Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,

 

 
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 6ο, στίχοι 31 ἕως 36, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 05-10-2014.
 
Πολύ ἁπλή φαίνεται στήν κατανόησή της μέ τό πρῶτο ἄκουσμα, ἡ περικοπή πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο μέσα ἀπό τά λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. Καί φαίνεται ἁπλή βέβαια καί κατανοητή ἀπ᾿ τό πρῶτο ἄκουσμα καί παρ᾿ ὅλα ταῦτα καταλαβαίνουμε, μέσα ἀπό τίς προτάσεις πού ἀκούγονται ἀπό τό στόμα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι καταλύεται ἕνα ὁλόκληρο δαιμονικό σύστημα συναλλαγῶν στό ὁποῖο στηρίζεται, σέ ἀνθρώπινα καί διεθνῆ ἐπίπεδα, ὅλη μας ἡ κοινωνία.
Οἱ φράσεις τοῦ Χριστοῦ εἶναι αὐτονόητες στό πρῶτο τους ἄκουσμα, χριστιανικά τουλάχιστον. «Μήν ἀγαπᾶτε μόνο αὐτούς πού σᾶς ἀγαπᾶνε», «μήν ἀγαθοποιεῖτε μόνο αὐτούς πού σᾶς κάνουν καλά» καί «μή δανείζετε σ᾿ αὐτούς πού περιμένετε νά πάρετε πίσω αὐτά πού δανείσατε». Φαίνεται ἕνα χριστιανικό Εὐαγγέλιο πολύ ὄμορφο καί εἶναι ἔτσι καί πράγματι καταλύει τό σύστημα τῶν συναλλαγῶν πού ἔχουμε, εἰδικά στίς ἀνθρώπινες σχέσεις, σ᾿ ἀγαπῶ, μ᾿ ἀγαπᾶς, δέν μ᾿ ἀγαπᾶς, σοῦ δίνω, δέν μοῦ δίνεις, σοῦ δίνω, ἀλλά καταλύεται καί κάτι βαθύτερο. Τό κείμενο δέν τελειώνει ἐκεῖ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ μας, πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, δίνει τή θεραπευτική αὐτῶν τῶν πράξεων. Ἔ, θά πεῖτε ναί, θά γίνουμε καλοί ἄνθρωποι. Πεῖτε το ἔτσι, ἀλλά εἶναι κάτι βαθύτερο.
Τό κείμενο πάει παρακάτω καί ἀφοῦ ὁρίζει αὐτές τίς τρεῖς δομές, μήν ἀγαπᾶτε μόνο αὐτούς πού σᾶς ἀγαπᾶνε, μήν κάνετε αὐτό καί αὐτό, μήν κάνετε ἀνταλλαγή στά πάντα, πάει σέ μιά βαθιά θεραπευτική. Καί ἐκεῖ κρίνεται τό κείμενο γιά τή ζωή μας, γιατί αὐτό πού κάνεις τό κάνεις ἁπλῶς γιά νά γίνεις καλός ἄνθρωπος, νά κάνεις καλό, νά φανεῖς εὐσεβής στήν κοινωνία; Εἶναι κάτι βαθύτερο. Εἶναι προτάσεις, θά τίς πῶ τώρα τρεῖς προτάσεις βαθιά θεραπευτικές, οἱ ὁποῖες λειτουργοῦν πάνω μας. Καί εἶναι μάλιστα τρεῖς λέξεις.
Ἀκοῦστε τήν πρώτη λέξη, τοῦ κειμένου ἡ λέξη. Λέει, «μηδέν ἀπελπίζοντες». Προσέξτε τή λέξη «ἀπελπίζοντες»· ἐμεῖς τή λέξη ἀπελπισία, τήν ἔχουμε ὡς κάτι κακό, ἀπελπισία. Καί πράγματι, εἶναι δαιμονικό νά ἀπελπιζόμαστε. Ἀλλά ἐδῶ τή λέξη ἀπελπισία τή βάζει ἀλλιώτικα. Ἀπελπίζομαι σημαίνει, ὅταν κάνετε κάτι, μήν ἐλπίζετε κάτι νά σᾶς κάνουν. Ἄρα ὑπάρχει καί μιά ἀσκητική καί εὐλογημένη ἀπελπισία. Ὅταν δέν περιμένουμε κάτι νά πάρουμε, ἔτσι τό λέει στά Ἑλληνικά ἡ λέξη, λέγεται μιά ἄλλη ἀπελπισία. Ἐπειδή ὅμως δέν ἔχουμε αὐτή τήν εὐλογημένη ἀπελπισία, περιμένουμε πάντοτε κάτι, ἀπελπιζόμαστε δαιμονικά καί τότε ἀρρωσταίνουμε. Βλέπετε εἶναι μιά λέξη πού ἀλλάζει τό ἦθος της. Καί μάλιστα στήν πατερική ἑρμηνευτική ἀλλά καί στά Ἑλληνικά. «Μηδέν ἀπελπίζεσθαι». Μήν περιμένετε, μήν ἔχετε ἐλπίδα νά πάρετε κάτι ἀπ᾿ αὐτά πού κάνετε. Καί αὐτή εἶναι ἡ ἀσκητική, θά τό λέω ἔτσι, ἀπελπισία καί ἄς ἀντέξετε τή λέξη. Ἀλλά ἐμεῖς δυστυχῶς ἔχουμε κολλήσει στήν ἄλλη, τή δαιμονική ἀπελπισία, ἡ ὁποία ἀκριβῶς, κουραζόμαστε ἐπειδή δέν μᾶς ἀγαπᾶνε, δέν μᾶς κάνουν αὐτά πού [τούς] κάναμε. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ θεραπευτική καί μόνο πού τό κάνεις καί δέν ἐλπίζεις τίποτε καί φυσικά τότε ἐλπίζεις στόν Θεό καί ὅλα εἶναι στά χέρια Του, ἀρχίζεις καί θεραπεύεσαι. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο στοιχεῖο.
Τό δεύτερο στοιχεῖο, λέει ὁ Χριστός ὅτι ἀπ᾿ αὐτά πού θά κάνετε, θά πάρετε μισθό. Καί κάποιος μπορεῖ νά γελάσει καί νά πεῖ, τόση ὥρα μᾶς μιλᾶς καί μᾶς λές, μήν περιμένετε τίποτε, νά τώρα θά περιμένετε μισθό. Ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται δέν καταλάβαμε τή λέξη μισθός ὅπως ἑρμηνεύεται ἀπό τά πατερικά κείμενα καί ὅπως ὁρίζεται καί ἀπό τή γλώσσα τήν ἑλληνική. Νά δώσω ἕνα παράδειγμα, προσέξτε: ὅταν σ᾿ ἕναν ἄνεργο δώσω δουλειά, τοῦ δίνω μισθό, τοῦ δίνω νόημα ζωῆς. Μισθός, λοιπόν, σημαίνει στά κείμενα τά πατερικά καί στή γλώσσα τήν ἑλληνική, τή βρῆκα εἰδικά στήν περίοδο τήν ἑλληνιστική, ἡ λέξη μισθός νά ὁρίζεται ὡς εὕρεση τρόπου ζωῆς καί ὁρισμοῦ ζωῆς. Μισθόν θά λάβετε καί μάλιστα «ἐν τῷ οὐρανῷ». Θά βρεῖτε τρόπο ζωῆς πού ἀπό τώρα θά ζεῖτε σάν στόν οὐρανό. Εἶναι μιά οὐράνια διαβίωση, αὐτός εἶναι ὁ μισθός. Βρίσκω τρόπο καί σχῆμα καί σκοπό ζωῆς, αὐτός εἶναι ὁ μισθός. Μακάρι νά βροῦμε, λοιπόν, τόν μισθό μας. Δέν εἶναι ἄλλες ἀνταλλαγές, οἱ ὁποῖες περιμένουμε ἔστω ἀπ᾿ τόν Θεό. Ἐμεῖς δέν περιμένουμε τίποτε, περιμένουμε τήν ἀγάπη Του. Καί δέν περιμένουμε κανένα μισθό καί ὅμως αὐτό πού κάνουμε καί μόνο εἶναι θεραπευτικό, γιατί μᾶς δίνει νόημα ζωῆς, γιατί ζοῦμε, γιατί ἀγαπᾶμε τόν Θεό καί ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους.
Καί δέν σταματάει τό κείμενο, πέρα ἀπό τήν ἀνατροπή τῆς λέξεως «ἀπελπισία», τήν ἀνατροπή τῆς λέξεως «μισθός», ὑπάρχει καί μιά βαθύτερη λέξη, πού λέει νά εἶστε «οἰκτίρμονες». Ἔ, θά τό πεῖτε νά εἶστε φιλεύσπλαχνοι. Προσέξτε τόν ὁρισμό τῆς ἑλληνικῆς ἀναλύσεως τῆς λέξης οἰκτίρμων. Οἰκτίρμων, οἰκ-τίρω, τείρω, τείρομαι σημαίνει εἶμαι τραυματισμένος, οἰκ-τίρω, οἶκος, οἰκεῖο, οἰκογενής, εἶμαι οἰκεῖος μέ τόν τραυματισμένο, εἶμαι οἰκεῖος μέ τόν ἀπελπισμένο, μέ τόν κουρασμένο, μέ τόν τραυματισμένο. Αὐτό λοιπόν πού κάνεις, εἶναι μιά βαθιά ἀλλαγή πάνω σου, ἀφοῦ βρίσκεις τρόπο ζωῆς καί δέν εἶσαι ἀπελπισμένος, κατά τά μέτρα τά δαιμονικά, πέρα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, θεραπεύεις βαθιά τόν ἑαυτό σου γιατί θεραπεύεις καί τούς ἄλλους. Οἰκτίρμων σημαίνει εἶμαι οἰκεῖος μέ αὐτούς πού ἔχουν τραυματιστεῖ.
Καί τό κείμενο πιά ἀποκτᾶ ἕνα ἄλλο ἦθος, πολύ βαθιά ἀσκητικό. Εἶναι πολύ ἀνοικτό, πολύ φωταγωγικό κείμενο, τό ὁποῖο μᾶς βάζει νά σκεφτοῦμε τή ζωή μας, τήν καθημερινότητά μας. Ἐπειδή ἡ ζωή μας κρίνεται στήν καθημερινότητα, στή σχέση μέ τούς ἄλλους καί μέ τά ἀνταλλακτικά μεγέθη, οἱ τρεῖς προτάσεις τοῦ Χριστοῦ, ἄν βροῦν καί τόν ὁρισμό μέσα ἀπό τήν ἑρμηνευτική τῶν τριῶν λέξεων, τῆς ἀπελπισίας, τῆς λέξεως τοῦ οἰκτίρμονος πού εἴπαμε καί τῆς λέξεως τοῦ μισθοῦ, ἀποκτοῦν ἄλλη σημασία πάνω μας. Καί ἄν ἀκολουθήσουμε αὐτόν τόν δρόμο, πού εἶναι ἁπλός, εἶναι δρόμος καθημερινός, δέν εἶναι ἄλλες ἀσκητικές προτάσεις πολύ σκληρές καί δύσκολες, τότε πραγματικά, ξεπερνᾶμε τόν φραγμό καί τό φράγμα τῆς καθημερινῆς ἀρρώστιας τῆς ἀπελπισίας, ξεπερνᾶμε τό νά περιμένουμε κάτι, παρά μόνο τό ὅτι κερδίζουμε καί γινόμαστε πολίτες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀκριβῶς παίρνουμε μισθό, βρίσκουμε στόχο ζωῆς. Καί πέρα ἀπ᾿ αὐτά, αὐτονόητα πιά, χωρίς νά κάνουν κάτι οἱ ἄλλοι, εἴμαστε οἰκτίρμονες γιατί αὐτό τό κάναμε καί ἀποτέλεσμα εἶναι τό ὅτι ἔχουμε οἰκειότητα μέ τούς πληγωμένους.
Πόσο μεγάλο πράγμα, πόσο θά ἄλλαζε ὁ κόσμος πραγματικά, ἄν αὐτό τό σύντομο κείμενο πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, καθόριζε τά μεγέθη τῆς ζωῆς μας. Πόσο θά ἄλλαζε ἡ ζωή μας ἄν, καθημερινά, αὐτά τά βάζαμε σάν στόχαστρο ζωῆς. Ὄχι σάν μία φιλοσοφία ζωῆς ἁπλῶς, [ἀλλά] σάν ὁρισμό πρακτικῆς ζωῆς. Τότε πραγματικά αὐτό τό κείμενο πού ἀκούσατε, δέν θά εἶναι μόνο ἐπωφελές γιά σᾶς, θά εἶναι παραγωγικό, οὐσιαστικό καί θά ἀλλάξει τά δεδομένα καί τίς δομές τῆς ζωῆς σας.

ΜΙΚΡΗ ΝΗΠΤΙΚΗ ΚΛΙΜΑΚΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία

 
ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 8ο, στίχοι 5 ἕως 15, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 16-10-2005.
 
