά —εσωτερικά — και κάθε σεβασμός ενός αγαθού πνεύματος για τον Θεό, και κάθε λογισμός για τα πνευματικά». Με άλλους λόγους, είναι κάθε εμφάνιση ενώπιον του Θεού — με τη σκέψη, τα έργα, και τα λόγια.
Το χρέος της «δοκιμασίας» είναι να γίνει η προσευχή συνεχής, να προσεύχεται κανείς πάντα -δηλαδή, να βρίσκεται κανείς σε επαγρύπνηση και να εμφανίζεται συνεχώς ενώπιον του Θεού. Αυτό δίδεται από το Πνεύμα. Γι’ αυτό, η αδιάλειπτη προσευχή είναι ένα σημείο τελειότητας, και δείχνει ότι ένας άνθρωπος «έχει ανυψωθεί στο ύψος όλων των αρετών και έχει γίνει κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος». Γιατί μόνο με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος είναι δυνατή μια τέτοια σταθερότητα. Αυτό είναι το απόγειο της προσευχής, και δεν είναι σχεδόν πια προσευχή.
Η προσευχή αρχίζει με ικεσία: «υπάρχει ικεσία και ενδιαφέρον για κάτι». Αλλά πρώτα απ’ όλα αυτή είναι η κίνηση της ψυχής, ο πλήρης αγώνας της για τον Θεό σ’ αυτό βρίσκεται ο θεοκεντρισμός της προσευχής. Είναι δυνατό να πούμε ότι προσευχή είναι η θεοκεντρική οργάνωση της ψυχής. Στην αληθινή προσευχή «η σκέψη του νου κατευθύνεται μόνο προς τον Θεό — ο νους κατευθύνει προς αυτόν όλες τις κινήσεις του».
Εν τούτοις, είναι ακριβώς αυτός ο δυναμισμός ή ο τόνος τής προσευχής ο ευλαβής τόνος της ψυχής- που κρίνει το περιορισμένο της. Γιατί, «όταν ο νους είναι σε κίνηση, βρίσκεται ακόμα στην ψυχική περιοχή». Αυτό είναι ακόμα το κατώτερο, προκαταρκτικό επίπεδο — το πνευματικό επίπεδο δεν έχει ακόμα προσεγγισθεί. «Και αμέσως μόλις φθάσει κανείς στην πνευματική περιοχή, η προσευχή παύει».
Η κίνηση, η δραστηριότητα, ή η ένταση παύουν. Ανέκφραστη ειρήνη και ηρεμία εμφανίζονται. «Κάθε είδος προσευχής σταματά, κι ένα είδος θεωρίας αρχίζει και δεν προσεύχεται με προσευχή ο νους. Εντούτοις, μπορεί κανείς να αποδώσει τον όρο «προσευχή» σ’ αυτήν την ανώτερη κατάσταση, γιατί αυτή είναι ο καρπός της προσευχής και ο τελικός στόχος προς τον οποίο αγωνίζεται να φθάνει το ορμέμφυτο της ευσεβείας.
Η «προσευχή που συνοδεύεται με γονυκλισίες» -δηλαδή, μια ικετευτική προσευχή, κατά συνέπεια μια προσευχή που αγωνιά για κάτι- είναι ένα αναγκαίο πρόδρομο στάδιο της πνευματικής προσευχής. Αυτή είναι η «δοκιμασία», η αιτία της ελευθερίας. Και τότε, τα έργα του Πνεύματος αποκαλύπτονται ξαφνικά στην ψυχή. «Τα ορμέμφυτα της ψυχής, με την αυστηρή αγνότητα και καθαρότητα τους, μυούνται στα έργα του Πνεύματος. Και ένας μεταξύ πολλών τιμάται μ’ αυτό, γιατί αυτό είναι ένα μυστήριο της μελλοντικής καταστάσεως και ζωής. Γιατί η ψυχή ανυψώνεται και η φύση παραμένει ανίκανη, χωρίς καμιά ορμή ή μνήμη του εδώ και του τώρα».
Αυτό είναι ένα είδος φρενίτιδας ή αρπαγής της ψυχής, με τη δύναμη του Πνεύματος —ή εκστάσεως. Αυτό είναι «σιγή του νού» — και η «σιγή είναι το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος. Αυτό είναι η ηρεμία της θεωρίας, κι αυτή είναι πάνω από κάθε ανάγκη. Αυτό είναι η αποκάλυψη του Θεού στον καθαρό νου, και σ’ αυτήν η βασιλεία του Θεού -και ο καινός ουρανός- το φως και το Πνεύμα -προεικονίζονται». «Γιατί οι Άγιοι στον μέλλοντα αιώνα, όταν ο νους τους απορροφηθεί από το Πνεύμα, δεν θα προσεύχονται με προσευχή, αλλά θα σιωπούν έκθαμβοι μέσα σε χαρωπή δόξα. Έτσι γίνεται με μάς. Αμέσως μόλις ο νους αξιωθεί να αισθανθεί τη μέλλουσα μακαριότητα, θα λησμονήσει τον εαυτό του και κάθε τι που ανήκει στο εδώ και στο τώρα, και δεν θα έχει καμιά ορμή μέσα του για ό,τιδήποτε. Και η ελευθερία θα παραλύσει, και ο νους θα οδηγείται, αλλά δεν θα οδηγεί».
Με την ακατάληπτη ένωση της η ψυχή γίνεται όμοια με τον Θεό και φωτίζεται μ’ ένα ανώτερο φως, όπως δέχεται και ο Αρεοπαγίτης. Αλλά το δώρο δίδεται σε ανταπόδοση τής «δοκιμασίας», συνήθως κατά την ώρα της προσευχής όταν η ψυχή συναθροίζεται και συγκεντρώνεται κατ’ ιδίαν, και ετοιμάζεται να ακούσει τον Θεό, όταν ξαγρυπνά στις πύλες της βασιλείας.
Στα ύψη αυτής της εμπειρίας η συνεργία «δοκιμασίας» και δώρου, ελευθερίας και χάριτος, απλώς δεν καταργείται. Αλλά η αναζήτηση σταματά όταν ο Κύριος του οίκου έρθει.
Ο άνθρωπος αρχίζει να προσεύχεται από φόβο, και από ανάγκη, και προσεύχεται για απαλλαγή και για την προσφορά ευλογιών. Αλλά οι λέξεις αρχίζουν να σπανίζουν σε βαθμό ανάλογο προς τη «δοκιμασία». Η Θεία Πρόνοια, που αγκαλιάζει τα πάντα, γίνεται ολοφάνερη, και τα επί μέρους αιτήματα σταματούν. Ο νους προσεύχεται όχι για οποιοδήποτε επιμέρους πράγμα, αλλά παραδίνεται ολόκληρος στο θέλημα του Θεού. Συγκλονίζεται καθώς λαμβάνει πείρα της Θείας Προνοίας.
Έτσι ο νους δεν ζητά πια, αλλά περιμένει και λαχταρά να δει. «Θεώρηση είναι μια όραση του νου που καταπλήσσεται από την οικονομία του Θεού σε κάθε δυνατό πράγμα». Σ’ αυτήν τη θεώρηση το Πνεύμα αποκαλύπτει τη συνάφεια και την ολότητα του χρόνου. Ο μυστηριώδης αιώνας του μέλλοντος είναι ήδη ορατός μέσα στο ανέκφραστο φως του, και επιπλέον η παρούσα γήινη ζωή φαίνεται θαυμαστή. Η σκέψη ανατρέχει στην πρώτη δημιουργία όταν μ’ ένα αιφνίδιο πράσταγμα το κάθε τι οδηγήθηκε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη «και κάθε τι εμφανίστηκε ενώπιον του Θεού σε τέλεια κατάσταση».
Όλη η μοίρα του ανθρώπου αποκαλύπτεται ενοραματικά, και μ’ αυτήν τη σκέψη η ελπίδα ενισχύεται και ο φόβος και η δυσπιστία διασκορπίζονται. Όλη η αγωνία παύει, και κάθε επιμέρους επιθυμία σταματά. «Και δεν βλέπουν τις δυσκολίες του ταξιδιού. Δεν υπάρχουν λόφοι και ποτάμια μπροστά τους και ό,τι εξέχει στο δρόμο τους θα ισοπεδωθεί».
«Η προσοχή τους είναι ακατάπαυστα στραμμένη στον κόλπο του Πατέρα τους. Η ίδια η ελπίδα κάθε στιγμή φαίνεται να τους δείχνει το μακρινό και αόρατο, και η επιθυμία για το απόμακρο ανάβει όλη την ψυχή σαν κάποιο φως, και ό,τι απουσιάζει γίνεται με τη φαντασία σαν να είναι παρόν».
Η θεωρία της Θείας ζωής φλέγει την καρδιά και ανάβει την αγάπη μέσα της. Και η αγάπη οσφραίνεται την ευωδία της «μελλούσης αναστάσεως». «Η καρδιά καίει και φλογίζεται μέρα και νύχτα». Τότε δίνεται το δώρο των δακρύων. Αυτά είναι δάκρυα χαράς και τρυφερότητας ένα ασταμάτητο ρεύμα ακούσιων δακρύων. Αυτά δεν είναι πια δάκρυα θλίψεως, δεν είναι πια δάκρυα θρήνου, αλλά μια αφθονία δακρύων, όχι λυγμός και λύπη, αλλά δάκρυα αγάπης. «Γιατί ακόμα και η αγάπη μπορεί να προκαλέσει δάκρυα με την ανάμνηση του αγαπημένου».
Αυτά τα δάκρυα είναι ένα προαίσθημα μιας καινούριας γεννήσεως, ένα προαίσθημα και μια προαίσθηση μιας καινούριας ζωής που έχει ήδη γεννηθεί. «Και αυτό είναι ένα ακριβές τεκμήριο ότι ο νους έχει αφήσει αυτόν τον κόσμο και έχει αισθανθεί εκείνον τον πνευματικό κόσμο». Και αν ο άνθρωπος οπισθοδρομήσει κι αυτά τα δάκρυα σταματήσουν, τότε αυτό σημαίνει ότι το πρόσωπο για μια ακόμα φορά ενταφιάστηκε μέσα στα πάθη.
Η οδός της «δοκιμασίας» και της προσευχής είναι η οδός της απαρνήσεως και της αποτροπής της προσοχής από τον εξωτερικό κόσμο, η οδός της απομακρύνσεως και αποξενώσεως. Εντούτοις, με κανένα τρόπο αυτό δεν σημαίνει λησμοσύνη και αδιαφορία προς τους πλησίον μας και προς τη δημιουργία. Εντελώς το αντίθετο. Μόνο η αγάπη είναι η νόμιμη θύρα προς τη θεωρία. Χωρίς αγάπη η καρδιά κλείνεται στον εαυτό της.
Εκείνο που εννοείται εδώ δεν είναι μόνο η προς τον Θεό αγάπη, αλλά πρώτα απ’ όλα η αγάπη προς τον πλησίον με την οποία είναι δυνατό να γίνει κανείς όμοιος με τον Θεό. «Τέτοιο είναι το κριτήριο εκείνων που έχουν φθάσει την τελειότητα: «αν γίνονταν να ριφθούν στις φλόγες δέκα φορές την ημέρα από αγάπη για τους ανθρώπους, και να μην είναι ικανοποιημένοι μ’ αυτό».
Το αποκορύφωμα της αγάπης είναι η «δοκιμασία» του σταυρού. «Και οι άγιοι επιθυμούν αυτό το τεκμήριο -να μοιάσουν τον Θεό στην τελειότητα της αγάπης τους για τον πλησίον». «Αλλά αυτή η αγάπη δεν είναι εκ του κόσμου τούτου». Και τι είναι μια συγχωρούσα καρδία; Η ανάφλεξη της καρδιάς για όλη τη δημιουργία, για τους ανθρώπους, για τα πουλιά, για τα ζώα, για τους δαίμονες, και για όλα τα δημιουργήματα. Όταν τα αναλογίζεται, όταν τα ατενίζει, τα μάτια υγραίνονται από μια μεγάλη και δυνατή συμπάθεια, που τυλίγει την καρδιά. Και η καρδιά μαλακώνει, και δεν μπορεί να υποφέρει ούτε να ακούει ούτε να βλέπει ένα δημιούργημα να υφίσταται κάποια βλάβη ή τη μικρότερη λύπη. Γι’ αυτόν το λόγο προσεύχεται κάθε ώρα για τα άφωνα όντα και για τους εχθρούς της αλήθειας, προσεύχεται να σωθούν και να εξαγιασθούν. Και με μεγάλη συμπάθεια προσεύχεται η καρδιά για τη φύση ακόμα και των ερπετών. Αυτή η συμπάθεια εγείρεται μέσα στην καρδιά χωρίς μέτρο έτσι ώστε να είναι όμοια με τον Θεό σ’ αυτό. Είναι μέσα σ’ αυτήν τη συγχωρούσα αγάπη που αποκαλύπτεται η καθαρότητα. Η έκσταση του νου συνδυάζεται με το φλογερό ενθουσιασμό της καρδίας.