Τήν πολύ γνωστή παραβολή τοῦ σπορέως πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, ἀπό τό Κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, μποροῦμε νά τή διαφοροποιήσουμε ἀπό ἄλλες περικοπές γιά ἕναν ἰδιαίτερο λόγο: Εἶναι μιά περικοπή πού μέσα σέ μιά μοναδική ἔκφραση, ἑρμηνεύεται ἡ ἴδια ἀπό τόν Χριστό. ῎Ετσι, θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά παρέμβει ἑρμηνευτικά σέ αὐτό τό κείμενο, ἐφόσον ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἑρμηνεύει τά δικά Του τά λόγια. Καί παρόλο πού δέν μποροῦμε πραγματικά νά μιλήσουμε γιά ἑρμηνευτικές προεκτάσεις ἤ ἀναλύσεις, ἀφοῦ τά εἶπε ὅλα ὁ Χριστός, μποροῦμε, μέσα ἀπό τό δεύτερο κείμενο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Χριστοῦ πού δίνει στήν παραβολή, νά ἀποκαλύψουμε – καί αὐτό εἶναι μιά μικρή νηπτική, θά ᾽λεγα μιά μικρή κλίμακα πνευματικῆς ζωῆς πού ὁδηγεῖ στόν ἴδιο τόν Χριστό.
Νά δοῦμε αὐτή τήν ἑρμηνεία τοῦ Χριστοῦ, πῶς εἶναι μιά μικρή κλίμακα καί μιά πορεία πνευματικῆς ζωῆς καί ἀποκαλύπτεται στή ζωή μας ὁ Χριστός. Πρῶτα-πρῶτα ἡ ἑρμηνεία πού δίνεται γιά τόν Λόγο. Ὁ σπόρος εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καί δέν εἶναι ὁ Λόγος ἁπλῶς τό ἄκουσμα· εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐλλογοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή πού μπαίνει μές στήν καρδιά μας [ὁ Λόγος]. Δύο φορές μέσα ἀπό τό κείμενο περνάει ἡ λέξη «καρδιά». Μπαίνει μές στήν καρδιά μας ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, πού εἶναι ὁ Θεός-Λόγος, καί ἐμεῖς χριστοποιούμεθα καί γινόμαστε λογικοί, ὄντως λογικοί ἄνθρωποι, ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι λοιπόν, αὐτή ἡ κλίμακα ὁδηγεῖ στή χριστοποίηση τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἑρμηνεία τοῦ Χριστοῦ μας πορεύεται σέ τέσσερα στάδια· αὐτή ἡ κλίμακα ἔχει τέσσερα στάδια. Καί στά τέσσερα στάδια ἡ εἰσαγωγική λέξη εἶναι ἡ λέξη «ἀκοή». Ἀλλοῦ ἡ ἀκοή γίνεται ἀποδεκτή καί ἀλλοῦ ἀπορρίπτεται, ἀλλά παντοῦ ὑπάρχει ἡ ἀκοή, δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἔχει αἰσθήσεις, εἶναι ζωντανός ἄνθρωπος, δέν εἶναι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν σκέπτεται, εἶναι ἄνους, ἀλλά μπορεῖ νά καταλάβει. Αὐτή ἡ ἀκοή τώρα πῶς ἀξιοποιεῖται καί πῶς ὁδεύει αὐτή ἡ κλίμακα τῶν ἀρετῶν καί ἡ πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς πού μᾶς πάει στόν Χριστό.
Στό πρῶτο ὑπάρχει μιά δυσκολία. Ὑπάρχει ἡ προσβολή, λέει, τοῦ διαβόλου. Εἶναι γεγονός ἐξωτερικό καί πράγματι ὁ ἄνθρωπος σέ ὅλη του τή ζωή παλεύει μέ τούς πειρασμούς πού τίθενται ἀπό τόν διάβολο, ἀλλά εἶναι γεγονός ἐξωτερικό καί ὁ ἄνθρωπος, κατά τά μέτρα πού θέλει τόν Χριστό, οὔτε κἄν παλεύει, θά λέγαμε. Δέν κουβεντιάζει καθόλου μέ τόν διάβολο. Εἶναι τό στάδιο στό ὁποῖο ὁ Χριστός μπαίνει στή ζωή μας καί μᾶς δίνει τή δύναμη νά ἔχουμε ἀντίδραση καί μιά στάση ἀλλιώτικη πρός τόν διάβολο. Δέν κουβεντιάζουμε μαζί του. Ἐμεῖς προχωροῦμε στόν Χριστό. Θά ἔλεγα ὁ ἄνθρωπος δέν φταίει γιά τόν πειρασμό. Φταίει ἄν ἀποδεχθεῖ καί κουβεντιάσει.
Στό δεύτερο στάδιο ὑπάρχει πάλι ἕνα γεγονός ἐξωτερικό πού εἶναι ἀντικειμενικό. Μιλάει γιά τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς. Προσέξτε! Δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ πειρασμός τοῦ διαβόλου, εἶναι οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς καί αὐτό εἶναι γεγονός ἐξωτερικό. Τό λέει «πειρασμό» ὁ Χριστός ἐδῶ γιατί μέσα ἀπό τίς δυσκολίες παίρνουμε πείρα, τό πῶς θά ἀντιμετωπίσουμε τά δύσκολα πράγματα. Εἶναι μιά ἐμπειρία. Ἡ κάθε δυσκολία λοιπόν, ἄν ἀντιμετωπιστεῖ ἐλλόγως, ἔχοντας ὡς ἐργαλεῖο μές στήν καρδιά μας πάλι τόν Χριστό –εἶναι καρδιακό γεγονός– ἔρχεται ὁποιαδήποτε δυσκολία νά μή μᾶς ταράξει. Ὅπως ὁ διάβολος μέ τήν ἐπίθεσή του δέν μᾶς ταράζει, γιατί εἴμαστε ἄνθρωποι λογικοί, ἔλλογοι τοῦ Χριστοῦ, ταυτόχρονα οἱ δυσκολίες δέν μᾶς ταράζουν. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος κουβεντιάζει μέ τόν διάβολο ἤ ταράσσεται μέ δυσκολίες, ἀκριβῶς δέν μπορεῖ νά πάει παρακάτω στή χριστοποίηση, στό τελευταῖο σκαλοπάτι πού εἶναι ἡ ὁριστική κατάληξη τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Στό τρίτο σκαλοπάτι ἀρχίζει νά λειτουργεῖται πιά ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος συμπλέκεται μέ τίς εὐθύνες τῆς ζωῆς καί μέ τά πράγματα τῆς ζωῆς καί προσκολλᾶται πάνω τους. Ἐδῶ ὑπάρχει μιά καίρια εὐθύνη. Τά πράγματα εἶναι ὅπως εἶναι καί ἐμεῖς τά ἔχουμε τά πράγματα ἔχοντας αὐτή τή λογική τοῦ Χριστοῦ, ἔχοντας χριστοποιήσει τή ζωή μας, νά τά κάνουμε κι αὐτά χριστοποιημένα, νά τά εὐλογήσουμε. Ὁ ἄνθρωπος εὐλογεῖ τά πάντα. Δέν δέχεται νά δεθεῖ μέ τά πράγματα, οὔτε νά ὑποταγεῖ στά πράγματα. Καί αὐτά τά χριστοποιεῖ, θά λέγαμε, καί αὐτά τά φωτίζει, γιατί εἶναι ἡ ἔλλογη παρουσία τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ. Ὁ ἄνθρωπος εὐλογεῖ καί δέν καταράσεται ἀπό τά πράγματα, δέν διαλύεται ἀπό τά πράγματα, δέν ὑποτάσσεται στά πράγματα. Δέν ὑποτάσσεται πουθενά παρά μόνο στόν Χριστό. Ἄν ὑποταχθοῦμε σέ ἄλλα γεγονότα, χάνουμε αὐτή τή νηπτική, αὐτή τήν κλίμακα. Ἤ ἄνθρωποι εἶναι ἤ ἀντικείμενα εἶναι, δενόμαστε μέ τά πράγματα καί χάνεται ἡ λογική μας πορεία καί γινόμαστε δοῦλοι τῶν πραγμάτων πού δέν ἔχουν λογική πάνω τους.
Καί στό τέλος ὑπάρχει τό θετικό κοίταγμα καί ἐπανέρχεται ἡ λέξη «καρδιά». Βλέπετε, ὅλα αὐτά τά γεγονότα μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου λειτουργοῦν, μέ ἕνα μυστικό τρόπο. Μυστικά ὁ Χριστός κουβεντιάζει μαζί μας καί ἔρχεται στό τελευταῖο στάδιο ἀκριβῶς νά ὑπάρχει μιά λέξη ἡ ὁποία εἶναι πολύ κοινότυπη καί τή δίνουμε πολλές φορές σάν συμβουλή πνευματική. Λέει ὅτι ὅλα αὐτά λειτουργοῦνται «ἐν ὑπομονῇ». Εἶναι ἡ ὑπομονή πού ξέρουμε, εἶναι ἡ ὑπομονή ὅμως ἡ ὁποία ἔχει καί μιά ἄλλη ἔκφραση. Εἶναι μιά ὑπομονή ἡ ὁποία δέν κουβεντιάζει μέ τόν διάβολο, ἡ ὑπομονή πού λέει δέν σέ πειράζουν οἱ πειρασμοί, οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς, ἡ ὑπομονή πού λέει δέν ὑποτάσσομαι στά πράγματα, ἀλλά καί μέσα της, ἀκόμη καί γιά τούς Πατέρες-ἑρμηνευτές, ἔχει μιά διαχρονικότητα. Βλέπετε, ἐμεῖς βιαζόμαστε νά ξεπεράσουμε τή δυσκολία. Ἡ ὑπομονή ἔχει μιά διαχρονικότητα, εἶναι μιά προσμονή. Βλέπετε ὁ σπόρος ἔχει μιά διαχρονικότητα γιά νά καλλιεργηθεῖ. Ἡ ἀρετή, λοιπόν, καλλιεργεῖται οὐσιαστικά καί ὁ ἄνθρωπος γίνεται χριστοποιημένος ἄν προσμένει, ἀναμένει, ὄχι ἁπλῶς πῶς θά ἔρθουν τά πράγματα. Προσμένει πῶς σιγά-σιγά, μέσα ἀπό τό δικό του θέλημα θά καλλιεργηθεῖ ἐντόνως καί πιό ἐνεργῶς πάνω στήν καρδιά του ὁ Χριστός. Κι ἡ καρδιά καλλιεργεῖται ὅπως καλλιεργεῖται ὁ σπόρος. Ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ εἶναι καρδιακό γεγονός, γεγονός σπόρου, γεγονός ἀναπτύξεως ὑπομονῆς, πορείας διαχρονικῆς. Ὅποιος βιάζεται στά πνευματικά δέν κάνει τίποτε. Ὅποιος βιάζεται νά ξεπεράσει τούς πειρασμούς δέν παίρνει ἐμπειρία τῆς πείρας τῶν πειρασμῶν, δέν μπορεῖ νά γίνει ἄνθρωπος πνευματικός.
Αὐτά ὅλα τά τέσσερα σκαλοπάτια εἶναι μιά κλίμακα, καί μάλιστα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακας μετά πού ἔγραψε τήν «Κλίμακα» διηύρυνε αὐτόν τόν πυρήνα οὐσιαστικά τῆς κλίμακας. Μπορεῖτε νά τά ἀξιοποιήσετε, γιατί ἡ περικοπή εἶναι πολύ γνωστή καί πάρα πολύ κατανοητή, γιά νά μπορεῖτε νά προχωρήσετε μέ πολύ ἁδρά βήματα, μέ πολύ σοβαρά καί σταθερά βήματα, στή δική σας προσωπική πνευματική ζωή.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ

Γέρων Γερμανός - Περί Αγάπης



Γέρων Γερμανός - Περί Αγάπης
ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΠΑΤΡΙΚΩΝ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΩΝ
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ

Μέρος Β'
ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ

* Εκείνος, που αγωνίζεται να αποκτήση τελεία αγάπη, τόσο προς τον Θεό, όσο και προς τον πλησίον, αυτός μπορεί και ομολογεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν «εν Πνεύματι Αγίω» (βλ.. Α’ Κορ. 12, 3).
* * *
* Πρέπει να πιστεύης ότι σε αγαπά ο Θεός, ακόμη κι αν όλοι οι άνθρωποι σε αποστραφούν κι αν όλοι σε εγκαταλείψουν.
* * *
* Όταν σου έλθη λογισμός πως δεν σε αγαπούν και δεν σου συμπαραστέκονται, τότε να θυμάσαι πως, όταν όλοι σ’ εγκαταλείψουν, όμως έχεις τον Θεό για βοηθό. «Ο πατήρ μου», λέγει ο Δαβίδ, «και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με, ο δε Κύριος προσελάβετό με» (Ψαλμ. 26, 10). Κάποιος Μοναχός ήταν άρρωστος. Πέρασε περίπου ένας μήνας, και κανείς δεν πήγε στο κελλί του να τον 'δη και να τον βοηθήση. Κατόπιν έστειλε ο Θεός άγγελο να τον υπηρέτηση. Κι όταν αργότερα οι συνασκητές του σκέφθηκαν να τον επισκεφθούν, να ιδούν μήπως είναι άρρωστος, μήπως έχη πάθει τίποτα, αυτός, μόλις τους αντίκρυσε, τους φώναξε: «Φύγετε!» Τότε αυτοί του είπαν: «Γιατί μας διώχνεις;» Αυτός αποκρίθηκε: «Τόσο καιρό, που δεν με σκεφθήκατε εσείς, που δεν με είδατε, που δεν με βοηθήσατε, έστειλε ο Θεός άγγελο, και με υπηρετούσε. Μα τώρα, που ο άγγελος σας είδε, έφυγε! Προτιμότερο να φύγετε εσείς, και να έρθη πάλιν ο άγγελος!»
* * *
* Γιατί να μη έχουμε για κάθε άνθρωπο αγάπη;
* * *
* Για το θέμα της αγάπης προς τον πλησίον, που με ερωτάς, είναι γραμμένο κάπου: «Μετά πάντων έχε αγάπην και από πάντων απέχου». Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η αγάπη δεν ενεργείται μόνο με την εξωτερική της εκδήλωση. Η αγάπη ενεργείται κυρίως μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει να έχης αγάπη για 'κείνον, που σου θυμώνει, για 'κείνον, που σε κατηγορεί, για 'κείνον, που σε εξευτελίζει. Να 'πης ότι αυτός είναι ο γιατρός μου. Και ναι μεν τα φάρμακα, που μου δίνει, είναι πολύ πικρά, αλλά εγώ με αυτά ωφελούμαι. Αυτό εξ άλλου είναι και η εφαρμογή των λόγων του Κυρίου. «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμίν, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς» (Λουκ. 6, 27-28). Δεν είναι απαραίτητο να του ειπώ με λόγια πως τον αγαπώ. Εκείνο, που έχει σημασία, είναι να έχω μέσα μου την αγάπη γι’ αυτόν, έστω κι αν φέρθηκε έτσι. Και επειδή μπορεί να κολαστή με τον άσχημό του τρόπο, γι’ αυτό να παρακαλώ τον Θεό να τον ελεήση, να τον φωτίση, να τον συγχωρέση, για να μη κολασθή. Γιατί να έχω κάτι μαζί του; Αφού δεν με θέλει, θα απέχω. Όμως κατ’ ουδένα τρόπο δεν θα αφήσω μέσα μου τον λογισμό, τον πειρασμό να με πειράζη εναντίον του, αλλά θα παρακαλώ τον Θεό να τον ελεήση, να τον φωτίση, να τον συγχωρέση, να τον σώση.
* * *
* Όσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς τον Θεό, τόσο περισσότερο Αυτός σου αποκαλύπτεται!
* * *
* Εκείνος, που επιθυμεί το κακό του συνανθρώπου του, κάνει τελικά κακό στον ίδιο τον εαυτό του. Και εκείνος, που αγαπά ακόμα και τον εχθρό του, στην πραγματικότητα ευεργετεί τον ίδιο τον εαυτό του.
* * *
* Όσο πιο πολύ αγωνιζόμαστε να αγαπήσουμε τον Χριστό, τόσο πιο πολύ νοιώθουμε μέσα μας χαρά και ευτυχία. Δεν υπάρχει στον κόσμο μεγαλύτερη ευτυχία από το να φλέγεται η καρδία μας από αγάπη προς τον γλυκύτατο Κύριό μας.
* * *
* «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24). Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον Χριστό με όλη την καρδία μας, πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα τα γήινα είναι πρόσκαιρα και μάταια, και σε τίποτε από αυτά να μη προσκολληθούμε. Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, πρέπει να περιφρονήσουμε τρία πράγματα: Το χρήμα, τις ηδονές και την ανθρώπινη δόξα.
* * *
Είμαστε σε θέση να πούμε μαζί με τον Απόστολο Παύλο, «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. 8, 35). Αν ναι, τότε είναι που πραγματικά αγαπούμε τον Χριστό!
Δεν έχει τόση αξία το να αγαπούμε όσους μας αγαπούν. «ποία υμίν χάρις εστί;» (Λουκ. 6, 32). Αξία έχει το να αγαπούμε αυτούς, που μας εχθρεύονται, κι αυτούς, που μας μισούν!
* * *
* Μίμηση του Χριστού σημαίνει πρώτ’ απ’ όλα μίμηση της αγάπης του Χριστού προς τον άνθρωπο. Να θυσιάζουμε «τα θελήματα της σαρκός» (Εφ. 2, 3) χάριν της αγάπης του αδελφού μας.
* * *
Όπως «ο Θεός είναι Αγάπη», έτσι κατά αντίθετο τρόπο, ο διάβολος είναι μίσος.
Αυτός, που αγαπά όπως ορίζει ο Θεός, γίνεται μιμητής Του. κι αυτός, που μισεί τον αδελφό του, γίνεται διάβολος, και γεύεται ήδη από τώρα την κόλαση!
Υπάρχει η κατά Θεόν αγάπη, αλλά και η κατά... διάβολον αγάπη! Υπάρχει το κατά Θεόν μίσος, αλλά υπάρχει και το διαβολικό μίσος.
Η κατά Θεόν αγάπη είναι αυτή, που πηγάζει από την τήρηση των εντολών του Θεού.
Η κατά... διάβολον αγάπη(!) είναι η δαιμονική, η φιλήδονη, η εμπαθής, αυτή π.χ. που ένας έγγαμος αισθάνεται προς μια άλλη γυναίκα, ώστε πολλές φορές να φθάνη μέχρι του σημείου να εγκαταλείπη τη νόμιμη σύζυγό του χάριν της ξένης. Δαιμονική αγάπη είναι επίσης αυτή, από την οποία διακατέχονται όσοι περιπίπτουν στα σοδομητικά πάθη. Τέτοιου είδους «αγάπες», όχι μόνο τις απεχθάνεται και τις βδελύσσεται ο Θεός, αλλά, αν δεν υπάρξη μετάνοια και αλλαγή ζωής, τις τιμωρεί παραδειγματικά.
Κατά Θεόν μίσος είναι το μίσος κατά της αμαρτίας.
Διαβολικό μίσος είναι το μίσος εναντίον οιουδήποτε συνανθρώπου μας, ακόμη και εναντίον του εχθρού μας. Πρέπει να αγαπούμε τον πλησίον μας, όσο κι αν αυτός μας έφταιξε, όσο κι αν μας πίκρανε.
* * *
* Αυτός, που αγαπά τον πλησίον του με την αληθινή, τη σύμφωνη με το θέλημα του Θεού αγάπη, νοιώθει μέσα του απέραντη ειρήνη και χαρά. Αυτός, που «αγαπά» με την ψεύτικη, την επιφανειακή, την υποκριτική, τη σαρκική, τη φιλήδονη «αγάπη», νοιώθει μέσα του σύγχυση και ταραχή.
* * *
* Η αληθινή αγάπη είναι συνυφασμένη με πνεύμα ταπείνωσης, θυσίας και προσφοράς. Αυτός, που αγαπά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, θυσιάζει τις επιθυμίες του και την ανάπαυσή του χάριν αυτού, που αγαπά. Η αγάπη, που δεν είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, συνδέεται με πνεύμα εγωισμού. και αυτός, που έχει τέτοια «αγάπη», αντί να θυσιάζεται για τον άλλο, όλο ζητά να θυσιάζεται ο άλλος γι’ αυτόν.
* * *
Η αγάπη προς τον εχθρό μας κρύβει μεγάλη σοφία. Όταν ανταποδίδουμε καλό αντί κακού, γινόμαστε μιμητές του Χριστού. Τότε έρχεται και μας επισκιάζει η Χάρις Του! Μας πλημμυρίζει η Χάρις του Αγίου Πνεύματος! Οι Άγιοι αγαπούσαν ακόμα και τους διώκτες τους. Και αυτό ακριβώς το γεγονός ήταν καθοριστικό, ώστε να αναδειχθούν από τον Χριστό γνήσιοι φίλοι Του, Άγιοί Του!
* * *
* Η αγάπη προς τον πλησίον μας δεν πρέπει να μένη μόνο στα λόγια, αλλά κυρίως να προχωρά στα έργα. Η αληθινή αγάπη φωτίζει με υπερφυσικό φως το πρόσωπο αυτού, ο οποίος αγαπά. Το πρόσωπο εκείνου, ο οποίος μισεί, είναι συνωφρυωμένο και συννεφιασμένο, μέχρι και σκοτεινό.
* * *
* Η αληθινή αγάπη δεν χαίρεται με τις συμφορές του πλησίον, ούτε λυπάται με τις επιτυχίες του.
* * *
Θέλεις να ανακάλυψης τί είδους αγάπη έχεις μέσα σου; Στάσου μπροστά στον καθρέφτη του ΙΓ’ Κεφαλαίου της Α’ προς Κορινθίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου και κοίταξε με ειλικρίνεια να 'δης, αν εφαρμόζωνται σε σένα αυτά, που λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Αυτός, που αγαπά, έχει μακροθυμία στις αδυναμίες του άλλου. Έχει και καλωσύνη. Δεν ζηλοφθονεί. Δεν υπερηφανεύεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητά το δικό του συμφέρον, δεν είναι ευερέθιστος. Λησμονεί το κακό, που του έχουν κάνει. Λυπάται, όταν αδικήται ο πλησίον του, και χαίρεται μαζί του στη χαρά του. Έχει σε όλα ανεκτικότητα, εμπιστοσύνη, ελπίδα, υπομονή» (Α’ Κορ. 13, 4-7).
* * *
* Η αγάπη μας προς τον Θεό και προς τους συνανθρώπους μας είναι αλληλένδετες. Δεν μπορεί να υπάρχη η μία, χωρίς να υπάρχη και η άλλη. Διαφορετικά, ούτε τον Θεό αγαπούμε αληθινά, ούτε τον πλησίον μας πραγματικά.
* * *
Πιο πολύ να αγαπούμε αυτούς, που μας ελέγχουν, παρά αυτούς, που μας κολακεύουν.
* * *
* Δεν υπάρχει αληθινή αγάπη, χωρίς το πνεύμα της θυσίας. Η αγάπη του Χριστού προς εμάς είναι αχώριστα συνδεδεμένη με τη Σταυρική Του θυσία. Σταυρός και Αγάπη πάνε αχώριστα μαζί.
* * *
Πολέμησε το μίσος, που δείχνει ο άλλος προς εσένα, με όπλο την αγάπη, που εσύ θα δείχνης προς αυτόν. Δείξε αγάπη σ’ αυτόν, που σου δείχνει κακία. Έτσι και μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα να μετατρέψης τη μοχθηρία του σε καλωσύνη.
* * *
* Αυτός, που έχει κακία, γεύεται θάνατο, ενώ αυτός, που έχει αγάπη, γεύεται αιώνια ζωή.
* * *
Ο ωραιότερος και αποτελεσματικώτερος τρόπος να εκδικηθής αυτόν, που σε έβλαψε, είναι να τον ευ­εργετήσης.
* * *
Οι ουρανοί ανοίγουν διάπλατα γι’ αυτόν, που αγαπά αληθινά τον Χριστό «με όλη την καρδία του, με όλη την ψυχή του και με όλη τη διάνοιά του, και τον πλησίον του όπως τον εαυτό του» (Λουκ. 10, 27).
* * *
* Όπου υπάρχει η αγάπη, εκεί είναι και ο Θεός. Όπου υπάρχει το μίσος, εκεί είναι και ο διάβολος.
* * *
Να απορρίπτης με όλη σου τη δύναμη και να εξομολογήσαι με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ταπείνωση όλες τις καχυποψίες και φαντασίες, που σου υποβάλλει ο διάβολος, για να σε κάνη να αντιπαθής και να αποστρέφεσαι τον πλησίον σου.
Δεν υπάρχει χώρος παραμονής στη Βασιλεία των ουρανών γι’ αυτούς, που στη ψυχή τους δεν έχουν χώρο αγάπης για τους εχθρούς τους.
“ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΠΑΤΡΙΚΩΝ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΩΝ”
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2009

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

"ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ" Ἀνθολόγιο ἀποσπασμάτων ἐπιστολῶν ἐκ τοῦ βιβλίου Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής Ἐπιστολή Ζ΄ Ἄκουσον ἕνα γεγονός ὅπου ἔγινεν εἰς ἐμένα.


http://www.egolpion.com/img/logos/ekfrasis_monaxikhs_empeirias-exofullo.jpghttp://diakonima.wpengine.netdna-cdn.com/wp-content/uploads/2014/01/joseph1.jpg 
d47




  Ἄκουσον ἕνα γεγονός ὅπου ἔγινεν εἰς ἐμένα. (Ἐπιστολή Ζ΄).
http://1.bp.blogspot.com/-gsfT6Y_QEkc/UYU3iZlhQQI/AAAAAAAAAwE/8AQO5cxmFg0/s1600/IMG_2278.JPG
Πλήν ὅμως ὑπομένων τάς δοκιμασίας σου τόσην χάριν θά λάβῃς κατ' ἄντικρυς, ἀναλογία τῶν πειρασμῶν, ὅπου μέτρον δέν ἔχει. Ὥστε μή νομίσῃς ὅτι, αν παραιτηθῇς ἀπό αὐτόν, δέν θά σοῦ ἔλθῃ ἄλλος πειρασμός. Ἀπαραιτήτως θά ἔλθῃ. Καί ἄν φανῇς ἄνανδρος εἰς αὐτόν, καί εἰς ὅλους τούς πειρασμούς ἔτσι θά εἶσαι.

Διότι ὁ πειρασμός μέσας μας εἶναι. Δέν τόν βλέπεις, παιδί μου; Γιά πρόσεξέ τον! Αὐτός ἐξ ὀμφαλοῦ γαστρός ἀνεβαίνει εἰς τήν καρδίαν. Πυρώνει αὐτήν. Θερμαίνει τό αἷμα καί ἀνεβαίνει εἰς τόν λαιμόν. Κτυπᾷ στό κεφάλι. Σκοτίζει τόν νοῦν. Καί ὠσάν κόμπος στέκει στόν λάρυγγα καί φράζει καί αὐτήν τήν ἀναπνοήν καί πνείγει τόν ἄνθρωπον.

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/wp-content/uploads/2011/09/KYRIOS-8017.jpg
Λοιπόν ἠμπορεῖ νά εἶναι ὁ ἄλλος πού τόν κινεῖ ὁ χειρότερος ἄνθρωπος, ἤ μᾶλλον τόν βάζει καί ἐκεῖνον ὁ πειρασμος διά νά ταράξῃ καί συγχύσῃ ἐσένα. Ὅμως ὁ Κύριος τόν ἀφήνει νά γίνεσαι καθ' ἑκάστην δκοκιμώτερος, καί νά ἔλθῃς εἰς ἀπάθειαν. Διότι, ὁπόταν ἐσύ ἑτοιμάζεσαι καί τόν περιμένῃς, δέν συγχύζεσαι., δέν ταράττεσαι· δέν γίνεσαι ἐκτός ἑαυτοῦ.


ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ

Ουρανοδείκτες Σωτηρίας



…Λοιπόν, όταν εσύ δεν αμαρτάνεις, δεν ψεύδεσαι, δεν κατακρίνεις, δεν πονηρεύεσαι κατά του πλησίον σου, τότε έχεις φόβο Θεού. Τότε είσαι σοφός και κατανοείς το Θεό, και για να μην Τον λυπήσεις δεν αμαρτάνεις. Και αυτή είναι η όραση του Θεού, και ο Θεός που βλέπει τα πάντα σε σκεπάζει από τις παγίδες του σατανά.
…Όλες τις θλίψεις, παιδί μου, αν τις υπομένουμε, βρίσκουμε Χάρη παρά Κυρίου. Γι’ αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να μας δοκιμάζει και να μας πλέξει στεφάνους.
…Παραιτήσου από το δικό σου θέλημα, για να βρεις ειρήνη ψυχής. Γιατί το θέλημα του ανθρώπου έχει γίνει χάλκινο τείχος και εμποδίζει το φωτισμό και την ειρήνη
… Όντως μέγα είναι, στ’ αλήθεια, το μυστήριο της υπακοής! Αφού ο γλυκύς μας Ιησούς πρώτος χάραξε το δρόμο και έγινε παράδειγμα για μας, πόσο μάλλον εμείς είμαστε οφειλέτες να Τον μιμηθούμε.
Ο μοναχός δεν αλλάζει τόπο κατοικίας, χρώμα ενδυμάτων και ιδίως νοημάτων. Ο μοναχός και η μοναχή αλλάζουν νουν και καρδιά μαζί. Δε σκέφτονται όπως οι κοσμικοί.
Όλη η δύναμη της ψυχής είναι η προσευχή. Και καθώς το σώμα δυναμώνει με τις τροφές και τα διάφορα καρυκεύματα που του προσφέρουμε, έτσι και η ψυχή μας θέλει ευχή, ανάγνωση, λόγο προφορικό, να βλέπει παράδειγμα και έτσι λίγο-λίγο ξυπνάει
… Με πολλή απλότητα να πορεύεσαι, για να βρεις την καθαρότητα της ψυχής. Η απλότητα είναι μεγάλη ευτυχία για την ψυχή
… Τους μεν κανόνες οι άνθρωποι τους κατάργησαν, αλλά δεν τους κατάργησε ο Θεός. Μένουν, όπως τους έθεσαν οι Πατέρες και οι θείοι Απόστολοι. Επομένως να τους φυλάττουμε, αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, για να μη βρούμε αντιμέτωπο το Θεό να υπερασπίζει τους νόμους των αγαπητών Του δούλων.
Το στόμα σου αδιαλείπτως να μελετά την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με”
… Με την ευχή, θα καθαρίσει ο νους σου και θα την κατεβάσει στην καρδιά και θα γίνει διαδρομή, ένωση νου, λόγου και καρδιάς, και θα γίνει Παράδεισος μέσα σου.
Από τη στιγμή που αρχίζουμε να διαπράττουμε την αμαρτία γινόμαστε δούλοι των δαιμόνων.
Ο φιλάνθρωπος Θεός έκανε τον άνθρωπο αυτεξούσιο και μας δίδαξε να μη μετέχουμε σε πράξεις αισχρές και δε σκεπτόμαστε σοβαρά τα θεία και σωτήρια λόγια Του.
Δεν υπάρχει άλλη θυσία τόσο ευώδης προς το Θεό, όσο η αγνότητα του σώματος.
Τίποτε άλλο δε μισεί τόσο ο Θεός, όσο την παράνομη ηδονική ακαθαρσία του σώματος.
Σ’ αυτή τη ζωή είναι αγώνας. Με τα ακάθαρτα πνεύματα πολεμάς, που δε σου ρίχνουν γλυκά και λουκούμια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχή, όχι σώμα…
(Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστή)
(Από το ημερολόγιο “Ουρανοδείκτες Σωτηρίας” των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη)