Η αλήθεια είναι θεωρία. «Αυτός που επικεντρώνει την δράση του νου του μέσα του βλέπει εκεί την αυγή του Πνεύματος. Αυτός που αποστρέφεται κάθε πέταγμα του νου βλέπει τον Κύριό του μέσα στην καρδιά του. Και αν είσαι καθαρός, τότε ο ουρανός θα είναι μέσα σου και μέσα σου, θα βλέπεις τους αγγέλους και το φως τους, και μαζί μ’ αυτούς και μέσα σ’ αυτούς τον Κύριο των αγγέλων», γιατί τα ουράνια μυστικά αντανακλώνται μέσα σε μια καθαρή ψυχή σαν μέσα σ’ έναν καθαρό καθρέφτη.
Αλλά κανένας δεν μπορεί να δει αυτή την εσωτερική ομορφιά αν δεν καταφρονήσει την εξωτερική ομορφιά, αν δεν αποστραφεί και δεν αποκόψει τα πάθη του υπό τον ορατό κόσμο. Υπάρχουν δυο στάδια στις Θείες αποκαλύψεις. Πρώτον, υπάρχουν οράσεις αποκάλυψης σε εικόνες αισθητές δράσεις, σαν την Καιόμενη Βάτο, ή πνευματικές δράσεις, σαν την Κλίμακα του Ιακώβ. Κάποτε αυτές έρχονται μέσα στην έκσταση του Πνεύματος, όπως συνέβη με τον Απόστολο Παύλο. Τέτοιες είναι οι ενοράσεις των Προφητών, και η σοφία για την οποία μίλα ο Απόστολος στα χωρία Κολοσσ. 1:9 και Εφεσίους 1:17-19. Και τέλος υπάρχουν προφητικά όνειρα.
Στα χαρακτηριστικά αυτών των αποκαλύψεων ο Άγ. Ισαάκ παραθέτει φανερά από τον Θεόδωρο Μομψουεστίας -βλέπε τις εξηγήσεις του Θεοδώρου στις Πράξεις των Αποστόλων και στον Ιώβ. Όλες αυτές οι αποκαλύψεις έχουν παιδαγωγική σημασία, και δεν περιέχουν ακριβή γνώση και αλήθεια. Αυτές είναι απλώς σημεία και σύμβολα που φαίνονται ως χωριστή έμπνευση.
Δεύτερον, υπάρχουν αποκαλύψεις του νου. Αυτές δεν έχουν εικόνες, είναι πάνω από κάθε εικόνα ή λόγο, και είναι ανεπαρκείς για να καταλάβουμε. Τέτοιες είναι ακριβώς οι ευσεβείς θεωρίες. «Δεν υπάρχει κανένα άμεσο ή κατάλληλο όνομα για αντικείμενα του μέλλοντος αιώνος. Μόνο μια ορισμένη απλή γνώση αυτών είναι δυνατή ανώτερη από κάθε λόγο, κάθε στοιχείο, εικόνα, χρώμα, σκιαγράφημα, και κάθε σύνθετο όνομα». Ακολουθεί μια άμεση αναφορά σου Αρεοπαγίτη. Ο νους εισέρχεται στα Άγια των Αγίων, στο σκότος που τυφλώνει ακόμα και την δράση των Σεραφείμ. «Αυτή είναι η άγνοια εκείνη για την οποία λέγεται ότι είναι ανώτερη από τη γνώση».
Ο Άγ. Ισαάκ τονίζει πάντα ότι αυτή είναι μια προειδοποίηση του μέλλοντος αιώνος. Με άλλους Λόγους, η αρχόμενη μεταμόρφωση της ψυχής, η μεταβολή της κατά την εικόνα του μέλλοντος αιώνος. Γι’ αυτό υπάρχουν αυτές οι αποκαλύψεις μέσα της αυτές δεν φαίνονται σαν κάτι το εξωτερικό, αλλά νοούνται και βιώνονται μέσα στον εαυτό της.
Εκείνοι που επιτυγχάνουν το σκοπό τους αρχίζουν να θεωρούν την ωραιότητα της ψυχής τους -και αυτή είναι εκατό φορές πιο λαμπρή από το φως του ηλίου. Η «κεκαθαρμένη» ψυχή εισέρχεται στη «χώρα της καθαρής φύσεως» και βασιλεύει μέσα στη δόξα του Πατρός. Εδώ είναι που επιτρέπεται να αισθανθεί «τη μεταβολή που η εσωτερική φύση δέχεται σε όλα τα είδη της ανανεώσεως. Γι’ αυτό, ο ασκητής δεν γνωρίζει αν είναι ακόμα στον κόσμο ή δεν είναι. Αυτό είναι έκσταση, ενθουσιασμός. Η ψυχή είναι σαν να έχει μεθύσει από τη Θεϊκή Αγάπη. Η σκέψη είναι κατάπληκτη και η καρδιά βρίσκεται αιχμάλωτη του Θεού. Το νέφος της δόξας του Θεού κατέρχεται, και ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό γιατί είναι ήδη μέσα του, και η δύναμη του Θεού ενεργεί μέσα του.
Το ταξίδι έχει τελειώσει, και όλα τα μεσάζοντα εγκαταλείπονται. Η προσευχή παύει, και οι Γραφές δεν χρειάζονται πια. «Οι εντολές του Πνεύματος ριζώνουν μέσα στην καρδιά στη θέση του νόμου των Γραφών. Και τότε μελετά κανείς μυστικά μαζί με το Πνεύμα και δεν έχει ανάγκη της βοήθειας της αισθητής ύλης». Αυτή είναι μια «αντίληψη της αθάνατης ζωής». Επιπλέον, είναι η πραγματοποίηση και αποκάλυψη της αιώνιας αθανασίας στην ίδια τη φύση του ανθρώπου.
Ακολουθώντας τον Αρεοπαγίτη, ο Άγ. Ισαάκ επαναλαμβάνει τη διαπραγμάτευση του θέματος της αγγελικής Ιεραρχίας. Από τον Άγ. Ισαάκ, όμως δίδεται πολύ περισσότερη και ακριβέστερη προσοχή στο Χριστολογικό θέμα. Η θεωρία του Θεού είναι απρόσιτη και στις αγγελικές δυνάμεις. Προ της ελεύσεως του Χριστού τα μυστικά της Βασιλείας ήταν άγνωστα στους αγγέλους. «Αλλά όταν ο Λόγος έγινε σάρκα, η θύρα ανοίχτηκε σ’ αυτούς με τον Ιησού». Ακόμα και τώρα οι πύλες είναι ακόμα κλειστές γι’ αυτούς ως την καθολική ανανέωση, ως την αποκατάσταση από τη φθορά — ως την τελική αποκάλυψη. «Γιατί, για χάρη μας, η είσοδος έχει απαγορευθεί και σ’ αυτούς, και αυτοί περιμένουν το άνοιγμα κάποτε των θυρών του καινού αιώνος».
Στον μέλλοντα αιώνα θα καταργηθεί ο μεσολαβητικός ρόλος της ιεραρχίας, «γιατί τότε κανένας δεν θα λαμβάνει την αποκάλυψη της δόξης του Θεού από άλλον, προς δοξασμό και χαροποίηση της ψυχής του, αλλά στον καθένα θα δίδεται ό,τι του αξίζει άμεσα από τον Κύριο, ανάλογα με την άξια του. Και δεν θα παίρνει το δώρο από άλλον, όπως συμβαίνει εδώ και τώρα. Γιατί δεν υπάρχει κανένας δάσκαλος εκεί, κανένας μαθητής, κανένας που να έχει κάποια ανάγκη, ώστε κάποιος άλλος να πρέπει να αναπληρώσει το υστέρημά του. Εκεί ο Δοτήρας είναι ένας, ο Δοτήρας που δίνει μόνος του σ’ εκείνους που είναι ικανοί να πάρουν. Και εκείνοι που δοκιμάζουν ουράνια χαρά το παίρνουν από τον Θεό. Οι τάξεις των διδασκάλων και των διδασκομένων θα παύσουν εκεί, και η ταχύτητα κάθε επιθυμίας θα υψώνεται στον ένα».
Θα υπάρχουν πολλές «μονές» εκεί, αλλά μια χώρα, και μέσα της ο καθένας θα ζει αχώριστα από τους άλλους κάτω από ένα μοναδικό νοητικό ήλιο. «Και κανένας δεν βλέπει το μέτρο του φίλου του ως ανώτερο ή κατώτερο, έτσι ώστε δεν υπάρχει λόγος να θλίβεται και να λυπάται αν βλέπει την ανώτερη χάρη του φίλου του και τη δική του υστέρηση. Αυτό δεν θα συμβεί εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε λύπη ούτε παράπονο. Αλλά καθένας, κατά τη χάρη που του δόθηκε, θα χαίρεται εσωτερικά κατά το μέτρο του».
Ο Άγ. Ισαάκ μνημονεύει τη μοίρα των αμαρτωλών μόνο με συντομία. Η αμαρτία έχει μια αρχή κι ένα τέλος. Και θα έρθει μια εποχή που δεν θα υπάρχει αμαρτία. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι όλοι θα μπουν στη βασιλεία, γιατί ο Άδης και η Γέεννα έχουν αρχή αλλά δεν έχουν τέλος. Δεν μπορούν όλοι να μπουν στη βασιλεία, γιατί δεν θα είναι έτοιμοι γι’ αυτήν και η βασιλεία είναι μέσα μας.
Αυτός που δεν θα μπει, θα είναι στη Γέεννα, σε στέρηση και βάσανα. Εν τούτοις, κατά κανένα τρόπο δεν πρέπει να νομίζουμε ότι οι αμαρτωλοί στη Γέεννα στερούνται της αγάπης του Θεού. Είναι ακριβώς αυτή η αγάπη, όμως, που είναι η πηγή των βασάνων και της θλίψεως. «Εκείνοι που βασανίζονται στη Γέεννα πλήττονται από την πληγή της αγάπης». Η αγάπη φωτίζει όλους. Αλλά λειτουργεί κατά δυο τρόπους. Οι δίκαιοι χαίρουν, μεθυσμένοι από αγάπη, ενώ οι αμαρτωλοί θλίβονται για την αμαρτία τους κατά της αγάπης. «Και νομίζω πως το βάσανο στη Γέεννα είναι η μετάνοια».
Μέσα στο περιορισμένο αυτής της ζωής δεν είναι τίποτε τελικό — αυτό που είναι αληθινό θα συνεχιστεί εκεί. Έξι μέρες περνούν στο έργο της ζωής, χωρίς ανάπαυση, και μόνο στην παραβολή γίνεται γνωστό το μυστικό του Σαββάτου. «Δηλαδή, η ανάπαυση από τα πάθη. Το Σάββατό μας είναι η μέρα της ταφής. Τότε η φύση μας πραγματικά Σαββατίζει». Και ακόμα μπροστά μας είναι η ανάσταση, η όγδοη μέρα η αναχώρηση από τον τάφο. «Η μέρα της αναστάσεως είναι ακόμα ένα μυστήριο τής αληθινής γνώσεως που δεν μπορούμε να λάβουμε όσο είμαστε με σάρκα και αίμα, και που υπερβαίνει τη σκέψη. Δεν υπάρχει όγδοη μέρα, ούτε Σάββατο με την αληθινή σημασία, σ’ αυτόν τον αιώνα».
Αυτός είναι ο αιώνας των έργων. «Και ο νους δεν θα δοξαστεί μαζί με τον Ιησού, αν το σώμα δεν υποφέρει με τον Χριστό και για τον Χριστό». Η οδός του σταυρού σ’ αυτήν τη ζωή περιλαμβάνει και τη σταύρωση του σώματος και την κάθαρση του νου, αλλά είναι και η οδός της μεταμορφώσεως. Η ταπείνωση μεταβάλλεται εδώ σε δόξα. Σε εκείνους που υφίστανται τη «δοκιμασία» αισθάνεται κανείς, ακόμα και τώρα, την ευωδία της καινούριας ζωής, την «εαρινή δύναμη» της αθανασίας.
Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: “Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες”. (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 379 – 394).
(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).
Πηγή:  oodegr.co

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Ο Άγιος Παππούλης ΠΑΙΣΙΟΣ







Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Ένα κρύο πρωί Απρίλιος του 1988, αμέσως μετά το Πάσχα, ξεκίνησα για το Άγιο Όρος χωρίς να έχω μέσα μου πολλές ελπίδες να τον βρω γιατί είχα ακούσει ότι πολλοί άνθρωποι και μάλιστα πολύ πιο πιστοί από μένα πήγαιναν πολλές φορές και περίμεναν ώρες πολλές έξω από το καλύβι του χωρίς να μπορέσουν να τον δούνε.



Μόλις έφτασα στο Άγιο Όρος, (στην Δάφνη), πήρα το λεωφορείο, εγώ και ένα παιδί από την Λάρισα που ήταν πολύ θρησκευόμενο και πήγαινε και αυτός να βρει τον Άγιο Παππούλη, για να πάμε στις Καρυές. Καθώς ανεβαίναμε την πλαγία ένοιωσα μια άσχημη διάθεση και είχα κιόλας μετανιώσει που είχα αφήσει την Θεσσαλονίκη με τις συνήθειες μου και τις ανέσεις μου για να βρεθώ σε ένα τόπο «καθυστερημένο», όπου τότε ακόμα δεν είχε ούτε ηλεκτρικό και το μόνο τηλέφωνο βρίσκονταν στην Επιστασία στις Καρυές . Δεν έβλεπα την ώρα να φύγω. Η βαριά σιωπή του περιβάλλοντος με έπνιγε κυριολεκτικά. Τελικά φτάσαμε στις Καρυές και καταλύσαμε μαζί με τον Λαρισαίο στην μονή Κουτλουμουσίου, όπου δέχτηκαν, αν και απροσκάλεστοι, να μας φιλοξενήσουν μια βραδιά.

Αμέσως μετά ξεκινήσαμε τον γνωστό κατήφορο που οδηγούσε στην καλύβα του Άγιου Παππούλη, ενώ στο βάθος φαίνονταν το πέλαγος. Μου έκανε εντύπωση, συνηθισμένος από την πόλη, το πόσο καθαρή και αναζωογονητική ήταν η ατμόσφαιρα ενώ το περιβάλλον ήταν γεμάτο μεθυστικές ανοιξιάτικες μυρωδιές δίνοντας μου με την ιερότητα που ανέδιδε μια παράξενη και πρωτόγνωρη αίσθηση. Όσο όμως πλησιάζαμε είχα την αίσθηση πως ματαιοπονούσα, πως έχανα τον καιρό μου και ότι ήταν αδύνατο να τον συναντήσω καθώς άλλοι με πολύ μεγαλύτερη πίστη από μένα πήγαιναν εκεί και δεν τον έβρισκαν. Είχα ακούσει ιστορίες ανθρώπων που είχανε πάει μέχρι και πέντε φορές αλλά δεν είχαν καταφέρει να δούνε τον Άγιο Παππούλη. Και πράγματι όταν φτάσαμε εκεί χτυπήσαμε με το σχοινάκι το κουδούνι από την αυλόπορτα της καλύβας αλλά δεν πήραμε καμία απάντηση. Πάντως μου έκανε εντύπωση πως δεν υπήρχε κανένας άλλος να τον περιμένει, ενώ συνήθως εκεί έξω υπήρχε ουρά από ανθρώπους που περίμεναν ώρες να δούνε και να πάρουν την ευλογία του Παππούλη. Καθίσαμε απογοητευμένοι έξω από την καλύβα και τότε ο Λαρισαίος μου εμπιστεύτηκε πως είχε έρθει εκεί να πάρει την συμβουλή του Παππούλη που θα έκρινε την ζωή του για κάτι σημαντικό με ένα δεσμό που είχε, γι” αυτό και ήταν πολύ στενοχωρημένος που δεν θα έβλεπε τον Άγιο. Εγώ δεν μιλούσα και ήμουν λιγάκι εκνευρισμένος γιατί θεωρούσα πως είχα χάσει τις μέρες μου σε ένα ανόητο ταξίδι.

Τότε ξαφνικά ακούσαμε μια φωνή και είδαμε μια λεπτή μαυροφορεμένη φιγούρα να ξεφυτρώνει ανάμεσα από κάτι θάμνους σαν να είχε κατέβει από τον ουρανό και να μας χαιρετά με ύφος μάλλον αυστηρό που τον διακόψαμε από κάτι σημαντικό σαν να έλεγε, «Τι θέλετε τώρα και εσείς εδώ ;». Ήταν ο πάτερ Παΐσιος!

Ένοιωσα ταραχή καθώς τον είδα να πλησιάζει ενώ δεν πίστευα πως έβλεπα τον Παππούλη για τον οποίο τόσοι πολλοί μου είχαν μιλήσει, τόσα πολλά είχα ακούσει στην Θεσσαλονίκη, ενώ τόσοι γνωστοί μου είχαν προσπαθήσει να τον δούνε και δεν τα είχαν καταφέρει. Η έκπληξη μου μεγάλωσε όταν μας πλησίασε με ένα ύφος σαν να μας ήξερε από καιρό και μας χαιρέτισε με τα ονόματα μας. Ένοιωθα μεγάλη αμηχανία δίσταζα ακόμα και να του φιλήσω το χέρι και δεν ήξερα πως να αρχίσω να μιλώ και να τον εξηγήσω γιατί είχα έρθει εκεί έξω από το καλύβι του. Τελικά βρήκα τα λόγια μου και του εξήγησα πως είχα έρθει για να τον ζητήσω να βοηθήσει κάποιο πολύ άρρωστο συγγενικό μου πρόσωπο, καθώς οι γιατροί δεν της έδιναν πολύ ζωή. Με κοιτούσε σα να ήξερε από πριν ότι έλεγα και αφού με άκουσε προσεκτικά μου είπε χαμογελώντας με απλά λόγια : «Μην στεναχωριέσαι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα». Στην αρχή απόρεσα λίγο αλλά κατά βάθος χάρηκα από την απάντηση του. Και πράγματι το πρόσωπο αυτό έζησε άλλα δεκατέσσερα χρόνια ενώ το τέλος της συνοδεύτηκε από άλλο ένα θαύμα που είχε σχέση με τον Άγιο.

Ο Άγιος όμως δεν σταμάτησα εδώ. Με πλησίασε πιο κοντά και μου είπε μερικά λόγια που έμμειναν στην μνήμη μου αν και πολύ αργότερα κατάλαβα το πόσο μεγάλη σημασία είχαν. Είπε ο Άγιος : «Στη ζωή πρέπει να κατανοήσουμε τι είναι ο Θειος Έρωτας». Τον κοίταξα με απορία και εκείνος συνέχισε, «Ο έρωτας που έχουμε για τα γήινα και τα φθαρτά πρέπει να μετουσιώνεται κάποτε στον Θειο Έρωτα, στον Έρωτα για τον Θεό και για τα αθάνατα. Ακόμα και ο έρωτας και το πάθος που υπάρχει σαρκικά σε ένα ζευγάρι μπορεί να μετουσιωθεί σε ανώτερο Έρωτα και να μετατραπεί σε Θειο Έρωτα που είναι αιώνιος». Ο Άγιος μετά απομακρύνθηκε από κοντά μου και άρχισε να μιλάει με τον Λαρισαίο ενώ εγώ περίμενα να τελειώσουν για να ανέβουμε αυτή την φορά την ανηφόρα προς την μονή Κουτλουμουσίου.

Πολλές φορές από τότε μου ξαναήρθαν αυτά τα λόγια του Άγιου Παππούλη και ήταν πάντα για μένα «τροφή» για συλλογισμό και για συνειδητοποίηση του σκοπού της ζωής μας. Όταν μετά από χρόνια πήγα για πρώτη φορά στο μνήμα του Άγιου Παππούλη, (1995), στην Σουρωτή, θυμήθηκα τα λόγια του και έσκυψα να φιλήσω την μαρμαρένια επιγραφή. Κάθε χρόνο στεκόμουν επί ώρες στην επέτειο της κοιμήσεως του επάνω από το μνήμα του Αγίου. Σίγουρα κάποιοι άλλοι που τον έζησαν πολύ περισσότερο θα έχουν να πουν πολλά περισσότερα για τον Άγιο.

Μετά από πολλά χρόνια ο Άγιος Παππούλης έσωζε με θαύμα την ζωή κάποιου καταδικασμένου σε θάνατο από μεγάλη καρδιακή ανεπάρκεια!

Ας είναι ευλογημένη η μνήμη του εις τους αιώνες των αιώνων!
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
nikosxeiladakis.gr

Γέροντας Παΐσιος: Ο εξαγνισμός της καρδιάς


- Γέροντα, ο Χριστός χωράει σε όλες τις καρδιές;

- O Χριστός χωράει, οι άνθρωποι δεν Τον χωράνε, γιατί δεν προσπαθούν να διορθωθούν.

Για να χωρέσει ο Χριστός μέσα μας, πρέπει να καθαρίσει η καρδιά. «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός…» (Ψαλμ. Ν” [50]12)

- Γέροντα, γιατί τα άγρια ζώα δεν πειράζουν τους Αγίους;

- Αφού ημερεύουν οι άνθρωποι, ημερεύουν και τα άγρια ζώα και αναγνωρίζουν ότι ο άνθρωπος είναι αφεντικό τους. Στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, τα άγρια θηρία έγλειφαν τους Πρωτοπλάστους με ευλάβεια, αλλά μετά την πτώση πήγαιναν να τους ξεσκίσουν.

Όταν ένας άνθρωπος επανέρχεται στην προπτωτική κατάσταση, τα ζώα τον αναγνωρίζουν πάλι για αφεντικό.

Σήμερα όμως βλέπεις ανθρώπους που είναι χειρότεροι από τα άγρια θηρία, χειρότεροι από τα φίδια.

Εκμεταλλεύονται απροστάτευτα παιδιά, τους παίρνουν τα χρήματα και, όταν έρχονται σε δύσκολη θέση, τα ενοχοποιούν, καλούν την αστυνομία, τα πηγαίνουν και στο ψυχιατρείο.

Γι” αυτό τον 147ο Ψαλμό που διάβαζε ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, για να ημερέψουν τα άγρια ζώα και να μην κάνουν κακό στους ανθρώπους, τον διαβάζω, για να ημερέψουν οι άνθρωποι και να μην κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους και στα ζώα.

- Πώς επανέρχεται, Γέροντα, ο άνθρωπος στην προπτωτική κατάσταση;

- Πρέπει να εξαγνισθεί η καρδιά.

Να απόκτησει την ψυχική αγνότητα, δηλαδή ειλικρίνεια, τιμιότητα, ανιδιοτέλεια, ταπείνωση, καλοσύνη, ανεξικακία, θυσία. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό και αναπαύεται μέσα του η Θεία Χάρις.

Όταν κάποιος έχει την σωματική αγνότητα, άλλα δεν έχει την ψυχική αγνότητα, δεν αναπαύεται ο Θεός σ’ αυτόν, γιατί υπάρχει μέσα του πονηρία, υπερηφάνεια, κακία κ.λπ.

Τότε η ζωή του είναι μια κοροϊδία.

Από “δώ να ξεκινήσετε τον αγώνα σας: Να προσπαθήσετε να αποκτήσετε την ψυχική αγνότητα.

- Γέροντα, μια κακή συνήθεια μπορεί να κοπεί αμέσως;

- Κατ” αρχάς πρέπει να καταλάβει ο άνθρωπος ότι αυτή η συνήθεια τον βλάπτει και να θελήσει να αγωνισθεί, για να την κόψει. Χρειάζεται να έχει κανείς πολλή θέληση, για να μπορέσει να την κόψει αμέσως. Όπως λ.χ. το σχοινί κάνει σιγά-σιγά μια μικρή αυλακιά στο χείλος του πηγαδιού και δεν γλιστρά πια, έτσι και κάθε συνήθεια λίγο-λίγο χαράζει μια αυλακιά στην καρδιά και δύσκολα βγαίνει από αυτήν. Γι” αυτό πρέπει πολύ να προσέξει κανείς, να μην αποκτήσει κακές συνήθειες, γιατί μετά χρειάζεται πολλή ταπείνωση και πολλή θέληση, για να μπορέσει να τις αποβάλει.

Έλεγε ο παπα-Τύχων: Καλή συνήθεια, παιδί μου, αρετή· κακή συνήθεια, πάθη.

Πάντως διαπίστωσα ότι, όταν ο άνθρωπος, ενώ αγωνίζεται, συνεχίζει να σφάλλει και δεν αλλάζει, αιτία είναι ο εγωισμός, η φιλαυτία και η ιδιοτέλεια. Λείπει η ταπείνωση και η αγάπη, και έτσι εμποδίζεται η Θεία επέμβαση. Δεν βοηθάει ο ίδιος ο άνθρωπος τον Θεό, για να τον βοηθήσει.