Τότε το θέλημα του Θεού καλύπτεται καθώς ο ήλιος από τα σύννεφα! (κατά την διδασκαλία του Οσ. Ιωσήφ του Ησυχαστού)





Η επιθυμία μας συγκεντρωνόταν στην γνώση του θείου θελήματος. Με ποιό τρόπο μπορεί κάποιος να γνωρίσει το θείο θέλημα; Μας έλεγε· «γι’ αυτό ρωτάτε, παιδιά, που είναι το βασικότερο πράγμα;». Εμείς τον προκαλούσαμε με περισσότερη περιέργεια· «μα, Γέροντα, δεν είναι πλήρως γνωστό το θέλημα του Θεού διαμέσου των Γραφών και όλης της θείας αποκαλύψεως; Τί άλλη απορία πρέπει να έχουμε εμείς ως μοναχοί, αφού τα πάντα είναι στη ζωή μας κανονισμένα;». Και ο Γέροντας απαντούσε: «Ο Θεός να σας δώσει «σύνεσιν εν πάσιν». Ο όσιος Νείλος ο Καλαβρός ευχόταν να του δοθεί «νοείν και λέγειν κατά το θείο θέλημα». Περιεκτικά, η αγαθοεργία και κάθε άλλη εντολή είναι θέλημα του Θεού, αλλά η λεπτομέρεια που το συνοδεύει είναι άγνωστη· «τίς γαρ έγνω νουν Κυρίου;» και πάλι· «τα κρίματα Κυρίου ωσεί άβυσσος πολλή». Το θείο θέλημα δεν διακρίνεται μόνο από τον χρόνο, αλλά και από τον τόπο, τα πρόσωπα, τα πράγματα, καθώς και από την ποσότητα, τον τρόπο και, την περίσταση. Και μόνον αυτό; Ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν αλλάζει διάθεση, μεταβάλλει πολλές φορές και την θεία απόφαση. Ως εκ τούτου δεν είναι αρκετό να γνωρίζει κάποιος την γενική έκφραση του θείου θελήματος. Χρειάζεται να έχει και την ειδική κρίση του θέματος που απασχολεί, γιατί μόνο έτσι είναι βέβαιη η επιτυχία. Ο κύριος στόχος του θείου θελήματος είναι η έκφραση και εκδήλωση της θείας αγάπης, γιατί ο σκοπός όλων των κινήσεων μας είναι να γευθούμε το πλήρωμα της αγάπης Του. Εφόσον «καν τε ζώμεν καν τε αποθνήσκωμεν του Κυρίου εσμέν», άρα το θέλημα που ζητάμε -όσο και αν φαίνεται ότι είναι προσωπικό ή κάποιου από τους γνωστούς μας- έχει το κέντρο του βάρους του στο θείο Πρόσωπο, για χάρη του οποίου «ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». Ξεχνάτε την Κυριακή προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή. «ει δυνατόν παρελθέτω… πλην ουχ ως εγώ θέλω αλλ’ ως Συ». Κάθε προσπάθεια που γίνεται με σκοπό την υπακοή στο προσκυνητό θείο θέλημα, αν δεν έχει ως βάση την αγάπη προς Αυτόν, κινδυνεύει να είναι ανθρώπινη ενέργεια, ή καλύτερα αδυναμία! Αν κατά τον Παύλο οφείλουμε «υποτάσσειν παν νόημα εις την υπακοήν του Χριστού», γιατί «ουκ εσμέν εαυτών», πώς θα γίνει συνειδητό στον υπήκοο, αν δεν γίνει με ακρίβεια γνωστό το θέλημα του Θεού για την περίπτωση αυτή; Άλλωστε και η θεία Χάρις που ακολουθεί, προς την οποία και σπεύδουμε, φανερώνεται μόνο στην τελεία υπακοή.
Όταν λοιπόν θέλετε να μάθετε το θέλημα του Θεού, θα αφήσετε τελείως το δικό σας μαζί με κάθε άλλη σκέψη ή πρόγραμμα, και με πολλή ταπείνωση θα ζητήσετε στην προσευχή σας την επίγνωσή του και ό,τι θα φανερωθεί ή θα βαρύνει στην καρδιά σας κάντε το και θα είναι το θέλημα του Θεού. Όσοι έχουν περισσότερη παρρησία και καλή συνήθεια να προσεύχονται γι’ αυτό, ακούν μέσα τους ευκρινέστερα την «πληροφορία», γίνονται προσεκτικότεροι στη ζωή τους και δεν κάνουν τίποτε χωρίς θεία πληροφορία.
Υπάρχει και άλλος τρόπος επιγνώσεως του θελήματος του Θεού που χρησιμοποιεί γενικά η Εκκλησία: η συμβουλή διαμέσου των πνευματικών πατέρων ή εξομολόγων. Η μεγάλη ευλογία της υπακοής, που επισκιάζει ευεργετικά όσους την εκτιμούν, γίνεται γνώση σε ό,τι αγνοούν και σκέπη και δύναμη να εφαρμόσουν την συμβουλή-εντολή, γιατί ο Θεός αποκαλύπτεται στους υπηκόους με την πατρική του ιδιότητα. Η τελειότητα της υπακοής, ως παναρετής, εξομοιώνει τους οπαδούς της με τον Υιό του Θεού, ο οποίος έγινε «υπήκοος μέχρι… σταυρού». Και όπως δόθηκε στον Ιησού μας κάθε εξουσία και όλη η ευδοκία του Θεού Πατέρα, έτσι δίνεται και στους υπηκόους η πληροφορία του θείου θελήματος και η Χάρις προς την επιτυχή και τέλεια εκτέλεσή του.
Όσοι ρωτούν πνευματικούς ανθρώπους, για να μάθουν το θείο θέλημα, ας γνωρίζουν την εξής λεπτομέρεια. Το θέλημα του Θεού δεν αποκαλύπτεται μαγικά, ούτε έχει θέση σχετικότητας, αφού δεν περικλείεται στα στενά πλαίσια της ανθρώπινης λογικής. Συγκαταβαίνει ο πανάγαθος Θεός στην ανθρώπινη αδυναμία και πληροφορεί τον άνθρωπο, που κατ’ αρχάς πιστεύει απόλυτα και ύστερα ταπεινώνεται διψώντας με πόθο την πληροφορία και έχοντας την διάθεση να την εκτελέσει. Γι’ αυτό με πίστη και ευγνωμοσύνη αποδέχεται τον πρώτο λόγο του πνευματικού οδηγού που τον συμβουλεύει. Όταν όμως οι προϋποθέσεις της πίστεως, της υπακοής και της ταπεινώσεως δεν συμβαδίζουν και αντιλέγει ή αντερωτά και, το χείριστο, σκοπεύει να ρωτήσει και άλλους, τότε το θέλημα του Θεού καλύπτεται καθώς ο ήλιος από τα σύννεφα. Το θέμα αυτό είναι λεπτό και χρειάζεται πολλή προσοχή. Λέει ό άββάς Μάρκος«άνθρωπος υποτίθεται τω πλησίον, καθ’ α επίσταται· Θεός δε ενεργεί τω ακούοντι, καθ’ α επίστευσεν». Απαραίτητη προϋπόθεση στην αναζήτηση του θείου θελήματος είναι να καταστεί αυτός που το ζητάει δεκτικός αυτής της αποκαλύψεως, γιατί όπως προανέ­φερα, το θείο θέλημα με τον υπερφυσικό του χαρακτήρα, δεν περιέχεται ούτε εισέρχεται μαγικά σε θέσεις και τόπους και όργανα, αλλά αποκαλύπτεται μόνο στους άξιους αυτής της θείας συγκαταβάσεως».
Τώρα θυμάμαι τί συνέβαινε και σε μας, όταν ρωτούσαμε τον Γέροντα να μάς πει το θέλημα του Θεού. Είχαμε συνηθίσει από την προηγούμενη πείρα και δεχόμασταν τον πρώτο λόγο του ως απόλυτο, χωρίς αντίρρηση. Έτσι όλα γίνονταν «κατ’ ευχήν», ακόμα και εκεί που υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες στηριζόμενες στην ανθρώπινη λογική. Ξέραμε ότι, αν προβάλλαμε κάποια αντιλογία με εύλογες προφάσεις κατά την κρίση μας, ο Γέροντας θα υποχωρούσε λέγοντας «κάνετε όπως νομίζετε», αλλά η μυστηριώδης δύναμη και σκέπη της επιτυχίας χανόταν από εμάς. Άρα ο «πρώτος λόγο;» του πνευματικού πατέρα όταν γίνεται αποδεκτός με πίστη και υπακοή, εκφράζει το θειο θέλημα. Στην γενικότερη μορφή του το θέμα είναι πολύπλοκο και δυσδιάκριτο, γιατί όπως γνωρίζουμε, και στους τελείους ακόμα δεν είναι πάντοτε γνωστό το θείο θέλημα, ιδίως όταν το απαιτεί ο άνθρωπος μέσα σε περιορισμένα χρονικά όρια. Άλλοτε προκύπτει δυσχέρεια και από την κατάσταση του ανθρώπου που ενδιαφέρεται. Ανάλογα με τον βαθμό που είναι ελεύθερος από εμπαθείς τάσεις και επιθυμίες που επηρεάζουν τις κινήσεις και τις αποφάσεις του, επιβάλλεται και υπομονή.
Εγώ προσωπικά άκουσα από πνευματικό πρόσωπο και κατά πάντα αξιόπιστο, ότι παρακάλεσε τον Θεό να του φανερώσει το θέλημά Του για ένα ζήτημα της προσωπικής του ζωής, και πήρε την πληροφορία που ζητούσε μετά σαράντα δύο χρόνια! Και εγώ με την ραθυμία μου τρόμαξα, θαυμάζοντας την δική του σιδηρά υπομονή.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η διάγνωση του θείου θελήματος είναι ένα από τα λεπτότερα και πολυπλοκότερα θέματα στην πνευματική ζωή. Ιδιαίτερα ισχύει αυτό για όσους προσπαθούν να γνωρίσουν το θέλημα του Θεού με την βοήθεια της προσευχής. Αυτό αν και ενδείκνυται σύμφωνα με το «κρούετε, ζητείτε και αιτείτε και δοθήσεται υμίν», εν τούτοις προϋποθέτει υπομονή, δοκιμασίες, πειρασμούς και πείρα, για να εκλείψουν τα πάθη και το «ίδιον» θέλημα, που αποστρέφεται η άκρα λεπτότητα και ευαισθησία της θείας Χάριτος. Πάντως, είτε είναι κοπιαστικό είτε χρειάζεται υπομονή, η προσευχή παραμένει απαραίτητη ως το μοναδικό μέσο κοινωνίας με τον Θεό και ο μόνος τρόπος να γνωρίσουμε το θείο θέλημά Του.

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής», εκδ. Ι.Μ.Βατοπαιδίου-Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 1)

Εκείνο το βράδυ μού έδειξεν ο Θεός την κακίαν του Σατανά.



ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕΝΟ ΘΕΟΣ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑΝ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ (ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΔ’)
του μακαριστού γέροντα
Ιωσήφ του Ησυχαστή
Μη ξενίζεσαι, τέκνον μου. Έτσι είναι ο μοναχός. Ο βίος τού μονάχου είναι μαρτύριον διαρκές. Ο γλυκύς Ιησούς μέσα εις τας θλίψεις γνωρίζεται. Και μόλις θα τον ζήτησης, θα σου προβάλη τας θλίψεις. Η αγάπη Του είναι μέσα στα βάσανα. Ολίγον μέλι σου δείχνει και αποκάτω έχει κρύψει ολόκληρον αποθήκην πικρίας. Προηγείται το μέλι της χάριτος και ακολουθεί η πικρία των πειρασμών.
Όταν θελήση να σου στείλη τα βάσανα σε ειδοποιεί και ως αγγελιαφόρον σου στέλνει ανάλογον χάριν. Ως να σου λέγη: Γίνου έτοιμος! Να περιμένης πόθεν θα σε προσβάλη και θα χτυπήση ο εχθρός.Και ούτως αρχίζει ο σος αγών και η πάλη.
Πρόσεχε, μη δειλιάσης. Μη ξενίζεσαι, όταν πέ­φτουν κανόνια, αλλά στήθι ανδρείως ως τού Χριστού στρατιώτης, ως δόκιμος αθλητής, ως γενναίος πολεμιστής. Διότι εδώ η παρούσα ζωή είναι στάδιον του πολέμου. Εκείθεν θα είναι η ανάπαυσις. Εδώ εξο­ρία, εκείθεν η αληθινή μας πατρίδα.
Δεν σε είπον και άλλην φοράν; Οκτώ έτη εις την αρχήν είχα μάχην φρικτήν μετά των δαιμόνων. Κάθε νύκτα λυσσώδης αγών και την ημέραν οι λογισμοί και τα πάθη. Ήρχοντο με σπαθιά, αξίνες, μπαλτάδες και φτυάρια.
– Όλοι επάνω του! φώναζαν. Μαρτύριον ετραβούσα.
– Πρόφθασε, Παναγία μου! φώναζα- και άρπαζα ένα- και δος του εκτυπούσα στους άλλους˙ έσπαζα τα χέρια μου στα ντουβάρια.
Και κατά τύχην ήλθε κάποιος γνωστός μας από τον κόσμον, να μας ιδή. Και την νύκτα τον έβαλα στο μικρό μου καλυβάκι να κοιμηθή. Και έρχονται οι δαίμονες, καθώς είχαν συνήθειαν εις εμένα, και τον πιάνουν στο ξύλο, και βάζει κάτι φωνές! Έφριξεν ο άνθρωπος. Κόντευσε να τα χάση. Τρέχω ευθύς.
– Τι έχεις; τον λέγω.
– Οι δαίμονες, λέγει, παρ’ ολίγον με έπνιγαν! Με σκότωσαν στο ξύλο!
– Μη φοβείσαι, τον λέγω, εδικές μου ήταν αυτές και απόψε κατά λάθος τις έφαγες εσύ! Όμως μην ανησυχής. Τον είπα και άλλα τοιαύτα φαιδρά να τον ηρεμήσω. Άλλ’ εστάθη αδύνατον. Δεν ημπορούσε πλέον να μείνη στον τόπον εκείνον του μαρτυρίου.
Έντρομος εκύτταζε δεξιά-αριστερά και παρεκάλει να φύγη. Νύχτα-μεσάνυχτα τον ωδήγησα στην Αγία Άννα και επέστρεψα.
Ήμεθα εις τον Άγιον Βασίλειον τότε.
Λοιπόν μετά οκτώ έτη τοιαύτα, από το ξύλον, όπου έδινα κάθε ημέραν στο σώμα μου δια τον πόλεμον της σαρκός, από την νηστείαν που έκαμα,αγρυπνίαν και λοιπά αγωνίσματα, έγινα πτώμα. Και έπεσα ασθενής. Καιαπελπίσθηκα πλέον ότι δεν υπάρχει ελπίς να νικήσω τους δαίμονας και τα πάθη.
Και μίαν νύκτα όπως ήμουν καθήμενος άνοιξεν η θύρα. Εγώ σκυφτός ευχόμην νοερώς και δεν κύτταξα. Είπα ότι ο π. Αρσένιος άνοιξε. Κατόπιν αισθάνο­μαι κάτω μου ένα χέρι να με ερεθίζη προς ηδονήν. Κυττάζω και βλέπω τον δαίμονα της πορνείας, τον ψωριάρη. Όρμησα επάνω του ωσάν σκύλος – τέτοια μανία τον είχα – και τον άρπαξα. Και στην αφήν μου αι τρίχες του ήσαν όπως του χοίρου. Και έγινεν άφαντος. Εγέμισε βρώμα όλος ο τόπος. Και απ’ αυτήν την στιγμήν έφυγε μαζί του και ο πόλεμος της σαρκός. Και έγινα πλέον ως βρέφος σε μεγάλην απάθειαν.
Εκείνο το βράδυ μου έδειξεν ο Θεός την κακίαν τού Σατανά.
Ήμην πολύ υψηλά εις ένα ωραίον μέρος, και κάτωθεν μεγάλη πλατέα, και πλησίον η θάλασσα. Και είχαν στήσει οι Δαίμονες μυριάδες παγίδες. Και επερνούσαν οι μοναχοί- και πίπτοντας αι παγίδες άλλον έπιαναν από το κεφάλι, άλλον από το πόδι, άλλον από το χέρι, από τα ρούχα, από όπου ήτον τρόπος τον καθένα. Ο δε βύθιος δράκων είχε το κεφάλι του έξω από την θάλασσαν και – βγάζων πυρ από το στόμα του, μάτια και μύτη – έχαιρε και ηγάλλετο εις την πτώσιν των μοναχών. Εγώ δε βλέπων τον ύβριζα.
– Ω βύθιε δράκον! έλεγα. Δι’ αυτό μας απατάς και μας παγιδεύεις!
Και συνήλθα έχων χαράν και θλίψιν ομοίως. Χαράν, διότι είδον τες παγίδες του Διαβόλου. Θλίψιν δια την πτώσιν μας και τον κίνδυνον, όπου κινδυνεύομεν εφ’ όρου ζωής.
Έκτοτε ήλθα εις μεγάλην ειρήνην και προσευχήν. Αλλά δεν παύει αυτός.Εγύρισε κατ’ επάνω μου τους ανθρώπους. Δι’ αυτό σου τα γράφω, να κάμετε υπομονήν συ και οι λοιποί αδελφοί.
Είναι αγώνας εις αυτήν την ζωήν, αν θέλης να κερδίσης· δεν είναι αστεία! Με τα ακάθαρτα πνεύμα­τα πολεμείς, όπου δεν μας ρίχνουν γλυκά και λουκού­μια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχήν, όχι σώμα.
Πλην μη λυπήσαι. Μη δειλιάς. Έχεις βοήθειαν. Εγώ σε βαστάζω. Σε είδα κατά αλήθειαν εχθές εις τον ύπνον μου, ανεβαίναμε μαζί προς τον Χριστόν.Λοιπόν, ανάστα και δράμε οπίσω μου.
Μόνον πρόσεχε, αφού είδες τες παγίδες των πονηρών και αλλοίμονον εις εκείνον που πιάσουν.
Εύκολα δεν ημπορεί από τα νύχια τους να ξεφύγη.
Βεβαίως δεν ημπορεί – όσον και αν το θέληση – ο Διάβολος μόνος να μας κολάση, εάν ημείς δεν συνερ­γήσαμεν στην κακίαν του˙ άλλ’ ούτε πάλιν ο Θεός θέλει μόνος Του να μας σώση, εάν και ημείς δεν γίνωμεν συνεργοί της Αυτού χάριτος εις την σωτηρίαν μας. Πάντοτε βοηθεί ο Θεός, πάντα προφθάνει, αλλά θέλει και ημείς να εργασθούμεν, να κάμωμεν εκείνο όπου ημπορούμεν.
Όθεν μη λέγης ότι δεν επρόκοψες, και διατί δεν επρόκοψες, και άλλα παρόμοια. Διότι η προκοπή δεν έγκειται εις μόνον τον άνθρωπον, καν θελήση, καν και πολύ κοπιάση. Η δύναμις του Θεού, η χάρις Του η ευλογημένη, αυτή κάμνει το παν, όταν το εξ ημών λάβη. Αυτή σηκώνει τον πεσμένον, αυτή ανορθοί τον κατερραγμένον.
Αυτόν τον Θεόν και Σωτήρα ημών να παρακαλούμεν και ημείς εξ όλης καρδίας να έλθη˙ να σφίξη τον παράλυτον, να εγείρη τον τετραήμερον Λάζαρον, να δώση οφθαλμούς εις τον τυφλόν, να θρέψη τον πεινασμένον.


Από το βιβλίο «Έκφραση Μοναχικής Εμπειρίας» του μακαριστού γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή το οποίο περιέχει επιστολές προς τα πνευματικά του παιδιά.
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ http://www.egolpion.com

Η ποικιλία των πειρασμών κατά τον Όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή



 
Λέγονται πειρασμοί, επειδή γεννούν πείρα και κατά τον αόρατο πόλεμο γίνονται φορείς πνευματικής γνώσεως στους προσεκτικούς. Πειρασμός είναι και λέγεται κάθε αντίθεση στον αγώνα μας για την πίστη και την ευσέβεια, ενώ φροντίζουμε για την υποταγή μας στον Θεό. Κατά την γνώμη των Πατέρων υπάρχουν ποικίλες υποδιαιρέσεις πειρασμών. Άλλοι είναι οι πειρασμοί των αγωνιστών, για να προσθέσουν κέρδος και πρόοδο στον αγώνα τους· άλλοι είναι οι πειρασμοί των ράθυμων και απρόθυμων, για να προφυλάσσονται από τα βλαβερά και επικίνδυνα· άλλοι είναι οι πειρασμοί αυτών που νυστάζουν και κοιμούνται, για να τους ξυπνήσουν. Διαφορετικοί είναι οι πειρασμοί αυτών που απομακρύνονται και πλανώνται, για να πλησιάσουν κοντά στο Θεό· διαφορετικοί τέλος είναι οι πειρασμοί των δικαίων και φίλων του Θεού, για να κληρονομήσουν την επαγγελία. Υπάρχουν και πειρασμοί των τελείων, που επιτρέπει ο Θεός, για να τους προβάλλει στην Εκκλησία ως στήριγμα των πιστών και ως παράδειγμα προς μίμηση. Υπάρχει και άλλο είδος πειρασμών των τελείων, όπως του Κυρίου και των Αποστόλων, που πλήρωσαν τον νόμο της (επι)κοινωνίας με τον κόσμο σηκώνοντας τους δικούς μας πειρασμούς.
Στον νόμο αυτό της «κοινωνίας» μετέχουν και οι πνευματικοί Πατέρες σηκώνοντας τα βάρη και τις αδυναμίες των πνευματικών παιδιών τους με προσευχές και διάφορους αγώνες που συμπληρώνουν τις ελλείψεις των άλλων. Κατά τους Πατέρες υπάρχει και ένας άλλος τρόπος «κοινωνίας» σε ξένους πειρασμούς: Όποιος κατηγορεί «κοινωνεί» με τους πειρασμούς του κατηγορουμένου, όποιος συκοφαντεί με τους πειρασμούς του συκοφαντουμένου, όποιος άδικεί με τούς πειρασμούς του αδικούμενου, ιδίως μάλιστα όταν ο αδικούμενος υπομένει αγόγγυστα τη ζημιά.
Εδώ αναφέρουμε τους πειρασμούς αυτών που προκόπτουν εξαιτίας της προσοχής και αγωνιστικότητάς τους, που κατά την κρίση πάντοτε των Πατέρων είναι: οκνηρία, βάρος του σώματος, χαύνωση των μελών, ακηδία, σύγχυση της διανοίας, υποψία για σωματική ασθένεια, δηλαδή μικροψυχία, σκοτισμός των λογισμών, εγκατάλειψη της ανθρώπινης βοήθειας, περιορισμός στις εξωτερικές ανάγκες και τα παρόμοια. Όλα αυτά, όταν συμβούν στους αγωνιστές με παραχώρηση του Θεού, δημιουργούν αίσθηση εγκαταλείψεως. Τότε αρχίζει να κλονίζεται η πίστη τους, και να κόβεται η ελπίδα που τούς ενθάρρυνε μέχρι τότε. Μυστικά όμως η Χάρις τους παρηγορεί, για να μην αλλάξουν πρόγραμμα. Τους πείθει ότι ο πειρασμός δεν προήλθε από τους ίδιους, αφού όλα μαρτυρούν ότι δεν εγκατέλειψαν την καλή τους πορεία. Μετά τον προβληματισμό αυτόν και την μυστική παρηγοριά της Χάριτος στρέφονται με πίστη και πόθο προς τον Θεό, που έχει την δύναμη να τους σώσει, και προσπίπτουν με ταπείνωση ζητώντας την σωτηρία, που είναι και ο σκοπός για τον οποίο δοκι­μάστηκαν. «Ως εδώ, όπως λένε οι Πατέρες, είναι οι πειρασμοί γι’ αυτούς που προοδεύουν και προκόβουν στα πνευματικά.
Σε όσους συμβεί να αμελήσουν τα καθήκοντα τους ή, και το θλιβερότερο, να περιπέσουν σε οίηση και υπερηφάνεια, οι πειρασμοί είναι διαφορετικοί και σκληρότεροι, όπως όταν χρειάζονται εγχειρήσεις και εκτομές στις βαρείες αρρώστιες. Οι δαίμονες τους πολεμούν πρώτα φανερά με πολλή αναίδεια και επιμονή περισσότερο από την δύναμη τους. Σκοτίζεται ο νους και χάνουν τελείως την δύναμη της διακρίσεως η άνοια και οι βλακώδεις λογισμοί πληθαίνουν αρχίζει ισχυρός πόλεμος της σάρκας που εκβιάζει την προαίρεση παρουσιάζεται αναίτιος θυμός και σκληρότητα σε ό,τι άφορα το ίδιο θέλημα· εμφανίζεται αναίτια φιλονικία και επίπληξη στον οποιοδήποτε- ακολουθούν βλάσφημοι λογισμοί εναντίον του Θεού, απώλεια του θάρρους από την καρδιά, αφανής και φανερός εμπαιγμός από τους δαίμονες, ακράτεια στην ματαιολογία και, γενικά επιθυμία του κόσμου και της ματαιότητος. Έπειτα έρχονται πειρασμοί σκληροί που δύσκολα καταπολεμιούνται, παράξενα και ασυνήθιστα συμπτώματα ασθενείας, οδυνηρά τραύματα, φτώχεια και εγκατάλειψη ασυνήθιστη και απαρηγόρητη, κάθε αδύνατο και άλυτο συμβάν ή πράγμα, που προκαλεί απόγνωση και φόβο γιατί η καρδία στειρεύει από ελπίδα. Όλα αυτά είναι μάλλον συνέπειες της υπερηφάνειας και συμβαίνουν στον άνθρωπο που πλανήθηκε, και πίστεψε στον εαυτό του. Αυτά είναι τα φάρμακα για την θεραπεία του, ώστε να ξυπνήσει, να ταπεινωθεί και να εξεμέσει την χολή αυτής της ολέθριας διαστροφής.
Όπως στα θέματα της Χάριτος υπάρχουν τα βοηθητικά μέσα που κάνουν να περισσεύει η προκοπή σε χρόνο και ποσότητα έτσι και στην πλευρά της πλάνης υπάρχουν αυτά που συντελούν στην αυξομείωση της. Στην πλευρά της Χάριτος, όταν με την βοήθεια του Χριστού βαδίζει κάποιος την στενή και τεθλιμμένη οδό των εντολών και προσθέτει στην πορεία του αυτή ταπείνωση και συμπάθεια στην διακονία της αγάπης, αυξάνει την αντίληψη της Χάρι­τος και τον φωτισμό. Το αντίστοιχο συμβαίνει και στην πλευρά της πλάνης· αν προστεθεί ανυπομονησία και γογγυσμός, βαραίνει ο σταυρός στο διπλάσιο και ακόμη περισσότερο. Η μικροψυχία και η έλλειψη ελπίδας είναι τα βασανιστικότερα δεινά του αοράτου πολέμου. Αυτά παραχωρούνται στους σκληρούς και αταπείνωτους χαρακτήρες ως η σκληρότερη παιδεία, που είναι γεύση της ίδιας της γέεννας και της κολάσεως, αισθητό δείγμα της αποστασίας και εγκαταλείψεως. Εδώ χρειάζονται ευχές άγιων και θαυματουργική επέμβαση, για να μαλακώσει η καρδιά. Χρειάζονται πολλές προσευχές και δάκρυα, για να επανασυνδεθεί η αρρωστημένη ψυχή με την Χάρη και να θεραπευθεί -αλλιώς είναι αναπόφευκτη η κατάκτηση της πλάνης, όπου η έκσταση των φρενών και ο όλεθρος!
Όντως μακάρια είσαι ταπείνωση! Ποιός είναι σοφός για να φυλάξει τα θελήματά σου και να μάθει καλά τα δικαιώματά σου, ώστε να σε κατακτήσει ολόκληρη. Να σε έχει σύντροφο και συγκάτοικο και εσύ να προπορεύεσαι αλλά και να ακολουθείς πίσω από αυτόν σε όλο τον δρόμο της ζωής του, ώσπου να τον παρουσιάσεις στον Δεσπότη και Βασιλέα σου, που σε ενδύθηκε ως αξιαγάπητη και σύνεδρό Του και σε αποκάλυψε και σε μας! «Μάθετε γάρ, λέει. ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία», και όχι κατά το σχήμα, «και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών»!
Δεν ήταν βέβαια ο σκοπός μας να επαναλάβουμε προβλήματα και ερμηνείες που είναι τόσο γνωστά από τους Πατέρες μας, αλλά μας παρέσυρε η ροή των πραγμάτων, αφού σχεδόν άθελά μας βρεθήκαμε στους στροβίλους των πειρασμών, των οποίων συχνότατα γινόμαστε θύματα για τις τόσες ελλείψεις και αμέλειες μας.
Ο αείμνηστος Γέροντας δεν έπαυε, με τον δικό του επαγωγικό τρόπο, να ερμηνεύει σε όλες τις φάσεις της ζωής μας τον στόχο και σκοπό των «συμβα­τικών αυτών επιφορών». Βλέπαμε τις κινήσεις και τη λειτουργία των πειρασμών αυτών συνεχώς στα πλαίσια του πνευματικού νόμου, που ρύθμιζε τα πάντα στη ζωή μας με λεπτομέρεια. Πραγματικά, πόση σοφία κρύβεται εδώ για τους συνετούς και για όσους γνωρίζουν καλά την πνευματική ζωή, όταν χαράζουν την πορεία της πλεύσεως τους σε αυτόν τον ωκεανό της ζωής έχοντας ως βάση και πόλο έλξε­ως τον πνευματικό νόμο, «τον νόμον του πνεύματος της ζωής».