Αν π.χ. τον βοηθήσει ο Θεός να ξεπεράσει ένα πάθος του, θα το πάρει επάνω του, θα υπερηφανευθεί, γιατί θα νομίζει ότι μόνος του το ξεπέρασε, χωρίς την βοήθεια του Θεού.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Γ’: Πνευματικός αγώνας, έκδ. Ι. Ησυχ. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης: 2001, σ. 113-115.

Γίνεται μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: https://www.facebook.com/perivolipanagias.blogspot.gr

Γέροντας Παΐσιος: Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει την βοήθεια του Θεού


«Στην κατάσταση που είναι σήμερα οι άνθρωποι ότι τους λέει ο λογισμός κάνουν. Άλλοι είναι με χάπια, άλλοι παίρνουν ναρκωτικά...

Κάθε τόσο 3-4 ξεκινούν να κάνουν μια καινούργια θρησκεία. Ανάλογα, λίγα γίνονται, εγκλήματα, δυστυχήματα κλπ. Βοηθάει ο Θεός. Ήρθε ένας στο Καλύβι και μου λέει: «Έχεις καμιά κιθάρα;» Πίνει χασίς, έχει όρεξη να μιλάει – δεν σε ρωτάει αν έχεις εσύ όρεξη- θέλει και μια κιθάρα!!!

Άλλοι βαρέθηκαν την ζωή τους και θέλουν να αυτοκτονήσουν ή να κάνουν κανένα κακό, για να γίνει σαματάς. Δεν είναι ότι τους περνάει αυτό σαν βλάσφημος λογισμός και τον διώχνουν.

Βαρέθηκαν την ζωή τους και δεν ξέρουν τι να κάνουν. Μου είπε ένας: «Θέλω να με γράψουν οι εφημερίδες ότι είμαι ήρωας». Οι άλλοι χρησιμοποιούν μερικούς τέτοιους και κάνουν την δουλειά τους. Πάλι καλά, ανάλογα, λίγα γίνονται.

Το καλό είναι που δεν μας εγκαταλείπει ο Θεός. Ο Καλός Θεός τον σημερινό κόσμο τον φυλάει με τα δυο Του χέρια, παλιότερα μόνο με το ένα. Σήμερα, μέσα στους τόσους κινδύνους που ζει ο άνθρωπος, ο Θεός τον φυλάει όπως η μάνα το μικρό παιδί, όταν αρχίζει να περπατάει. Τώρα μας βοηθούν πιο πολύ ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι, αλλά δεν το καταλαβαίνουμε.

Που θα ήταν ο κόσμος, αν δεν βοηθούσαν! Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων παίρνει χάπια και είναι σε μια κατάσταση... Άλλος μεθυσμένος, άλλος απογοητευμένος, άλλος ζαλισμένος, άλλος από τους πόνους ξενυχτισμένος. Όλοι αυτοί βλέπεις να οδηγούν αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, να κάνουν επικίνδυνες δουλειές, να χειρίζονται επικίνδυνα μηχανήματα. Είναι όλοι αυτοί σε κατάσταση να οδηγούν; Μπορούσε να είχε σακατευτεί ο κόσμος. Πως μας φυλάει ο Θεός και δεν το καταλαβαίνουμε!

Παλιά, θυμάμαι, πήγαιναν οι γονείς στα χωράφια και πολλές φορές μας άφηναν στην γειτόνισσα να μας προσέχει μαζί με τα παιδιά τα δικά της. Αλλά τότε ήταν ισορροπημένα τα παιδιά. Μια ματιά έριχνε η γειτόνισσα και έκανε τις δουλειές της και εμείς παίζαμε ήσυχα. Έτσι και ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι παλιά με μια ματιά παρακολουθούσαν τον κόσμο. Σήμερα και ο Χριστός και η Παναγία και οι Άγιοι τον έναν πιάνουν από δω, τον άλλον από' κει, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ισορροπημένοι.

Τώρα είναι μια κατάσταση... Θεός φυλάξει! Σαν μια μητέρα να έχει 2-3 προβληματικά παιδιά, το ένα λίγο χαζούλικο, το άλλο λίγο αλλήθωρο, το άλλο λίγο ανάποδο, να έχει και κάνα δυο της γειτόνισσας να τα προσέχει, και το ένα να ανεβαίνει ψηλά και να κινδυνεύει να πέσει κάτω, το άλλο να παίρνει το μαχαίρι να κόψει τον λαιμό του, το άλλο να πάει να κάνει κακό στο άλλο, και αυτή συνέχεια να βρίσκεται σε εγρήγορση, να τα παρακολουθεί, και εκείνα να μην καταλαβαίνουν την αγωνία της.

Έτσι ο κόσμος δεν καταλαβαίνει την βοήθεια του Θεού. Με τόσα επικίνδυνα μέσα που υπάρχουν σήμερα θα είχε σακατευθεί, αν δεν βοηθούσε ο Θεός. Αλλά έχουμε και Πατέρα τον Θεό και Μάνα την Παναγία και αδέλφια τους Αγίους και τους Αγγέλους, που μας προστατεύουν.

Πόσο μισεί ο διάβολος το ανθρώπινο γένος και θέλει να το εξαφανίσει! Και εμείς ξεχνούμε με ποιόν παλεύουμε. Να ξέρατε πόσες φορές ο διάβολος τύλιξε την γη με την ουρά του, για να την καταστρέψει! Δεν τον αφήνει όμως ο Θεός, του χαλάει τα σχέδια. Και το κακό που πάει να κάνει το ταγκαλάκι, ο Θεός το αξιοποιεί και βγάζει μεγάλο καλό. Ο διάβολος τώρα οργώνει, Ο χριστός όμως θα σπείρει τελικά».

Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου - Από το βιβλίο «Με πόνο και αγάπη, για τον σύγχρονο άνθρωπο» Λόγοι Α'

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Ματθαίου του Πτωχού Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ


12 Ιανουαρίου 2014
Τον Ιανουάριο του 1976, ο π. Ματθαίος κήρυξε στην εκκλησία του Abba-Skheiron στο μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου. Ανέπτυξε πολλά σημεία όπως ακριβώς ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην ομιλία του για το Βάπτισμα, αλλά προχώρησε και σε μια επί πλέον πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση.
«Ακόμα πιστεύω, αγαπητοί μου, ότι δεν έχω μεταδώσει σε σας τι ακριβώς  σημαίνει η πράξη του Χριστού όταν έσκυψε το κεφάλι Του μπροστά στον Ιωάννη. Αυτή η πράξη του Χριστού στον Ιορδάνη μας συγκινεί βαθύτατα. Μπορώ σχεδόν να ομολογήσω ότι με αυτήν ο Χριστός έχει εκθέσει απόψε την υπερηφάνεια μας και μας αποκάλυψε πόσο μακριά είμαστε από το να κατανοούμε και να εφαρμόζουμε την ‘αληθινή δικαιοσύνη’. Πόσο δύσκολο είναι για ένα νομικό ή ιερέα να σκύψει το κεφάλι και να δεχτεί την ευλογία από κάποιον που είναι ίσος με αυτόν! Αυτό που έκανε ο Χριστός ξεπέρασε κάθε αίσθηση λογικής. Δεν υπήρχε σ’ Αυτόν κάποιο παράπτωμα ώστε να σκύψει τη θεία κεφαλή Του κάτω από ένα ανθρώπινο χέρι για να λάβει το χρίσμα.
baptisis2
            Με αυτήν την υποταγή που ξεπερνά κάθε λογική της ιεροσύνης, ο Χριστός εγκαθίδρυσε μια δικαιοσύνη με μεγαλείο, δράση και θαλπωρή. Θεώρησε πρέπον να καταγράψει εδώ στον Ιορδάνη, στην αρχή του δημόσιου έργου Του, το γερό θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να βασίζεται μια επιτυχημένη διακονία: το ‘σκυμμένο κεφάλι’. Αυτό φαίνεται και επιβεβαιώνεται στην αντίστοιχη ενέργειά του τη νύκτα του Μυστικού Δείπνου, όταν έσκυψε τελείως στο πάτωμα για να πλύνει τα πόδια των μαθητών Του. Είναι σάν η επίσημη έναρξη κάθε θείου μυστηρίου, είτε πρόκειται για το βάπτισμα είτε για την ευχαριστία, να είναι το σκύψιμο της κεφαλής με συντετριμμένη υποταγή.
            Η  πραγματική σημασία αυτού του σημείου καταδεικνύεται όταν θυμηθούμε τι απάντησε ο Χριστός στον Πέτρο, όταν ο τελευταίος προσπάθησε να εμποδίσει το πλύσιμο των ποδιών του, σκεπτόμενος ότι θα ήταν υπερβολικό να κάθεται σαν αφέντης, τη στιγμή που ο Χριστός στεκόταν μπροστά του σαν τον σκλάβο και τον υπηρέτη. Ο Κύριος τον επέπληξε λέγοντας: «Ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ’ ἐμοῦ»( Ιω.13:8). Το ίδιο συνέβη και στη Βάπτιση όταν ο Ιωάννης προσπάθησε να αποφύγει να τοποθετήσει τα χέρια του στο κεφάλι του Χριστού και να Τον βαπτίσει. Ο Κύριος τον σταμάτησε λέγοντάς του: «Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» ( Ματ.3, 15). Η σταθερή πρόθεση του Χριστού να επιμένει στην απόλυτη αναγκαιότητα τού να πάρει θέση κατώτερη από τον Ιωάννη και τον Πέτρο, φανερώνει σε μας τη σημασία και τη σοβαρότητα του μυστηρίου της ταπείνωσης και της υποταγής στην υπηρεσία της εκκλησίας, στην ιεροσύνη και γενικότερα στη Χριστιανική ζωή. Είναι ο βασικότερος δρόμος εισαγωγής στη δικαιοσύνη. «ὑπόδειγμα γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε… εἰ ταῦτα οἴδατε, μακάριοί ἐστε ἐὰν ποιῆτε αὐτά» ( Ιω.13:15, 17)
Η πραγματικότητα εδώ είναι ότι ως Χριστιανοί δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε ότι ο Χριστός μάς φανέρωσε εδώ ορθά – κοφτά την κατάλληλη στάση, για να έχουμε το νου μας. Ο Χριστός εδώ απορρίπτει την ανθρώπινη έννοια δικαιοσύνης και τη  γυρίζει ανάποδα. Απορρίπτει και περιφρονεί κάθε έννοια λογικής αυτοπροστασίας γιατί με το να σκύψει το κεφάλι κάτω από το χέρι του Ιωάννη δεν μπορούμε πια να ρωτούμε με αξιοπρέπεια «Ποιος είναι καλύτερος;» Η αξιοπρέπειά μας τώρα βρίσκεται στην ενσυνείδητη και άμεση παραίτηση από οποιαδήποτε αξιοπρέπεια και στην υποταγή μας σ’ αυτούς που είναι κατώτεροι από μας. Δεν μπορούμε πλέον να στηριζόμαστε στην εξουσία μας ή την προτεραιότητα ή το δικαίωμα, γιατί όσο ταπεινώνουμε τους εαυτούς μας μπροστά στους άλλους, τόσο εγκαθιδρύεται η δικαιοσύνη και η αληθινή ηγεσία μας. Οι πράξεις μας λαμβάνουν τόσο έπαινο όση και η παραίτησή μας από τη δική μας αξία.
Η ετοιμότητα του Ιωάννη του Βαπτιστή να βαπτίσει τον Χριστό ήταν μια πράξη υπακοής και υποταγής, που μπορεί να συγκριθεί με την ταπεινή ανταπόκριση της Παρθένου Μαρίας, όταν ο Θεός την επέλεξε να γεννήσει τον Χριστό. Η υπακοή και η υποταγή του Ιωάννη του Βαπτιστή στην προσταγή του Κυρίου να Τον βαπτίσει, ετοίμασε το δρόμο για τον Χριστό να θεσπίσει, μέσω της ιεροτελεστίας του μυστηρίου του βαπτίσματος, το καταπληκτικό μυστήριο της ταπείνωσης, το οποίο απεκάλεσε το μυστήριο της εκπλήρωσης κάθε δικαιοσύνης. Εδώ στον Ιορδάνη, όπως και αργότερα όταν έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του, ο Κύριος καταδεικνύει την υποταγή Του, όπως ένας σκλάβος, κάτω από το χέρι του Ιωάννη, για να καταργήσει τη ντροπή του ανθρώπου, που αρνείται να υποταχθεί στο χέρι του Θεού.
Για άλλη μια φορά σταματούμε και αναλογιζόμαστε πώς οι ουρανοί συγκινήθηκαν με την ταπείνωση του Κυρίου Ιησού. Όταν ο Χριστός γεννήθηκε στη φάτνη σ’ ένα στάβλο, άνοιξαν οι ουρανοί και οι άγγελοι και οι ουράνιες δυνάμεις εμφανίστηκαν, ανακοινώνοντας τα καλά νέα της μεγάλης σωτηρίας και δοξάζοντας το Θεό. Ανοίγουν οι ουρανοί, το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτεται εμφανώς και η φωνή του Ίδιου του Πατέρα ανακοινώνει την ταυτότητα αυτού του Ανθρώπου που σκύβει το κεφάλι Του μπροστά στον Ιωάννη: «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματ. 3:17). Επομένως όσο ταπεινώνουμε τον εαυτό μας εδώ στη γη, ο Θεός αποκαλύπτει τον Εαυτό Του και μας δοξάζει μαζί με τους αγγέλους στους ουρανούς.
Επίσης προσέχουμε ότι το Άγιο Πνεύμα, με τη μορφή περιστεριού, επικάθεται στον Χριστό, καθώς Εκείνος κλίνει την κεφαλή. Δεν εμφανίζεται ως γλώσσες φωτιάς όπως την ημέρα της Πεντηκοστής, ούτε ως ένα βαρύ χέρι, όπως στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί το Άγιο Πνεύμα επιλέγει τη μορφή που θα εμφανιστεί σύμφωνα με την κατάσταση αυτού στον οποίο κατεβαίνει. Το Πνεύμα επέλεξε τη μορφή του ευγενικού περιστεριού για να αποκαλύψει τη φύση της καρδίας του Ιησού και τη μεγάλη Του πραότητα, αγάπη και ταπείνωση.
Πόσο πολύ χρειαζόμαστε και εμείς σήμερα την πραότητα της καρδίας του Ιησού καθώς στέκεται σκυμμένος μπροστά στον Ιωάννη με απλή ταπείνωση και υποταγή, ώστε το Άγιο Πνεύμα να έρθει και σ’ εμάς με τη μορφή περιστεριού και να μας φέρει πιο κοντά στον Ιησού του Ιορδάνη, ενώνοντας τις καρδιές μας μαζί με αυτήν την ευγενική, ταπεινή καρδία!
            Στη Γέννηση πήραμε την πραότητα ως το πρότυπο το οποίο πρέπει πάντοτε να ακολουθούμε, προετοιμαζόμενοι για την είσοδό μας στη Βασιλεία των Ουρανών. Στον Ιορδάνη παίρνουμε το σκυμμένο κεφάλι του Χριστού ως το πρότυπο το οποίο θα μας προετοιμάσει για να ζήσουμε με ταπεινή αδελφοσύνη με το Άγιο Πνεύμα, ως την αποστολή που πρέπει να εκπληρώσουμε μέσα στον κόσμο.
            Και όπως ο Χριστός μάς προτρέπει να επιστρέψουμε στην κατάσταση των παιδιών και να μείνουμε πάντοτε παιδιά ώστε να εισέλθουμε στη Βασιλεία των Ουρανών, μας προτρέπει επίσης να γίνουμε πράοι όπως τα περιστέρια. Αυτό είναι το χρίσμα που χρειαζόμαστε για να υπηρετήσουμε και να ζήσουμε στον κόσμο. Ο Χριστός είναι πάντοτε έτοιμος να μας δώσει το πνεύμα της παιδικής ταπείνωσης σύμφωνα με τη στάση Του στη Βηθλεέμ και το πνεύμα της ταπείνωσης του περιστεριού σύμφωνα με τη στάση Του στον Ιορδάνη, ώστε να ετοιμαστούμε εξωτερικά και εσωτερικά για να κατορθώσουμε το πλήρωμα της στάσης του Χριστού».
             Πηγή: Ματθαίου του Πτωχού, Η Κοινότητα της Αγάπης, 1984.
 