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής», εκδ. Ι.Μ.Βατοπαιδίου- Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 1)


 
 



 
Λέγονται πειρασμοί, επειδή γεννούν πείρα και κατά τον αόρατο πόλεμο γίνονται φορείς πνευματικής γνώσεως στους προσεκτικούς. Πειρασμός είναι και λέγεται κάθε αντίθεση στον αγώνα μας για την πίστη και την ευσέβεια, ενώ φροντίζουμε για την υποταγή μας στον Θεό. Κατά την γνώμη των Πατέρων υπάρχουν ποικίλες υποδιαιρέσεις πειρασμών. Άλλοι είναι οι πειρασμοί των αγωνιστών, για να προσθέσουν κέρδος και πρόοδο στον αγώνα τους· άλλοι είναι οι πειρασμοί των ράθυμων και απρόθυμων, για να προφυλάσσονται από τα βλαβερά και επικίνδυνα· άλλοι είναι οι πειρασμοί αυτών που νυστάζουν και κοιμούνται, για να τους ξυπνήσουν. Διαφορετικοί είναι οι πειρασμοί αυτών που απομακρύνονται και πλανώνται, για να πλησιάσουν κοντά στο Θεό· διαφορετικοί τέλος είναι οι πειρασμοί των δικαίων και φίλων του Θεού, για να κληρονομήσουν την επαγγελία. Υπάρχουν και πειρασμοί των τελείων, που επιτρέπει ο Θεός, για να τους προβάλλει στην Εκκλησία ως στήριγμα των πιστών και ως παράδειγμα προς μίμηση. Υπάρχει και άλλο είδος πειρασμών των τελείων, όπως του Κυρίου και των Αποστόλων, που πλήρωσαν τον νόμο της (επι)κοινωνίας με τον κόσμο σηκώνοντας τους δικούς μας πειρασμούς.
Στον νόμο αυτό της «κοινωνίας» μετέχουν και οι πνευματικοί Πατέρες σηκώνοντας τα βάρη και τις αδυναμίες των πνευματικών παιδιών τους με προσευχές και διάφορους αγώνες που συμπληρώνουν τις ελλείψεις των άλλων. Κατά τους Πατέρες υπάρχει και ένας άλλος τρόπος «κοινωνίας» σε ξένους πειρασμούς: Όποιος κατηγορεί «κοινωνεί» με τους πειρασμούς του κατηγορουμένου, όποιος συκοφαντεί με τους πειρασμούς του συκοφαντουμένου, όποιος άδικεί με τούς πειρασμούς του αδικούμενου, ιδίως μάλιστα όταν ο αδικούμενος υπομένει αγόγγυστα τη ζημιά.
Εδώ αναφέρουμε τους πειρασμούς αυτών που προκόπτουν εξαιτίας της προσοχής και αγωνιστικότητάς τους, που κατά την κρίση πάντοτε των Πατέρων είναι: οκνηρία, βάρος του σώματος, χαύνωση των μελών, ακηδία, σύγχυση της διανοίας, υποψία για σωματική ασθένεια, δηλαδή μικροψυχία, σκοτισμός των λογισμών, εγκατάλειψη της ανθρώπινης βοήθειας, περιορισμός στις εξωτερικές ανάγκες και τα παρόμοια. Όλα αυτά, όταν συμβούν στους αγωνιστές με παραχώρηση του Θεού, δημιουργούν αίσθηση εγκαταλείψεως. Τότε αρχίζει να κλονίζεται η πίστη τους, και να κόβεται η ελπίδα που τούς ενθάρρυνε μέχρι τότε. Μυστικά όμως η Χάρις τους παρηγορεί, για να μην αλλάξουν πρόγραμμα. Τους πείθει ότι ο πειρασμός δεν προήλθε από τους ίδιους, αφού όλα μαρτυρούν ότι δεν εγκατέλειψαν την καλή τους πορεία. Μετά τον προβληματισμό αυτόν και την μυστική παρηγοριά της Χάριτος στρέφονται με πίστη και πόθο προς τον Θεό, που έχει την δύναμη να τους σώσει, και προσπίπτουν με ταπείνωση ζητώντας την σωτηρία, που είναι και ο σκοπός για τον οποίο δοκι­μάστηκαν. «Ως εδώ, όπως λένε οι Πατέρες, είναι οι πειρασμοί γι’ αυτούς που προοδεύουν και προκόβουν στα πνευματικά.
Σε όσους συμβεί να αμελήσουν τα καθήκοντα τους ή, και το θλιβερότερο, να περιπέσουν σε οίηση και υπερηφάνεια, οι πειρασμοί είναι διαφορετικοί και σκληρότεροι, όπως όταν χρειάζονται εγχειρήσεις και εκτομές στις βαρείες αρρώστιες. Οι δαίμονες τους πολεμούν πρώτα φανερά με πολλή αναίδεια και επιμονή περισσότερο από την δύναμη τους. Σκοτίζεται ο νους και χάνουν τελείως την δύναμη της διακρίσεως η άνοια και οι βλακώδεις λογισμοί πληθαίνουν αρχίζει ισχυρός πόλεμος της σάρκας που εκβιάζει την προαίρεση παρουσιάζεται αναίτιος θυμός και σκληρότητα σε ό,τι άφορα το ίδιο θέλημα· εμφανίζεται αναίτια φιλονικία και επίπληξη στον οποιοδήποτε- ακολουθούν βλάσφημοι λογισμοί εναντίον του Θεού, απώλεια του θάρρους από την καρδιά, αφανής και φανερός εμπαιγμός από τους δαίμονες, ακράτεια στην ματαιολογία και, γενικά επιθυμία του κόσμου και της ματαιότητος. Έπειτα έρχονται πειρασμοί σκληροί που δύσκολα καταπολεμιούνται, παράξενα και ασυνήθιστα συμπτώματα ασθενείας, οδυνηρά τραύματα, φτώχεια και εγκατάλειψη ασυνήθιστη και απαρηγόρητη, κάθε αδύνατο και άλυτο συμβάν ή πράγμα, που προκαλεί απόγνωση και φόβο γιατί η καρδία στειρεύει από ελπίδα. Όλα αυτά είναι μάλλον συνέπειες της υπερηφάνειας και συμβαίνουν στον άνθρωπο που πλανήθηκε, και πίστεψε στον εαυτό του. Αυτά είναι τα φάρμακα για την θεραπεία του, ώστε να ξυπνήσει, να ταπεινωθεί και να εξεμέσει την χολή αυτής της ολέθριας διαστροφής.
Όπως στα θέματα της Χάριτος υπάρχουν τα βοηθητικά μέσα που κάνουν να περισσεύει η προκοπή σε χρόνο και ποσότητα έτσι και στην πλευρά της πλάνης υπάρχουν αυτά που συντελούν στην αυξομείωση της. Στην πλευρά της Χάριτος, όταν με την βοήθεια του Χριστού βαδίζει κάποιος την στενή και τεθλιμμένη οδό των εντολών και προσθέτει στην πορεία του αυτή ταπείνωση και συμπάθεια στην διακονία της αγάπης, αυξάνει την αντίληψη της Χάρι­τος και τον φωτισμό. Το αντίστοιχο συμβαίνει και στην πλευρά της πλάνης· αν προστεθεί ανυπομονησία και γογγυσμός, βαραίνει ο σταυρός στο διπλάσιο και ακόμη περισσότερο. Η μικροψυχία και η έλλειψη ελπίδας είναι τα βασανιστικότερα δεινά του αοράτου πολέμου. Αυτά παραχωρούνται στους σκληρούς και αταπείνωτους χαρακτήρες ως η σκληρότερη παιδεία, που είναι γεύση της ίδιας της γέεννας και της κολάσεως, αισθητό δείγμα της αποστασίας και εγκαταλείψεως. Εδώ χρειάζονται ευχές άγιων και θαυματουργική επέμβαση, για να μαλακώσει η καρδιά. Χρειάζονται πολλές προσευχές και δάκρυα, για να επανασυνδεθεί η αρρωστημένη ψυχή με την Χάρη και να θεραπευθεί -αλλιώς είναι αναπόφευκτη η κατάκτηση της πλάνης, όπου η έκσταση των φρενών και ο όλεθρος!
Όντως μακάρια είσαι ταπείνωση! Ποιός είναι σοφός για να φυλάξει τα θελήματά σου και να μάθει καλά τα δικαιώματά σου, ώστε να σε κατακτήσει ολόκληρη. Να σε έχει σύντροφο και συγκάτοικο και εσύ να προπορεύεσαι αλλά και να ακολουθείς πίσω από αυτόν σε όλο τον δρόμο της ζωής του, ώσπου να τον παρουσιάσεις στον Δεσπότη και Βασιλέα σου, που σε ενδύθηκε ως αξιαγάπητη και σύνεδρό Του και σε αποκάλυψε και σε μας! «Μάθετε γάρ, λέει. ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία», και όχι κατά το σχήμα, «και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών»!
Δεν ήταν βέβαια ο σκοπός μας να επαναλάβουμε προβλήματα και ερμηνείες που είναι τόσο γνωστά από τους Πατέρες μας, αλλά μας παρέσυρε η ροή των πραγμάτων, αφού σχεδόν άθελά μας βρεθήκαμε στους στροβίλους των πειρασμών, των οποίων συχνότατα γινόμαστε θύματα για τις τόσες ελλείψεις και αμέλειες μας.
Ο αείμνηστος Γέροντας δεν έπαυε, με τον δικό του επαγωγικό τρόπο, να ερμηνεύει σε όλες τις φάσεις της ζωής μας τον στόχο και σκοπό των «συμβα­τικών αυτών επιφορών». Βλέπαμε τις κινήσεις και τη λειτουργία των πειρασμών αυτών συνεχώς στα πλαίσια του πνευματικού νόμου, που ρύθμιζε τα πάντα στη ζωή μας με λεπτομέρεια. Πραγματικά, πόση σοφία κρύβεται εδώ για τους συνετούς και για όσους γνωρίζουν καλά την πνευματική ζωή, όταν χαράζουν την πορεία της πλεύσεως τους σε αυτόν τον ωκεανό της ζωής έχοντας ως βάση και πόλο έλξε­ως τον πνευματικό νόμο, «τον νόμον του πνεύματος της ζωής».

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής», εκδ. Ι.Μ.Βατοπαιδίου- Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 1)

Πειρασμοί και πνευματικός νόμος κατά τον Όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή.