Μετάφραση: Φιλοθέη

Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα μας με την ενέργεια της Χάριτος; [2ο Μέρος]


15 Αυγούστου 2014
Στον άνθρωπο που, μετά την αφύπνιση του πνεύματός του, αναρωτιέται, “πού πηγαίνω; Πού θα καταφύγω;”, το Ευαγγέλιο απαντά: “Έλα κάτω από την προστασία του Σταυρού και σώσου. Ο Υιός του Θεού, αφού ενανθρώπησε, πέθανε πάνω στο Σταυρό για να εξαλείψει τις αμαρτίες μας. Πίστεψέ το, και θα λάβεις άφεση αμαρτιών, βρίσκοντας τη χάρη του Θεού”. “Έτσι έκαναν πάντα οι άγιοι απόστολοι, όταν κήρυσσαν το Ευαγγέλιο. Αφού προξενούσαν στους ακροατές τους αυτό που λέμε “καλή αγωνία”, τους έλεγαν: “Πιστέψτε στον σταυρωμένο Κύριο, και θα σωθείτε”.
2oex1
Έτσι έκανε ο απόστολος Πέτρος στο πρώτο του κήρυγμα, την ημέρα της Πεντηκοστής. Οι Ιουδαίοι, ακούγοντάς τον, συνταράχτηκαν, ανησύχησαν, φοβήθηκαν και, τελικά, άρχισαν να κραυγάζουν; «Τί πρέπει να κάνουμε;». Τότε ο Πέτρος τους απάντησε: «Να μετανοήσετε και να βαπτιστείτε στο όνομα του Ιησού Χριστού, για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας και να λάβετε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος» (Πράξ. 2:37-38). Και ο απόστολος Παύλος, όταν έγραψε στους Ρωμαίους, πρώτα τους φόβισε, λέγοντας, «Αποκαλύπτεται η οργή του Θεού από τον ουρανό, για να τιμωρήσει κάθε ασέβεια και αδικία» (Ρωμ. 1:18), και υστέρα τους υπέδειξε το πως θα σωθούν: «διαμέσου της πίστεως στον Ιησού Χριστό» (Ρωμ. 3:22).
Όταν κανείς βρίσκεται σε αδιέξοδο και κίνδυνο, δεν θ’ αρπάξει με μεγάλη λαχτάρα μια ευκαιρία διαφυγής και ασφάλειας, που θα του παρουσιαστεί αναπάντεχα; Έτσι συμβαίνει και με το πνεύμα μας. Αφότου ανταποκριθεί στο καλό μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας, με λαχτάρα και ζήλο ρίχνεται στον αγώνα για την απόκτηση των ευαγγελικών αγαθών. Έτσι η ψυχή μας ετοιμάζεται για την κοινωνία με το Θεό. Και η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ως τότε ενεργούσε απ’ έξω αφυπνίζοντας μας, τώρα εγκαθίσταται μέσα μας. Εγκαθίσταται όχι άμεσα, αλλά μέσω των ιερών Μυστηρίων. Ο πιστός μετανοεί, βαπτίζεται και παίρνει τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
Αυτή ακριβώς είναι η ενέργεια της κοινωνίας με το Θεό -ζωντανή και δραστική. Με τί θέρμη εκδηλώθηκε αυτή η ενέργεια κατά το πρώτο κήρυγμα των αγίων αποστόλων! Έτσι εκδηλώθηκε και ύστερ’ απ’ αυτούς. Έτσι εκδηλώνεται και σήμερα. Φτάνει εμείς να εκτελούμε με τρόπο αντάξιο της όσα σχετίζονται μ’ αυτήν. Γιατί δεν πραγματοποιούνται όλα από το Άγιο Πνεύμα. Κάτι πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Και αυτό το “κάτι” δεν είναι ασήμαντο. Το Άγιο Πνεύμα μας αφυπνίζει και το Ευαγγέλιο μας υποδεικνύει από που ν’αρχίσουμε. Αυτά γίνονται από το Θεό. Ύστερα ο Θεός σταματάει και περιμένει τη συναίνεσή μας. Με τις πρώτες ενέργειες του, σαν να ρωτάει: “Θέλεις να βγεις από το αδιέξοδο; Κάνε αυτό!”. Είναι η πιο κρίσιμη στιγμή. Όποιος ακούσει το Θεό, ανοίγει τη θύρα της ψυχής του σε περισσότερες ενέργειες της χάριτος, που τον οδηγεί στη σωτηρία. Όποιος δεν τον ακούσει, χάνει τη χάρη και πορεύεται αυτοθέλητα στην απώλεια.
Ο απόστολος Παύλος κήρυξε στον Άρειο Πάγο των Αθηνών. Μετά το κήρυγμά του, ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και μερικοί ακόμη Αθηναίοι, που πίστεψαν, βαπτίστηκαν. Από τους υπόλοιπους ακροατές του, κάποιοι είπαν: «Σαν τί Θέλει να πει ετούτος ο παραμυθάς;» (Πράξ. 17:18). Και άλλοι: «Θα μας τα ξαναπείς μιαν άλλη φορά» (Πράξ. 17:32). Ο Θεός δεν επιθυμεί το θάνατο του αμαρτωλού, γι’ αυτό του παρουσιάζει κάποια ευκαιρία. Φυσικά, σώζεται μόνο εκείνος που αρπάζει την ευκαιρία και διαλέγει τη σωτηρία. Αν δεν ήταν απαραίτητη η συναίνεσή μας για τη σωτηρία, ο Θεός θα μπορούσε να μας σώσει όλους μέσα σε μια στιγμή, γιατί, σύμφωνα με τη Γραφή, «Θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι» (Α’ Τιμ. 2:4). Αλλά το αυτεξούσιο μας δεν ενεργεί πάντα με σύνεση. Κακόγνωμο και εγωιστικό καθώς είναι, δεν υπακούει ούτε στο Θεό. Γι’ αυτό χανόμαστε.
Σημείωσε προπάντων τούτο: Αφού η χάρη μας αφυπνίσει και αφού το Ευαγγέλιο μας υποδείξει τι θα κάνουμε, πρέπει να συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας και να μετανοήσουμε. Πρέπει, έπειτα, να πιστέψουμε στην αποτελεσματικότητα του τρόπου της σωτηρίας, που οικονόμησε για μας ο Θεός. Πρέπει, τέλος, να εκπληρώσουμε με προθυμία και ειλικρίνεια όλα όσα μας υποδεικνύονται ως προϋποθέσεις σωτηρίας. Ύστερ’ απ’ αυτά, δεν απομένει παρά η συμμετοχή στα Μυστήρια. Και η κοινωνία με το Θεό πραγματοποιείται.
Για να συνοψίσω: Μετανόησε, πόθησε την εν Χριστώ σωτηρία και επιζήτησε την με ευδιαθεσία και θάρρος. Όλα τούτα συντελούνται εσωτερικά και δίνουν στη ψυχή γαλήνη, ηρεμία, αγαλλίαση. Δεν αρκούν, όμως. Η πραγματική ενεργή δύναμη, που θα σε κατευθύνει στη σωτηρία, είναι η αγαθή προαίρεση, η ένθερμη προθυμία, η ισχυρή θέληση πραγματοποιήσεως όλων όσα απαιτούνται. Η προαίρεση είναι η πηγή και η αρχή του αγώνα για τη σωτηρία. Αυτή καθεαυτή, βέβαια, είναι αδύναμη.
Όταν όμως, ενισχυθεί από τη θεία χάρη, γίνεται παντοδύναμη και ξεπερνάει κάθε εμπόδιο. Εκδηλώνεται ως άσβεστος ζήλος για την ευαρέστηση του Θεού, ως ειλικρινής πόθος για την εκπλήρωση του θείου θελήματος, και συνυπάρχει με την ακράδαντη πίστη στο Χριστό και στην εν Χριστώ σωτηρία. Με το ζήλο τούτο εκπληρώνεται ο προαιώνιος σκοπός του Θεού, που «μας διάλεξε πριν θεμελιώσει τον κόσμο, να γίνουμε δικοί του διά του Χριστού, άγιοι και άμεμπτοι στην τελική του κρίση» (Εφ. 1:4). Δικός του, βλέπεις, γίνεται όποιος «καταγίνεται με ζήλο στα καλά έργα» (Τίτ. 2:14).
Σκόπιμα υπογράμμισα το ζήλο, για να τον αποκτήσεις. Όταν τον έχεις, τότε η θεία χάρη θα σε ενισχύσει πληθωρικά. Όταν υπάρχει ζήλος στην εγκόλπωση της πίστεως και στην επιδίωξη της σωτηρίας, υπάρχουν όλα. Όταν δεν υπάρχει ζήλος, δεν υπάρχει τίποτα. Όποιος δεν έχει ζήλο για τη σωτηρία του, δεν σώζεται.
Τί δρόμο έκανα, για να φτάσω ως έδώ! Και όμως, όλα όσα σου έγραψα δεν αποτελούν παρά μια γενική διαπραγμάτευση για την οικονομία της σωτηρίας μας.
πηγή: Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, «Ο δρόμος της ζωής»,σ. 97-103, εκδ. Ι.Μ.Παρακλήτου

Ολιβιέ Κλεμάν - Καθηγ. Ινστιτούτου Ορθ. Θεολογίας “Άγιος Σέργιος”,Η Εκκλησία του Αγ. Πνεύματος και η Μοναστική ζωή


14 Απριλίου 2013
Η Εκκλησία του Χριστού, ως ένα μυστηριακό, «μυστικό» σώμα, είναι επίσης «σώμα πνευματικόν» -όπως ο Απόστολος Παύλος αναφέρει- δηλαδή χώρος του Αγίου Πνεύματος, χώρος αενάου Πεντηκοστής.
Μέσα στο Ευαγγέλιο ο Ιησούς παρουσιάζεται ως ο Χριστός (κεχρισμένος) από το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα, που είναι η Βασιλεία του Πατρός, χρίει συγχρόνως τον Μεσσία Ιησού. Ποτέ δεν σταματά να παραμένει σ’ Αυτόν, όπως φαίνεται στη μεγάλη τριαδολογική θεοφάνεια κατά τη βάπτιση στον Ιορδάνη και τη μεταμόρφωση στο όρος Θαβώρ. Προς το τέλος του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, ο Χριστός ολοκληρώνει την αποκάλυψή του για το ρόλο του Αγίου Πνεύματος. Ως ο νέος Παράκλητος, θα εσωτερικοποιεί την παρουσία του Εσταυρωμένου και θα μεταδίδει την Τριαδική Αγάπη στους ανθρώπους.
followme
Στην πραγματικότητα, όταν ο Θεός «διά της δεξιάς του» (δηλαδή ο Πατήρ εν Αγίω Πνεύματι) ανέστησε τον Χριστό, το «πνευματικό σώμα» του Χριστού έγινε σώμα εκκλησιαστικό. Δομημένο με την πρώτη, αυθεντική επίκληση, γίνεται τώρα μόνιμο ως το σώμα του Κυρίου που κάθησε εν δεξιά του Πατρός και μεσιτεύει -αυτό είναι το όλο νόημα της προς Εβραίους Επιστολής- για την κάθοδο του Πνεύματος της Πεντηκοστής στην Εκκλησία που το περιμένει. Στη συνέχεια η Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, διέδωσε τη δύναμη (ενέργειες) της Ανάστασης εν Πνεύματι. Οι Πράξεις των Αποστόλων, διαπεραστικές όπως συμβαίνει με το ίδιο το βάθος της εκκλησιαστικής ζωής, εμφανίζονται ως το Ευαγγέλιο του Αγίου Πνεύματος, όπου το Πνεύμα μιλά και ενεργεί προσωπικά «εν ονόματι Ιησού Χριστού», δηλαδή μέσα από την ευχαριστιακή παρουσία και επίκλησή του. Σύμφωνα με την προφητεία του Ιωήλ, που χρησιμοποιεί ο Πέτρος, στις έσχατες ήμερες το Άγιο Πνεύμα θα εκχυθεί επί πάσαν σάρκαν και «πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται» (Πράξ. 2:21).
Πέρα από οποιαδήποτε ενασχόληση και έρευνα γύρω από τη χριστιανική αρχαιολογία, είναι βασικό να επιμείνουμε σε αυτή την επικλητική δομή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία, εν Αγίω Πνεύματι, είναι το μυστήριο του Αναστημένου Χριστού. Το μυστηριακό σώμα του Χριστού (δηλαδή η Εκκλησία), χάρη στην ιδιαίτερη σχέση βοήθειας και αλληλοπεριχώρησης με το Άγιο Πνεύμα, εμφανίζεται ως ο μοναδικός χώρος του Πνεύματος, όχι διότι το τελευταίο περικλείεται εκεί, αλλά διότι από εκεί, από την καρδιά του κόσμου, ξεχύνεται προς κάθε κατεύθυνση. Εφόσον μέσω των Μυστηρίων, και κυρίως μέσω της Θείας Ευχαριστίας, ολοκληρωνόμαστε στο Σώμα του Χριστού, εισερχόμαστε σε αυτό το χώρο χωρίς δυσκολία, όπου εδώ και μόνο «η θνητή ζωή» μας μεταβάλλεται σε «ζωή εν Πνεύματι».
«Δεόμεθα σου Κύριε, κατάπεμψον το Πανάγιόν σου Πνεύμα επί την θυσίαν της κοινότητος» -αναφέρει στην επίκλησή του ο Ιππόλυτος Ρώμης- «συγκράτησέ την, ένωσέ την και χάρισε στους αγίους που αποτελούν μέλη της να πληρωθούν διά του Αγίου Πνεύματος». Ας φέρουμε στη μνήμη τις διάφορες φράσεις της βυζαντινής Θείας Λειτουργίας. «Κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς [στην κοινότητα που προσφέρει] και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα» [στην προσφορά της κοινότητας]». «Ημάς δε τους εξ ενός άρτου και ποτηριού μετέχοντας ενώσαι αλλήλοις διά της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος». «Ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον», ψάλλουν αυτοί που μετέλαβαν. Και στη συριακή παράδοση η Θεία Ευχαριστία συχνά καλείται «πυρ και Πνεύμα». «Η φωτιά και το Πνεύμα είναι στο βάπτισμά μας», γράφει ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος. «Εξίσου η φωτιά και το Πνεύμα βρίσκονται στον Άρτο και στο Ποτήριο». Στη Χριστιανική Ανατολή, η σχετικά μεταγενέστερη σύνδεση του μυστηρίου του χρίσματος με αυτό του βαπτίσματος τονίζει την πνευματική διάσταση του δεύτερου: ο θάνατος και η Ανάσταση εν Χριστώ μάς εισάγει στη βασιλεία του Πνεύματος.
«Αυτός ουν έστι Θεός σαρκοφόρος, και ημείς άνθρωποι πνευματοφόροι», γράφει ο Μέγας Αθανάσιος. Πνευματική ζωή για ένα Χριστιανό σημαίνει ζωή εν Πνεύματι, ή μάλλον το Άγιο Πνεύμα ως ζωή, στα μέτρα της ύπαρξής μας ριζωμένης στο Σώμα του Χριστού -τα Τίμια Δώρα- και της ολοκλήρωσής μας στην κοινωνία των Αγίων, διότι είναι το Άγιο Πνεύμα που οικοδομεί την Εκκλησία σε κοινωνία. Εν Χριστώ, με το βαπτισματικό θάνατο και την ανάσταση, που γίνεται η σφραγίδα της όλης μας ύπαρξης, λαμβάνουμε το ζωοποιό Άγιο Πνεύμα, εκείνο που είναι η Ζωή, η πιο δυνατή από το θάνατο και στο οποίο βρίσκουμε την πνοή της αναστημένης ζωής μας. Το Πνεύμα μάς εισάγει στα «βάθη του Θεού» (Α’ Κορ. 2:10) όχι απλώς σε μια αδιαφοροποίητη άβυσσο, αλλά στο πλήρωμα και την πηγή της προσωπικά μεθεκτής, άκτιστης θείας ενέργειας. Ο νέος τρόπος ζωής που μεταδίδει το Πνεύμα σ’ εμάς είναι η ίδια η φύση της Αγίας Τριάδας. Στην πραγματικότητα εν Αγίω Πνεύματι ομολογούμε «Κύριον Ιησούν» (Α’ Κορ. 12:3) και τολμούμε να καλούμε τον Θεό «αββά ο Πατήρ» (Ρωμ. 8:15). Κάθε αποφατική αντινομία είναι γραμμένη σ’ αυτό το όνομα του Πατέρα, ένα όνομα που είναι ανώτερο από αυτό του Θεού, σύμφωνα με τη μαρτυρία των Πατέρων της Εκκλησίας. Διότι ο Πατέρας είναι την ίδια στιγμή η Πηγή της απρόσιτης θείας φύσης -υπέρθεος- και συγχρόνως αυτός που κοινοποιεί αυτή τη θεότητα σ’ εμάς μέσω του Χριστού διά του Αγίου Πνεύματος, με ένα τέτοιο τρόπο που μας κάνει να τον αποκαλούμε Αββά με απίστευτη τρυφερότητα.
Ζωή εν Χριστώ, ζωή εν Πνεύματι, ζωή εν Τριάδι. Πέρα από τη σύγχυση των υπάρξεων της μη-Χριστιανικής Ανατολής και τη σύγκρουση των ατόμων της ολοφάνερα μετα-Χριστιανικής Δύσης, η τριαδική πληρότητα αρχίζει, ενώνει και τελειοποιεί κάθε ανθρώπινη σχέση επικοινωνίας, ή καλύτερα, αυτή η πληρότητα μάς αποκαλύπτει τι μπορεί να σημαίνει στ’ αλήθεια αυτή η σχέση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει ότι στην Αγία Τριάδα τα πρόσωπα «την εν αλλήλοις περιχώρησιν έχουσι δίχα πάσης συναλοιφής και συμφύρσεως». «Έν γαρ έκαστον αυτών έχει προς το έτερον, ουχ ήττον ή προς εαυτόν».
Στην πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας, η τριαδική αποκάλυψη ορίζεται ως η αποκάλυψη του νοήματος του προσώπου και του έρωτα. Η τριαδολογική ανθρωπολογία -που είναι η αυθεντική θεολογία του ανθρώπου- αποκαλύπτει στον Χριστό, κάτω από τα περίπτερα πυρός του Αγίου Πνεύματος, «ένα και μοναδικό άνθρωπο», στην πιο ρεαλιστική έννοια του όρου, μέσα από τη διαφοροποίηση των προσώπων: όχι απλώς ομοιούσια αλλά ομοούσια. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας διασώζει την τριαδο-λογική κοσμολογία των πρώτων Πατέρων, που είναι πολύ Παύλεια: ό,τι υπάρχει, σύμφωνα με μια οντολογία του μυστηρίου, μας μιλά για τον Πατέρα· ό,τι ο λογικός άνθρωπος μπορεί να πει και να πράξει με κάποιο νόημα, μας μιλά για το Λόγο που ορίζει και νοηματοδοτεϊ τα πάντα· όπου υπάρχει ύλη, αντίθετα με την παγκόσμια πεποίθηση της εντροπίας, αυτή τείνει προς τη ζωή, η ζωή τείνει προς τη συνείδηση, η συνείδηση προς τον ενσαρκωμένο Θεό και με τον τρόπο αυτό, η υλη μας μιλά για τη ζωοπάροχη Πνοή του Πνεύματος.
Η Εκκλησία του Πνεύματος εμφανίζεται με τον τρόπο αυτό ως ο μεταμορφούμενος κόσμος, αποκαταστημένος στο πρωτόκτιστο κάλλος του, με μια εσχατολογική όμως προοπτική. Οι θείες ενέργειες μέσα από την Εκκλησία κατευθύνονται στην καρδιά των όντων και των πραγμάτων και φτάνουν σιγά-σιγά, διά της κοινωνίας των αγίων, στην ανθρωπότητα και τον κόσμο. Η Εκκλησία του Αγίου Πνεύματος μας δίνει τη δύναμη να διακρίνουμε, και έτσι να ελευθερώνουμε, την αλήθεια των όντων και των πραγμάτων, την ιερότητα του κόσμου, την εικόνα του κάθε προσώπου. Η Εκκλησία δεν θέτει τον εαυτό της υπεράνω της πραγματικότητας· αντίθετα συνιστά το βάθος της και αποκαλύπτει μαζί την κοσμική λειτουργία και την αποκάλυψη της ιστορίας.
Η Εκκλησία με τον τρόπο αυτό, αποκαλύπτεται σ’ εμάς με δύο όψεις οι οποιες ανταποκρίνονται μεταξύ τους -αν και κάποτε δεν ανταποκρίνονται. Από τη μια μεριά, πάνω στην πέτρα της πληρότητας που ήδη μας έχει δοθεί και διατηρείται, συναντούμε την ένδοξη και μεταμορφωμένη παρουσία του Αναστημένου Χριστού, όπου Θεός και ανθρωπότητα, Θεός και κόσμος, είναι αδιάσπαστα ενωμένοι. Είναι αυτό το δεδομένο που εγγυάται τη «διανομή των Μυστηρίων» από τους Επισκόπους και τους Ιερείς. Όμως από την άλλη, αυτή η πληρότητα πρέπει να εμφανίζεται στην προσωπική μας ζωή, όχι ατομικά αλλά συλλογικά, μέσα στην Εκκλησία, σε κοινωνία, με την ένωση της ελευθερίας μας με το Άγιο Πνεύμα. Εν Χριστώ, τα πάντα μας έχουν δοθεί, όμως εν Αγίω Πνεύματι τα πάντα είναι μια επανεύρεση σε συνάντηση με τον Χριστό. Το Πνεύμα είναι καινό: είναι δεμένο με ένα ιδιαίτερο τρόπο με το κάθε πρόσωπο· ποτέ δεν σταματά να εμπνέει μεταξύ Θεού και ανθρώπου τις «νέες λέξεις» ενός Άσματος Ασμάτων ήδη πραγματοποιημένου. Το Πνεύμα ζητά μετάνοια από μας και την κτίση: αυτή τη μετάνοια που είναι μια γνήσια ανατροπή της αίσθησης που έχουμε για το τι είναι πραγματικότητα. Η μετάνοια, με τη σειρά της, ετοιμάζει το δρόμο για ένα ξεχείλισμα μεσιτείας, υπηρεσίας και λατρείας που είναι αιώνιο και μαζί πάντα νέο.
Όσον αφορά στο ανθρώπινό της στοιχείο, όπως σημειώνει ο Ωριγένης, η Εκκλησία είναι η μοιχαλίδα την οποία ο Κύριος ποτέ δεν παύει να ξεπλένει στο αίμα του, να την μεταμορφώνει σε άσπιλη νύμφη. Όπως συμβαίνει στην πορεία του καθενός από μας, η Εκκλησία γνωρίζει στιγμές κενού και ξηρασίας, που φαίνεται ότι το Πνεύμα την έχει εγκαταλείψει, ίσως διότι εκείνη παραδόθηκε στον ύπνο, ξεχνώντας τη μετάνοια και τη ζωή της υπηρεσίας ή ίσως διότι επήρθη και άρχισε να μιμείται πιθηκίζοντας τον κόσμο και τον πολιτισμό του. Αυτή είναι η στιγμή που οι μοναχοί εμφανίζονται στο προσκήνιο.