Το σύνθημα του αειμνήστου Γέροντος που εφάρμοζε διαρκώς ήταν το «δος αίμα, και λάβε Πνεύμα» των Πατέρων. Τολμηρός και ανδρείος όπως ήταν από την φύση του, δεν άφηνε περιθώρια ερωτηματικών ή αμφιβολίας στη ζωή του. Στον άριστο όμως αυτό συνδυασμό συνετέλεσε και η θερμή πίστη του, με θετικά πάντοτε αποτελέσματα. Αποφασιστικότητα, τόλμη και η προς τον Θεό πίστη -το μόνο που απαιτείται από την λογική φύση- είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ελευθερίας του ανθρώπου που εκδηλώνουν τη θέλησή του.
Αυτά προκαλούν και φέρνουν την θεία ενέργεια, που θεραπεύει τα ασθενή και συμπληρώνει τις ελλείψεις. Με την βοήθεια του Θεού και με τις προϋποθέσεις που αναφέραμε ο Γέροντας δεν έκρινε τίποτε ως αδύνατο. Εκείνοι όμως που δεν μπορούσαν να φθά¬σουν στην κατάσταση αυτή, τον παρεξηγούσαν ως ελλειπή ή υπερβολικό. Σε κάθε πρόβλημα που φαινόταν δύσκολο ή περίπλοκο, ο Γέροντας είχε έτοιμη την απάντηση- «πού είναι ο Θεός;». Αυτό σήμαινε γι’ αυτόν ότι οπωσδήποτε θα το λύσει ο Θεός. Η στάση αυτή, που ήταν βασική αρχή του στηριζόταν όχι μόνο στη βαθύτερη πίστη -αυτήν που σύμφωνα με τους Πατέρες λέγεται «πίστη της θεωρίας»- αλλά και στην κηδεμονία του πνευματικού νόμου, απ’ όπου εξαρτούσε τα πάντα σε όλη τη ζωή του. Οτιδήποτε συνέβαινε, το έκρινε με βάση τον πνευματικό νόμο.
Ιδιαίτερα όμως σκεπτόταν έτσι για τα δικά μας προσωπικά θέματα που μας απασχολούσαν. Στην αρχή της παραμονής μας κοντά του κάναμε συχνότερες επισκέψεις για συμβουλές και παρακολούθηση. Φυσικά, είτε του λέγαμε είτε δεν του λέγαμε τα θέματα που μας απασχολούσαν, εκείνος μας ερμήνευε με λεπτομέρεια το νόημα των γεγονότων. Άρχιζε από τα αποτελέσματα και ανέλυε με την σειρά αυτά που προηγήθηκαν ως και αυτήν την προσβολή. Ερμήνευε το από πού, γιατί και πόσο, με τέτοια ακρίβεια, ώστε μέναμε κατάπληκτοι από την θέση που είχε μέσα του «ο νόμος του πνεύματος της ζωής».
Κάποτε που κάναμε ένα λάθος (πόσα δεν δημιουργεί η απειρία!) μου έβαλε κανόνα να κάνω τον άσκοπο κόπο μιας μεγάλης οδοιπορίας. Επειδή γνώριζα ότι τίποτε δεν κάνει χωρίς λόγο, δεν πρόβαλα ερωτηματικά, αλλά μου είπε μόνος του· «αν δεν προκαλέσουμε μαζί με την μετάνοια και μία ανάλογη φιλοπονία, δεν ικανοποιούμε την κρίση του πνευματικού νόμου και ενδέχεται να μας έλθει πειρασμός με άγνωστη εξέλιξη». Μπορώ να πω ότι ο πνευματικός νόμος ήταν η βάση και το κριτήριο σε όλα τα πράγματα και σε όλες τις κινήσεις μας και στις γενικές και μερικές υποθέσεις μας. Ο αββάς Μάρκος λέει· «γνώσις αληθής υπάρχει η των θλιβερών υπομονή· και το μη αιτιάσθαι τους ανθρώπους επί ταις εαυτού συμφοραίς». Ο Γέροντας συνήθιζε επίσης να αναφέρεται συχνά στην σημασία των πειρασμών. Τους έβλεπε ως περιεκτικό σύνολο των ποικίλων δεινών με τα οποία δοκιμάζεται ολόκληρη η ανθρωπότητα και ως γεγονότα που απασχολούν τα επί μέρους άτομα.
Έχοντας ως βάση τον πνευματικό νόμο, δεχόταν τις παιδαγωγικές παρεμβάσεις της περιεκτικής προνοίας του Θεού ως όργανα κατάλληλα για την διόρθωση των ανθρώπων και τα ονόμαζε πειρασμούς. Αν και γνώριζε σε βάθος την σημασία της ωφέλειας από αυτούς και επαναλάμβανε το πατερικό απόφθεγμα «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος» και το «ανένδεκτον του μη ελθείν» αυτούς, λεπτολογούσε με ακρίβεια τα αίτια και τις αφορμές που τους προκαλούν και μας δίδασκε να τους αποφεύγουμε, όσο είναι δυνατόν. Το κέντρο της εμπειρίας του βρισκόταν στο διπλό καθήκον, όπως το ονόμαζε: από την μία πλευρά στη συνετή αντιμετώπιση των αιτίων και αφορμών, ώστε να προλαμβάνονται, και από την άλλη -όσες φορές συμβαίνουν- να αντιμετωπίζονται γενναία με πίστη και ελπίδα για την ωφέλεια που επακολουθεί. «Οι απροσδοκήτως συμβαί¬νοντες ημίν πειρασμοί, οικονομικώς ημάς φιλοπόνους διδάσκουσιν είναι, και μη βουλομένους εις μετάνοιαν έλκουσιν». Και πάλιν «αι επερχόμεναι θλί¬ψεις τοις ανθρώποις, των ίδιων κακών εισίν έκγονα». Με αυτά μας υπενθύμιζε ο αείμνηστος τον καθηγητή του πνευματικού νόμου, όπως τον καλούσε, τον αββά Μάρκο τον Ασκητή.
Στο πρακτικό μέρος της εν Χριστώ ζωής κρύβεται το περιπλοκότερο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής. Δύο τιτάνιες έλξεις, που συνδέονται με τον άνθρωπο, προκαλούν την πελώρια και αδιάσπαστη διελκυστίνδα με κέντρο τον άνθρωπο, τον οποίο σύρουν με μανία η κάθε μία προς το μέρος της για να τον κατακτήσουν. Δύο αγάπες, που στέκονται η μία αντίθετη στην άλλη και είναι στραμμένες προς τους δύο πόλους, αποτελούν το κίνητρο των δύο έλξεων: η προς τον Θεό αγάπη και η αγάπη αυτού του κόσμου. Το θύμα, ο άνθρωπος, δεν είναι πάντοτε σε θέση να διακρίνει ενσυνείδητα τις προτιμήσεις του, και γι’ αυτό προκύπτουν οι εκ των υστέρων μεταβολές. Τα μέσα, οι αφορμές και οι αιτίες, που προκαλούν την αφύπνιση στους περιπλεγμένους ανθρώπους σε αυτές τις έλξεις, λέγονται πειρασμοί. Να τους περιγράψουμε; «Εξαριθμήσομαι αυτούς, λέει ο Ψαλμωδός, και υπέρ άμμον πληθυνθήσονται». Κάτι όμως, έστω και ελάχιστο, πρέπει να αναφέρουμε από τις εμπειρίες του Γέροντος, που είχε την δύναμη να αναλύει τους πειρασμούς με εξαιρετικά λεπτή διάκριση.
Γενικά θεωρούσε «πάντα πειρασμόν επωφελή» αλλά περισσότερη βαρύτητα απέδιδε στην ερμηνεία των ειδικών πειρασμών της αμελείας και της οιήσεως, τους οποίους αποκαλούσε συντριπτικούς. Ο Θεός ασφαλώς θέλει και καλεί όλους να Τον ακολουθήσουν, αλλά δεν δέχονται όλοι την κλήση Του. Πάντως όσοι δέχθηκαν αυτή την κλήση δοκιμάζονται σκληρά, σε βαθμό που Εκείνος ορίζει και ανάλογα με την γνώση που τους χάρισε. Η αρνητική πλευρά, που επιβουλεύεται τους θεόκλητους, είναι η αγάπη του κόσμου τούτου, του «εν τω πονηρώ κειμένου». Αυτή με δόλιο και υποκριτικό τρόπο καταφέρνει μερικούς να απατήσει και στους υπολοίπους, που δεν πείθονται στην απάτη, επιχειρεί με ανοιχτή και απροκάλυπτη βία να στραγγαλίσει την προαίρεση τους. Η αμείλικτη πίεση των «αλλοιώσεων» του κά¬κιστου αυτού γείτονά μας δεν αφήνει αμετάβλητη την καλή πρόθεση και αρχή. Είναι πολλοί και γνωστοί με λεπτομέρεια από τους Πατέρες μας οι λόγοι που προκαλούν τις αλλοιώσεις. Αυτοί είναι είτε φυσικοί, που προκαλούνται από τις αδιάβλητες ανάγκες μας, είτε επίκτητοι, που προκαλούνται από τα πάθη και τους δαίμονες. Αλλά, είτε προέρχονται από την μία αίτια είτε από την άλλη, η ουσία είναι ότι επιβουλεύονται την προαίρεσή μας. Σε αυτή την αδιάκοπη διελκυστίνδα εδρεύουν συνεχώς οι πειρασμοί. Κανείς, από όσους πλέουν το πολυκύμαντο αυτό πέλαγος του βίου δεν μένει ανέπαφος από την πάλη με αυτούς. Η απειρία, η άγνοια, η αδυναμία, η βαρύτητα της πήλινης σάρκας, το κακό παρελθόν, τα πάθη, οι συνήθειες, και πάνω από όλα αυτά ο διάβολος, αλλοιώνουν και διακόπτουν την ορθή πρόθεση και μεταβάλλουν τον καλό σκοπό. «Ο εν τοις μέλεσιν ημών νόμος της αμαρτίας» που είναι «η εκ νεότητος εγκειμένη επί τα πονηρά διάνοια ημών» χαλαρώνει την καλή πορεία, που χάραξαν η κλήση από τον Θεό και η ευγένεια της προθέσεως. Δεν μένει τώρα άλλο μέσο για αφύπνιση και προώθηση, παρά οι συμβατικές επιφορές, που είναι και λέγονται πειρασμοί.
(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής», εκδ. Ι.Μ.Βατοπαιδίου-Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 1 )

Η ζημιά που προξενεί ο μετεωρισμός κατά τη διδασκαλία του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού.





Ο Γέρων Ιωσήφ χρησιμοποιούσε κάθε νύκτα τον χρόνο της προσευχής του, ανάλογα με την κατάσταση της ψυχής του. Προσηύχετο προφορικά με απλά λόγια και, όταν δεν εύρισκε τον ανάλογο καρπό, έκλεινε το νου στην καρδία. Όταν η θεία χάρις λειτουργούσε δυνατά μέσα στη ψυχή του, τότε ο νους του φλεγόμενος από την θεία αγάπη αρπαζόταν σε θεωρία. Όταν όμως γινόταν μετεωρισμός, χρησιμοποιούσε τον εγκλεισμό του νου. Σημειώνει χαρακτηριστικά «και, ει μεν ενεργήση η χάρις, ευθύς ανοίγεται θύρα και φθάνει εις την πύλην του ουρανού, και ως στύλος η φλόγα πυρός αναβαίνει η προσευχή, και αυτήν την στιγμήν γίνεται η αλλοίωσις. Ει δε και δεν συμβάλλη η χάρις, αλλά γίνεται σκορπισμός του νοός, τότε τον κλείει εις την καρδίαν κυκλοφερώς, και ως εν φωλεά ησυχάζει και δεν μετεωρίζεται —ωσάν η καρδία να επέχη τόπον κλεισούρας και φυλακής του νοός».
Ήταν ακόμη δόκιμος μοναχός όταν έλαβε από την Παναγία το χάρισμα της νοεράς προσευχής. Τα δαιμόνια επετίθεντο επάνω του με μανία, αυτός δε χρησιμοποιούσε ως ασπίδα και ισχυρό δόρυ το κραταιό Όνομα του Ιησού Χριστού και τους έδιωχνε . Ἐκλειε το νου του, έρριπτε προς αυτούς τα φλογερά της ευχής βέλη και κατέκαιε τα στίφη των δαιμόνων. Γράφει διά τον εαυτόν του: «Εγώ είδα εκείνον τον αδελφόν, όπου, όταν ήταν νέος, 28-30 ετών, έξι ώρας κατέβαζε τον νουν του εις την καρδίαν και δεν τον εσυγχώρει να βγή έξω, από τας εννέα το απόγευμα έως τρεις την νύκτα -είχε ωρολόγι, όπου εκτυπούσε τις ώρες- και εγένετο μούσκεμα στον ιδρώτα».
Ποιός να μην θαυμάσει την ανδρεία αυτού του ασκητού, που με τη βοήθεια της Παναγίας και του Κυρίου πολεμούσε εναντίον των δαιμόνων;
Ποιός να μην επαινέσει αυτή την υπομονή και επιμονή που επεδείκνυε  στη προσευχή;
Ποιός πάλι δεν θα ωφεληθεί πνευματικά, όταν παρακολουθεί αυτήν την ασκητική διαγωγή;
Η πείρα και τα παλαίσματα των ασκητών είναι κληρονομιά όλης της Εκκλησίας. Η οσμή των ασκητικών αγώνων είναι μια θαυμάσια ευωδία που θεραπεύει τις ψυχές μας και φωτίζει το νου μας, για να αποδιώκει το σκότος των παθών και να πορεύεται μετά βεβαιότητος στην ευθείαν οδόν των εντολών του Θεού.
Ποιός μπορεί να παραμείνει ασυγκίνητος, όταν ακούει αυτό το ασκητικό πολεμικό διάγγελμα: «Έκτοτε ήρχισαν οι άγριοι πόλεμοι, όπου δεν με άφηναν ημέραν και νύκτα. Άγριοι πόλεμοι! Μήτε ώραν να ησυ­χάσω. Επίσης και εγώ είχον μανίαν εις αυτούς. Εξ ώρας καθήμενος εις την προσευχήν δεν εσυγχώρουν να βγη από την καρδίαν. Από το σώμα μου ο ίδρωτας έτρεχεν ωσάν βρύσι. Ξύλον αλύπητα. Πόνος και δάκρυα. Νηστεία άκρα και ολονύκτιος αγρυπνία».
Θέλετε να παρακολουθήσετε και την πολεμική συμπλοκή μετά των δαιμόνων; Ας ακούσουμε την καταπληκτική αυτή σύγκρουση όπως την διηγείται ο ίδιος: «Λοιπόν μίαν νύκτα, καθώς ηυχόμην, ήλθον πά­λιν εις θεωρίαν και ηρπάγη ο νους μου εις ένα κάμπον και ήσαν κατά τάξιν -κατά σειράν- μοναχοί συνταγμένοι προς μάχην. Και ένας στρατηγός ήλθε πλησίον μου και μου λέγει: Θέλεις να εισέλθης να πολεμήσης εις την πρώτην γραμμήν; Και εγώ τόυ απάντησα ότι σφόδρα επιθυμώ να μονομαχήσω με τους αν­τίκρυ αιθίοπας, όπου ήσαν κατέναντι ωρμόμενοι και πυρ πνέοντες ωσάν άγριοι σκύλοι, όπου μόνον η θεω­ρία τους σου επροξένει τον φόβον. Αλλ’ εις εμένα δεν ήταν φόβος διότι είχον τόσην μανίαν, όπου με τα δόντια μου να τους σχίσω.
Είναι δε αληθές ότι και ως κοσμικός ήμουν τοιαύτης ανδρείας ψυχής. Τότε λοιπόν με χωρίζει ο στρατηγός από τας γραμμάς, όπου ήταν η πληθύς των πατέρων. Και αφού διήλθομεν τρεις ή τέσαρας γραμμάς συνταγματικώς με έφερεν εις την πρώτην γραμμήν, όπου ήσαν ένας ή δύο ακόμη κατά πρόσωπον των αγρίων δαιμόνων. Αυτοί ήσαν έτοιμοι να ορμήσουν και εγώ έπνεον πυρ και μανίαν κατεναντίον τους. Και με άφησε εκεί αφού είπε: Όποιος επιθυμεί να πολεμήση ανδρείως με αυτούς, εγώ δεν τον εμποδίζω, αλλά βοη­θώ.
Αυτός είναι ο Γέρων Ιωσήφ ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού, ο οποίος με την βοήθεια του Χριστού πολεμεί  στην πρώτη γραμμή  και αποδιώκει τας φάλαγγας των δαιμόνων. Αυτός, όπως βεβαιώνει ο ίδιος, εισήλθε σε όλα τα καταφύγια του διαβόλου και τον κατατρόπωσε : «Καγώ δε επ’ αληθείας σας λέγω ότι εισήλθον εις όλα τα καταφύγια του εχθρού και σκληρώς μονομαχήσας εξήλθον διά της χάριτος»
Όταν ο Γέροντας ευρισκόταν εις τον Μ. Βασίλειον, δοκίμασε ένα είδος απολύτου εγκλεισμού και τον υπηρετούσε ο π. Αρσένιος. Κάποτε, σε μια εορτή, ο π. Αρσένιος πήγε σε μια γειτονική καλύβη διά να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει. Ο Γέροντας Ιωσήφ ησύχαζε μόνος του  στο κελλί του. «Όλο το βράδυ εκείνο, μας έλεγε, είχα έμμονο λογισμό ότι ενώ οι άλλοι πατέρες θα κοινωνήσουν εγώ δεν είμαι άξιος αυτής της Χάρι­τος για τις αμαρτίες μου.
Σε κάποια στιγμή, εκεί που καθόμουν και κρατούσα όσο μπορούσα την ευχή, σταμάτησα και συγκέντρωσα τις σκέψεις μου. Δούλευε μέσα μου ο ίδιος λογισμός και ένοιωθα έντονη επιθυμία για τον Άρτον της Ζωής. Άρχισα σαν μοιρολόι, με παράπονο την ευχούλα, που μάλλον αυτομεμψία ήταν, όταν αισθάνθη­κα μια παρουσία.
Άνοιξα τα μάτια μου, γιατί μολονότι πάντοτε έμενα στα σκοτεινά, συνήθιζα να έχω και τα μάτια μου κλειστά. Βλέπω λοιπόν μπροστά μου έναν ολόφωτο Άγγελο, όπως τους περιγράφει η Εκκλησία μας, που γέμισε τον τόπο φως, φως του άλλου κόσμου. Κρατούσε στο χέρι του ένα κομψότατο και φωτεινό σκεύος, που το χωρούσε η παλάμη του. Το άνοιξε με προσοχή, με πλησίασε όσο έπρεπε και με πολλή ευλάβεια και προσοχή μου έδωσε στο στόμα μου μερίδα του Δεσποτικού Σώματος.
Μετά, με κοίταξε με ένα σεμνό μειδίαμα, έκλεισε το σκεύος και έφυγε από την στέγη προς το μέρος που ήταν και πριν. Όλη την ημέρα εκείνη ο νους μου ήταν αιχμαλωτισμένος σε αυτή την θεωρία, η καρδιά μου γέμισε από αγάπη στον Χριστόν μας και δεν θυμόμουν τίποτε άλλο επίγειο».
Ποιά ήταν η πηγή από την οποίαν αντλούσε την χάριν και την δύναμιν, για να πολεμά τόσο γενναία με τα φοβερά δαιμόνια;
Ήταν ο αυστηρός εγκλεισμός του νου, διά του όποιου απομάκρυνε κάθε λογισμό εμπαθή. Απέκτησε από αυτό το άθλημα την οσιότητα και καθαρότητα της ψυχής, η οποία του έδιδε αυτό το θάρρος και τη δύναμη να μάχεται με τα δαιμόνια.
Αυτός ο απόλυτος εγκλεισμός του χάρισε ακόμη και πολλή αγάπη προς τον Χριστόν και την Παναγία μας και τον αξίωσε να τον κοινωνήσει ο Άγγελος του Δεσποτικού Σώματος του Χριστού.