Σύμφωνα με τους Πατέρες, μοναχοί είναι εκείνοι που προσπαθούν να ζήσουν ολόκληρη τη ζωή τους σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Αναζητούν συνέχεια αυτό το ένα ου εστί χρεία και έτσι ασκούν βία σε όλα μέχρι θανάτου, μια βία που γονιμοποιεί τη ζωή μας και για την οποία έχουν ακριβή συνείδηση: βία της υπακοής, η οποία ελευθερώνει από το εγώ και τα χαρακτηριστικά του· βία της πενίας, η οποία μας ελευθερώνει από κάθε κτημοσύνη με όλη τη σημασία της λέξης• βίας της αγνότητας, η οποία προετοιμάζει τον δρόμο για την ελευθερία των δύο προηγούμενων αρετών και επιβεβαιώνει τη σταύρωση και τη μεταμόρφωση του έρωτα σε αγάπη. Κάποιος θα μπορούσε να περιγράψει την κατάσταση του μοναχού με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια διατυπώνοντας μια διπλή δομή του μοναχισμού, η οποία είναι μάλλον πρόχειρη αλλά ίσως και δηλωτική.
1. Στη λογο-πνευματική ενότητα της Εκκλησίας οι Επίσκοποι και οι Ιερείς θεωρείται ότι βρίσκονται πιο κοντά στον πόλο της χριστολογικής μαρτυρίας. Σίγουρα, η αποστολή τους είναι χαρισματική, όμως εδώ το Πνεύμα μαρτυρεί, μέσω της αποστολής τους, ότι ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε και ότι η ζωή του προσφέρεται στους ανθρώπους στην Ευχαριστιακή Εκκλησία. Άλλοι βρίσκονται πιο κοντά στον πνευματολογικό πόλο, όπου το Άγιο Πνεύμα μας επιτρέπει να προσλάβουμε προσωπικά αυτή τη ζωή πιο δυνατή από το θάνατο, που ήδη έκανε την εμφάνισή του.
Ο μοναχός βρίσκεται στο κέντρο της πνευματικής αποδοχής μιας νέας ύπαρξης. Είναι βασικά λαϊκός από την άποψη του ευαγγελικού μαξιμαλισμού και της θυσιαστικής ανωνυμίας που αναφέρθηκε πιο πάνω. (Η ορολογία που χρησιμοποιούμε φέρνει τους δύο πόλους σε αντιπαραβολή, όχι όμως σε σύγκρουση: η ιδεώδης παράδοση της Ανατολής για Επισκόπους—μοναχούς δείχνει πόσο η Εκκλησία επιθυμεί να διατηρεί μαζί τη θεσμική και την προφητική όψη).
2. Στην πλατειά και περίπλοκη ενότητα αυτών που καλούνται να παραλαμβάνουν και να σκορπίζουν το Φως, μερικοί βρίσκονται πιο κοντά στην κτιστή πραγματικότητα, την ιστορία και τον κόσμο, για να τη μεταμορφώσουν. Άλλοι βρίσκονται πιο κοντά στο Φως, μεταμορφούμενοι οι ίδιοι με το να καταναλώνονται από αυτό. Αυτή η εγγύτητα προς το Φως, ορίζει τη θέση του μοναχού. Με τον ίδιο τρόπο είναι μια εγγύτητα στο θάνατο. Το χάρισμα του μοναχού είναι να είναι λαϊκός, κυριευμένος από ανυπομονησία για το φως, δηλαδή για το θάνατο και την ανάσταση. Για τους άλλους υπάρχουν μόνο οι βασικές ανάγκες που πηγάζουν από την έμφυτη κατάσταση. Για το μοναχό, πάνω απ’ όλα υπάρχει η μάχαιρα, η οποία, όπως γράφει ο Απόστολος, χωρίζει την ψυχή από το πνεύμα, το ψυχικό από το πνευματικό, το οποίο ακτινοβολεί από την υπερβατικότητα και δεν γνωρίζει άλλη οδό από την εγκατάλειψη του Σταυρού.
Στις «απαρχές» του μοναχισμού (πέρα από το πως διαμορφώθηκε αργότερα), όταν ήταν μια κίνηση εξόδου από τα κέντρα των πόλεων όχι μόνο πλάγια αλλά και κατακόρυφα, δεν υπήρχε μόνο ανθρώπινη βία αλλά και θεία χάρη. Ήταν η αναζήτηση της Βασιλείας των Ουρανών πέρα από τις συγκεχυμένες και αμφιλεγόμενες μορφές αυτού του κόσμου. Ήταν η βίωση της Παρουσίας του Χριστού όχι μόνο μυστηριακά αλλά και προσωπικά.
Σε περιόδους διωγμών, όπως στους πρώτους αιώνες ή και σήμερα ακόμη, η έκφανση του χριστιανικού μαξιμαλισμού -αυτό το αγκάθι στη σάρκα του κόσμου- άνηκε και ανήκει στους μάρτυρες, στους «τετρωμένους διά την αγάπην του Χριστού», οι οποίοι ενώ πάσχουν μαζί του, γνωρίζουν και προγεύονται τη χαρά της Αναστάσεως. Όταν σταμάτησαν οι διωγμοί και τα μαρτύρια, το «βάπτισμα της άσκησης» των μοναχών πήρε τη θέση του «βαπτίσματος του αίματος» των μαρτύρων, ως μια έμπρακτη εφαρμογή του βαπτίσματος δι’ Ύδατος και Πνεύματος, πάντοτε ακροσφαλής και αναγκαία. Γνωρίζουμε το θεμελιώδη δεσμό τον οποίο η Αγία Γραφή, καθώς και η ευχαριστιακή πράξη (που στην Ανατολή τονίζεται με το ζέον ύδωρ), καθιέρωσαν μεταξύ του Αίματος και του Πνεύματος. Από έδώ προέρχεται η ταύτιση της άσκησης με τη «θυσία του αίματος» στη γλώσσα του πρώτου μοναχισμού: «δώσε αίμα και λάβε πνεύμα», είναι μια έκφραση στην οποία τονίζεται η ανάγκη της μετάνοιας, η προσευχή της καθόδου στους ζωντανούς νεκρούς του Άδη -εδώ θυμάται κανείς τις εμφανίσεις του σατανά στον Άγιο Αντώνιο- ώστε να συναντηθεί με τον Χριστό και να αναστηθεί μαζί του, για να γίνει και ο ίδιος «αναστημένος», όπως ονομάζονταν οι μοναχοί στην πρώτη Εκκλησία. Όχι ότι ο μοναχός γίνεται υπεράνθρωπος αλλά, αντίθετα, με την κένωση, όπως ο Χριστός, κατεβαίνει πιο κάτω από τη δημιουργία. (Οι ερημίτες και οι στυλίτες, ταυτίζουν τους εαυτούς τους με τα φυτά και τις πέτρες, τους τοποθετούν πιο κάτω από τα ζώα και τους ανθρώπους). Η κένωση εκφράζει την κίνηση του Θεού, ο οποίος, δημιουργώντας, αφήνει γύρω του ένα διάστημα ελευθερίας με το να αποσύρεται και μετά κατεβαίνει με το Σταυρό στη δική του απουσία ώστε όλα, «ο ουρανός και η γη και τα καταχθόνια», να γεμίσουν από φως.
Ο δρόμος της κένωσης αποτελεί τη βάση για την εμφάνιση της χάριτος. Για το μοναχό, το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο είναι η περιεκτική αγάπη του Θεού. Ο μοναχός προσδέχεται αυτή την αγάπη που στους περισσότερους ανθρώπους φαίνεται ανύπαρκτη και άδεια. Είναι το θέμα του εν εξορία Θεού που το αισθάνθηκε τόσο έντονα ο ιουδαϊκός μυστικισμός και το οποίο στην ορθόδοξη πνευματικότητα, ιδιαίτερα τη ρωσική, έγινε ο Χριστός που οδοιπορεί, ο Χριστός που επαιτεί αγάπη, ή ακόμη ο Παράκλητος που παρηγορεί. Ο μοναχός έχει αυτή τη δωρεά της χάριτος: «Οι άνθρωποι ζητούν να δουν τα αποτελέσματα του έργου τους διότι έχασαν την αίσθηση του χαρίσματος· δεν πιστεύουν στο αόρατο. Ο μοναχός προσφέρει τον εαυτό του στον Θεό χωρίς όρους και όρια. Δεν αποζητά να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα του έργου του, διότι αν έκανε κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να έβαζε όρους στη δωρεά που προσφέρει. Ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό εμφανίζεται ως μια μεγάλη αποτυχία, είναι όμως από αυτή την αποτυχία που ανατέλλει το φως της ανάστασης και πηγάζει η σωτηρία. ‘Εμείς πρέπει να ακολουθούμε τα βήματα του Χριστού, πιστεύοντας στην κρυμμένη και αόρατη ενέργεια του Θεού. Ο Θεός ψάχνει και αναζητεί: υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους κανείς που να είναι εντελώς ανοικτός και έτοιμος να δοθεί; Τότε αυτός θα χρησιμοποιηθεί για να σώσει την Εκκλησία και τον κόσμο. Είναι δυνατό να σωθεί η Εκκλησία με ένα καθαγιασμό χωρίς όρους· ο πειρασμός της αυτάρκειας που είναι τόσο συνήθης μεταξύ των ανθρώπων, είναι στη βάση του ένας πειρασμός απώλειας της πίστης» (Α. Scrima).
Στο μαξιμαλισμό των μοναχών πρέπει να βρίσκει τον προσανατολισμό της η πνευματικότητα των Χριστιανών. Ο μοναχισμός ετοιμάζει το δρόμο των πνευματικών, των «αποστολικών ανδρών», οι οποίοι μιλούν από πραγματική γνώση για το ακατανόητο της Αγάπης. Με την απόλυτη προσκόλληση τους στο ένα «ου έστι χρεία», ο μοναχισμός σώζει τον κόσμο από την ειδωλολατρία και επιτρέπει στον Θεό να δρα. Η κένωση είναι αχώριστη από τη θέωση.
Είναι αλήθεια ότι στην ιστορία ο μοναχισμός απέδειξε και ένα άλλο λειτούργημα, το οποίο θα αποκαλούσα λειτούργημα της «υποκατάστασης». Σε όλη τη διάρκεια της χριστιανικής περιόδου μια πραγματικά προσωπική μεταβολή πολύ συχνά ταυτιζόταν με την κλίση στο μοναχισμό και η μοναστική κοινότητα ήρθε να υποκαταστήσει τη χριστιανική κοινότητα αφού στηρίχτηκε πάνω στο πρότυπο της Πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Όλο και πιο πολύ, στο μέτρο που γίνεται δύσκολο, απαιτητικό ή ακόμη και επικίνδυνο να είναι κανείς Χριστιανός, αυτό το λειτούργημα της «υποκατάστασης» εξαφανίζεται. Είναι φυσιολογικό κάποιος να δει, μέσα από προσωπική εμπειρία, από τη μια την εσχατολογική ανυπομονησία των μεγάλων μοναχών, η οποία είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά απαραίτητη και από την άλλη την υπομονή των λαϊκών με την οποία υπηρετούν μέσα στην ιστορία και οι οποίοι αποτελούν μια ολόκληρη τάξη ημι-μοναχικού και κοινοτικού τρόπου ζωής: αυτοί που ανήκουν σε ένα μοναχισμό ο οποίος ανοίγει και πάλι χώρους σιωπής και προσευχής στην καρδιά των πόλεων, αυτοί που ως λαϊκοί, ακόμη και μέσα στην πίεση της υπηρεσίας και του αγώνα, εφαρμόζουν ένα είδος «εσωτερικευμένου μοναχισμού» -για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου Ευδοκίμωφ- με διάφορες μορφές πενίας και κοινοκτημοσύνης. «Σ’ ένα κόσμο κουρασμένο, εξαντλημένο από τις φροντίδες, με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς ζωής, καθήκον μας είναι να επανεύρουμε και να ζήσουμε την πνευματική παιδικότητα, την ευαγγελική δροσιά και την αφελότητα της “στενής οδού” η οποία μας οδηγεί να καθήσουμε στο τραπέζι των αμαρτωλών, να ευλογήσουμε και να φάμε μαζί τους».
Ο μοναχισμός, λοιπόν, καλείται σήμερα να περάσει από τη λειτουργία της αντικατάστασης, η οποία πολύ συχνά οδήγησε σε ένα υπερτονισμό του θεσμού, στη λειτουργία της ανακάλυψης, της μεσολάβησης και της συνύπαρξης με τους άλλους. Καλείται να αναλάβει πλήρως τη χαρισματική, ή για να το θέσω θεμελιωδέστερα και πιο ταπεινά, την πνευματική του ζωντάνια. Το να μιλάς για «ασωτερικευμένο μοναχισμό» θα αποτελούσε μάταιο καλαισθητισμό αν δεν υπάρχουν αληθινοί μοναχοί. Οι διάφορες χαρισματικές ανανεώσεις θα μπορούσαν επίσης να ελευθερωθούν από τις ενοχλητικές επεκτάσεις των νεοσύλλεκτων εάν βρουν πεπειραμένη καθοδήγηση για να περάσουν την έρημο για τη μακρά και υπομονετική έξοδο προς τη «χώρα των ζώντων».
(«Ορθόδοξος Μοναχισμός», εκδ. Αρμός, σ. 63-75)

Η συνάρτηση μυστικισμού – ορθολογισμού

 

8 Μαΐου 2013
Μυστικισμός και ορθολογισμός αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς και αντίπαλους τρόπους αντίληψης και κατανόησης του κόσμου: μέσω της μυστικής εμπειρίας και της ενόρασης ο μυστικισμός. μέσω της λογικής σκέψης, συναρτημένης με την εμπειρία των αισθήσεων ο ορθολογισμός.
Ο μυστικισμός βασίζεται στην πίστη για την αλήθεια του μυστικού βιώματος και δε χρειάζεται επαλήθευση. ο ορθολογισμός βασίζεται στη λογική αποδειξιμότητα και στην εμπειρική επαλήθευση των αξιωμάτων του.
Από τις επισημάνσεις αυτές γίνεται φανερή η λειτουργικότητα αυτού του κριτηρίου για μια γενική τυπολόγηση των πολιτισμικών συστημάτων. Με γνώμονα τις πιθανές σχέσεις ανάμεσα στους δύο πόλους, μπορούμε θεωρητικά να προβλέψομε κι εδώ τρεις τουλάχιστον βασικούς τύπους αντίληψης και σημασιοδότησης:
α) Απόλυτη προτεραιότητα της μυστικής εμπειρίας έναντι του ορθού λόγου.
β) Απόλυτη προτεραιότητα του ορθού λόγου έναντι της μυστικής εμπειρίας.
γ) Συγκερασμός και σύνθεση ορθολογισμού και μυστικισμού.
77360
Στην πρώτη εκδοχή, η προτεραιότητα της μη επαληθεύσιμης μυστικής εμπειρίας καθιερώνει ένα χάσμα ανάμεσα στη μυστικιστική θεώρηση του κόσμου και στην άμεση εμπειρία των αισθήσεων. Διάσταση που οδηγεί στην αμφισβήτηση της αλήθειας του ορατού κόσμου (η εικόνα του οποίου θεωρείται ψευδής και παραπλανητική) και στην εδραίωση της πεποίθησης ότι ο αληθινός κόσμος δεν είναι προσιτός στις αισθήσεις.
Έτσι εισάγεται ο δυισμός, δηλ. η αντιθετική σχέση ανάμεσα στον ορατό, υλικό, φυσικό κόσμο, που είναι πλάνη, και στον αόρατο πνευματικό, μεταφυσικό κόσμο, που είναι η μόνη πραγματικότητα. Η κοσμοθεώρηση αυτή συνδέεται με τους πνευματικούς πολιτισμούς της Ανατολής, που εισήγαγαν και καθιέρωσαν τις μεταφυσικές θρησκείες.
Η δεύτερη εκδοχή, στην ακραία της έκφραση, της απόλυτης προτεραιότητας του ορθού λόγου, οδηγεί σε μια υλιστική αντίληψη του κόσμου, που απορρίπτει την ιδέα του θεού και τη θρησκευτική πίστη και εγκαθιδρύει στη θέση τους την παντοδυναμία του ανθρώπινου νου.
Σ’ αυτή τη θεώρηση αναγνωρίζεται εύκολα η «ύβρις του δυτικού ανθρώπου», όπως ονομάστηκε η νεοτερική αθεϊστική φάση του δυτικού αστικού πολιτισμού (θα μιλήσομε γι’ αυτήν παρακάτω).
ske1
Η τρίτη εκδοχή, όπου η ισορροπία μυστικισμού και ορθολογισμού αποτελεί δομικό συστατικό της κουλτούρας, αντιπροσωπεύει ένα σαφώς διαφορετικό πρότυπο, το οποίο συσχετίζομε με το Μεσογειακό πολιτισμικό μοντέλο.
Ξεκινούμε και πάλι από τον ελληνικό αγροτικό πολιτισμό, στον οποίο πολλοί μελετητές διακρίνουν μια σύνθεση ελληνισμού-χριστιανισμού, όπου διατηρείται ακέραιο το ενιαίο μυθικό σύμπαν της προχριστιανικής ελληνικής μυθολογίας. Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν, με τον Απάνω και τον Κάτω κόσμο, συνυπάρχουν, χωρίς αντιφάσεις, η χριστιανική θεότητα, η Παναγία, οι άγιοι, ως βοηθοί-συμπαραστάτες του ανθρώπου, μαζί με τα (αγαθά και κακοποιά) φυσικά δαιμόνια της λαϊκής μυθολογίας, αξεχώριστα. Όλα είναι οντότητες του ίδιου ενδοκοσμικού σύμπαντος.
Η φύση είναι ταυτόχρονα το πεδίο της εμπειρίας των αισθήσεων αλλά και η περιοχή του μυστηρίου και του θαύματος, όπου η εμφάνιση του θεού, η Θεοφάνεια είναι μια οικεία, σχεδόν αυταπόδεικτη εμπειρία.
Η κοσμοαντίληψη αυτή συνιστά τυπική έκφραση της ενότητας ανθρώπου – Κόσμου στις αγροτοκτηνοτροφικές κοινότητες της ελληνικής υπαίθρου. Αυτός ο κόσμος δεν έχει θέση για μεταφυσικό παράδεισο, εμπεριέχει όλες τις αξίες. αποτελεί το μοναδικό πεδίο ευδαιμονίας και ολοκλήρωσης του ανθρώπου.
Στην ελληνική ποιητική παράδοση το μυστήριο της θείας Επιφάνειας συναρτάται με ορισμένα αξιοθετικά κριτήρια, που πηγάζουν από την αντίληψη ότι η φύση είναι ο χώρος του κάλλους και του αγαθού, η φυσική, δηλαδή, περιοχή του θεότητας.
Η αντίληψη αυτή κωδικοποιείται στην ταυτότητα κάλλος = αγαθό, που δηλώνει μια αναγκαστική συνάρτηση: ό,τι είναι ωραίο είναι και αγαθό. και αντίστροφα, δεν μπορεί να είναι αγαθό ό,τι δεν είναι ωραίο.
Η συνάρτηση αυτή αντιπροσωπεύει έναν διαχρονικό κώδικα, που τον συναντούμε από τα μεταβυζαντινά χρόνια, στην εκκλησιαστική ποίηση, στην κρητική αναγεννησιακή λογοτεχνία, στη λαϊκή όπως και στη νεοελληνική προσωπική ποίηση, όπου καθιερώθηκε από τον Σολωμό και αναπτύχθηκε από τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Ελύτη.
Ο πολιτισμικός αυτός κώδικας, που η απώτερη αρχή του ανάγεται στo αρχαίο ελληνικό ιδεώδες του «καλού κἀγαθού ανδρός», έχει μια ισχυρή παρουσία στο δημοτικό τραγούδι, όπου εκφράζεται με μια σειρά υπερθετικές ταυτότητες. Ιδιαίτερα στην πλούσια κατηγορία των λαϊκών διστίχων, η σχετική εικονοπλασία βασίζεται σε μια μεταφορά: όμορφη κόρη = άγγελος:
Άγγελος είσαι, μάτια μου, κι αγγελικά χορεύγεις 
κι αγγελικά πατείς στη γης και μένα με παιδεύγεις
(Μ. Λιουδάκη, Μαντινάδες, 24.1).
Την αντίληψη αυτή εκφράζουν πολλά δίστιχα που έχουν θέμα τον ύμνο της ομορφιάς. Όταν ο λαϊκός ποιητής θέλει να εξάρει την ομορφιά σε υπερθετικό βαθμό, τότε την ταυτίζει με τη θεότητα:
Όντεν περάσω και σε δω στο παραθύρι απάνω, 
θαρρώ πως είσαι Παναγιά και το σταυρό μου κάνω.
(Μ. Λιουδάκη, Μαντινάδες, 6:77).
Έτσι από την ταύτιση του κάλλους με το αγαθό περνούμε στην ταύτιση του κάλλους με το ιερό και το θείο. Και η έκφραση της λατρείας του θείου μεταφέρεται στον φορέα του κάλλους:
Μπαίνω, σα μπεις στην εκκλησιά, σε λογισμό μεγάλο: 
Όντε σιμώνεις του Χριστού, ποιος προσκυνά τον άλλο!
(προφορ. παράδοση Δυτ. Κρήτης)
Το ανάλογο ισχύει και για τη λόγια λογοτεχνία, όπου η ιδέα της θεότητας μέσα στη φύση συναρτάται με ένα άλλο χαρακτηριστικό του μεσογειακού χώρου, την ποιότητα του φωτός. Από τη Φεγγαροντυμένη του Σολωμού και τον Αλαφροΐσκιωτο του Σικελιανού ως το αγγελικό και μαύρο φως του Σεφέρη, και την «ηλιολατρική» προοπτική του Ελύτη, το θαύμα συναρτάται με το μυστήριο του φωτός, όχι του σκοταδιού.
Μάλιστα, για το Σικελιανό και τον Ελύτη, το μυστήριο του φωτός και το θαύμα εκδηλώνεται στην ακμή του μεσημεριού, ιδέα που η απώτερη αφετηρία της ανάγεται στην ελληνική αρχαιότητα (στη λατρεία του Πάνα), μα που οι νεώτερες πηγές της βρίσκονται και πάλι στην ιταλική ποίηση του 19ου αιώνα, στον Leopardi, τον Carducci και τον D’ Annunzio.
Το κλειδί αυτής της ποιητικής μυθολογίας είναι η αναγκαστική συνάρτηση του ηθικού με το αισθητικό. Χάρη στη μυστηριακή επενέργεια του ηλιακού φωτός, το θαύμα γίνεται απτή πραγματικότητα και παράλληλα –για να χρησιμοποιήσομε τα λόγια του ποιητή– «το ταπεινό ανυψώνεται σε θεϊκό μέγεθος και το θεϊκό κατεβαίνει στο απτό και καθημερινό, χωρίς να σημειώνεται η παραμικρότερη λαθροχειρία».
Μέσα σ’ αυτό το αξιακό σύστημα εξισώνονται οι φυσικές και οι πολιτισμικές αξίες, οι «συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της αλκής και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς». Ορθός λόγος και μυστικισμός βρίσκουν τη σωστή ισορροπία.
(απόσπασμα από: νέος Ερμής ο Λόγιος, τεύχος 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 2010, του Ερατοσθένη Γ. Καψωμένου, Kαθηγητή Nέας Eλληνικής Φιλολογίας και Θεωρίας της Λογοτεχνίας)