Συμπεράσματα
  1. Για να μη μετεωρίζεται ο νους χρειάζεται να εγκλείεται μέσα  στη ψυχή και να παραμένει εκεί με νίψη και προσευχή. Το Όνομα του Ιησού Χριστού, επαναλαμβανόμενο νοερά, δίδει τη δυνατότητα και την πνευματική άνεση  στο νου, να παραμένει  στη ψυχή και να μην αποπηδά να εξέλθει εξ αυτής.
  2. Χρειάζεται εκτός από την νίψη και την προσευχή και η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που θα σκεπάζει τον νου. Ευρισκόμενος ο νους υπό την φωτεινή νεφέλη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δεν μετεωρίζεται. Γίνεται επομένως συνεργασία της Θείας Χάριτος και της θελήσεως του ανθρώπου.
  3. Η χαρά, η ειρήνη και η αγάπη που αποκτά η ψυχή από την ενέργεια της ευχής ή μάλλον να πούμε καλύτερα, από τη Ζωοποιό χάριν του Αγίου Πνεύματος, κάνει τον νου να μη θέλει να αποσπασθεί από την ωραιότατη αυτή φυσική ένωση της ψυχής και του νου.
  4. Ο εγκλεισμός και κάθε είδος προσευχής είναι μέσα για να φθάσει και να ενωθεί η ψυχή με τον Θεό Πατέρα της. Όταν η ψυχή ζει εν Θεώ, δεν έχει καμία ανάγκη, δεν αισθάνεται καμία έλλειψη. Θέλει να παραμένει συνέχεια με τον Θεό Πατέρα και δημιουργό της. Αυτό είναι και η πραγματική θεολογία.

(«Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού», Ι.Μ.Καρακάλλου, Άγ. Όρος)

«Ο νους βλέπει το σκότος της ψυχής» (Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού)



 
Ο Γέρων Ιωσήφ είδε όλο το βάθος του παλαιού ανθρώπου και με πολύ κόπο και προσευχή καθάρισε τον εαυτόν του και όλη η ζωή του είναι ένα παράδειγμα μιμήσεως, για κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται για τη σωτηρία της ψυχής του. Παραπονείται μάλιστα, ότι δεν φροντίζουμε για το εσωτερικό της ψυχής και γράφει:
«Η σημερινή κατάστασις των πολλών περιωρίσθη εις ένα τύπον εξωτερικόν. Πέραν τούτου δεν υπάρχει φροντίδα και μέριμνα διά το εσωτερικόν της ψυχής, όπου συνίσταται το παν· όπου ενώνεται ο υλικός με τον άυλον, ο άνθρωπος με τον Θεόν, κατά το εγχωρούν εις την χωματώδη μας φύσιν. Τούτο είναι το πολύ ωραίον και το πάνυ καλόν. Άλλα πάντες το αποφεύγομεν. Πάντες τα νώτα στρέφομεν. Καθότι απαιτείται αγών».
Εις τον αγώνα αυτόν του ανθρώπου, για να υπάρξουν τα ανάλογα αποτελέσματα, πρέπει να συνεργήσει η χάρις του Θεού και η προαίρεση του ανθρώπου: «θα λυώση ως κηρός ο παλαιός άνθρωπος. Και όπως ο σίδηρος, όταν εμβαίνη εις την φωτιά, ξεκολλάει και πέφτει η σκουριά, όπου έχει επάνω, έτσι γίνεται και εις τον άνθρωπον. Έρχεται κατ’ ολίγον η χάρις και μόλις πλη­σίαση εις τον άνθρωπον αναλύει ως κηρός. Και δεν γνωρίζει εις αυτήν την στιγμήν ο άνθρωπος τον εαυτόν του, ενώ όλος είναι πολυόμματος νους και διαυγέστατος. Όμως εις αυτήν την υπερφυή ενέργειαν δεν ημπο­ρεί να ξεχωρίση τον εαυτόν του, διότι ενούται με τον Θεόν. Και τότε πίπτει η σκουριά. Αφαιρείται η σφραγίδα. Αποθνήσκει ο παλαιός άνθρωπος. Αφαιρείται το μητρικόν αίμα. Ανακαινούται το φύραμα.
Και δεν αλλάζει κατά το σώμα ο άνθρωπος, αλλά τα φυσικά προτερήματα και χαρίσματα του ανθρώπου, αυτά φωτίζει, ενδυναμοί και ανακαινίζει η χάρις. Και ζωογονείται ο πάλαι Αδάμ, ο πλασθείς κατ’ εικόνα Θεού».
Όποιος αξιωθή να ιδή την άβυσσον των πταισμά­των της ψυχής του θρηνεί από το φρικτόν αυτό θέαμα. Εκ της οράσεως της καταστάσεως αυτής προέρχεται η μετάνοια, η επίγνωσις του εαυτού μας, η αληθινή ταπείνωσις και ο φόβος του Θεού. Όλα αυτά είναι δωρήματα της Χάριτος του Θεού.
Εφ’ όσον δεν υπάρχει η επίγνωσις του αμαρτωλού εαυτού μας θεραπεία δεν υπάρχει. Από την στιγμήν όμως που ο νους γίνεται θεωρός αυτού του σκότους της ψυχής αρχίζει να λειτουργή η ταπείνωσις και μαραίνεται η ρίζα της αμαρτίας, δηλαδή η υπερηφάνεια.
Η υπερηφάνεια είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Βάσις και θεμέλιο, κατά τους αγίους Πατέρας, της πνευματικής ζωής είναι η υπακοή, διότι αυτή χαρίζει την ταπεινοφροσύνη. Είναι αδύνατον χωρίς υπακοή η ψυχή να απαλλαγή από τα πάθη της οιήσεως, της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας.
Η μετάνοια είναι ανεκτίμητο δώρο για τον άνθρωπο. Είναι το καλύτερο φάρμακο για την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας του ανθρώπου.
Ο Γέρων Ιωσήφ είναι πρακτικότατος διδάσκαλος, βιαστής και απαράμιλλος συνεχιστής όλης αυτής της Νηπτικής παραδόσεως, της κρυπτής εργασίας που επιτελεί ο νους εγκλειόμενος  στην ψυχή. Να πως ερμηνεύει αυτή την κατάσταση της ψυχής και του νου. «Ο νους είναι ο οικονόμος της ψυχής, όπου κουβαλά τροφήν – ό,τι τον δώσης εσύ. Λοιπόν όταν έχη ειρήνην και τον δίδεις ό,τι καλόν θέλει, αυτός τα κατεβάζει εις την καρδίαν. Πρώτον καθαρίζει αυτός από όσας προλήψεις κατείχετο εις τον κόσμον. Ξεθολώνει από του βίου τες μέριμνες και λέγοντας την νοεράν προσευχήν τελείως παύει ο μετεωρισμός. Και τότε καταλαμβάνεις ότι εκαθαρίσθη. Διότι πλέον δεν κινείται εις τα ακάθαρτα και πονηρά, όπου είδεν ή ήκουσεν εις τον κόσμον.
Μετά αυτός διά της ευχής, εισερχόμενης και εξερχομένης στην καρδία, καθαρίζει δρόμο και εκβάλλει κάθε πικρία, αισχρότητα, ακαθαρσία από αυτήν. Στήνει πόλεμο ο νους προς τα πάθη και τους δαίμονες, που εγείρουν αυτά, που τόσα έτη φώλιαζαν  σε αυτή και κανείς δεν τους ήξερε ούτε  τους έβλεπε.
Τώρα όμως που ο νους έλαβε καθαρότητα την αρχαία στολή του- τους βλέπει και ως κύων γαυγίζει, υλακτεί, μάχεται μετ’ αυτών ως κύριος και φύλαξ όλου του διανοητικού μέρους».
Είναι μεγάλη αλήθεια αυτό το οποίο μας αποκαλύπτει ο Γέρων Ιωσήφ. Ο νους κύριος και φύλαξ όλου του διανοητικοί μέρους της ψυχής. Αυτή η προσοχή, η νηπτική ικανότητα του νου, χαρίζει σε αυτόν μεγάλη απλότητα και καθαρότητα. Ο νους γυμνός από κάθε νόημα. Αφού είναι ελεύθερος από κάθε λογισμό, τότε και η θεία χάρις επαναπαύεται, για να έλθει να σκηνώσει σε αυτόν, διότι τίποτε δεν υπάρχει ευάρεστο στο Θεό, όσον ο καθαρός λογισμός.
Ο Γέρων Ιωσήφ με πολλή σαφήνεια περιγράφει πως ο νους με την ευχή καθαρίζει τη ψυχή από τις συγκαταθέσεις των εμπαθών λογισμών: «Κρατών ως όπλον το όνομα Ιησούς μαστίζει τους πολεμίους, άχρις ότου τους βγάλη όλους απ’ έξω, τριγύρω στο περικάρδιον· και υλακτούσιν και αυτοί ως άγριοι κύνες. Ο δε νους αρχίζει να καθαρίζη την βρώμαν και όλην την ακαθαρσίαν, όπου είχον μολύνει οι δαίμονες με τας συγκαταθέσεις όπου είχομεν κάμει εις ό,τι κακόν και εφάμαρτον… Και όλο αγωνίζεται να ρίχνη έξω τες βρώμες, όπου αυτοί διαρκώς ρίχνουν μέσα. Έπειτα ως οικονόμος φέρει τροφάς αρμόζουσας προς φωτισμόν και υγείαν ψυχής».
Και συνεχίζει τη θαυμάσια διδασκαλία του: «Εις όλα αυτά συνεργεί η χάρις η καθαρτική. Σκεπάζεται ο αγωνιζόμενος ως υπό σκιάν υπό την σκέπην της υπακοής. Φρουρείται υπό την χάριν αυτού, όπου ανέλαβε την ψυχήν του ενώπιον του Θεού. Και ολίγον-ολίγον γίνεται αλλοίωσις του Υψίστου. Και αφού εν ολίγοις διωχθώσιν τελείως έξω οι δαίμονες, καθαρισθή δε έσωθεν η καρδία, παύει ο μολυσμός.
Ενθρονίζεται ο νους ως Βασιλεύς επί την καρδίαν και χαίρει ως νυμφίος επί νύμφη εν τω θαλάμω. Άγει χαράν αγίαν, ειρηνικήν, άμωμον. Λέγει την ευχήν χωρίς κόπον».
Κυριότερο έργο επομένως για την υγεία της ψυχής μας δεν είναι άλλο από την άσκηση της νοεράς προσευχής. Λέγοντας την ευχή, το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δημιουργούνται μέσα στη ψυχή μας άλλες καταστάσεις. Διότι, όταν παραμένει πολύ χρόνο μέσα στη ψυχή μας το ένδοξο Όνομα του Ιησού Χριστού, προκαλεί θερμότητα σε αυτή και ανέκφραστη χαρά και αγάπη. Και πώς να μη χαίρεται η ψυχή, αφού βρήκε το πολύτιμο μαργαριτάρι, το οποίο είναι το γλυκύτατο Όνομα του Κυρίου Ιησού Χρίστου!

(«Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού», Ι.Μ.Καρακάλλου, Άγ. Όρος – Αποσπάσματα)

Δεν τα υπομένεις όλα για τη ιδική μου αγάπη; (Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού)





Τίποτε άλλο δεν μπορεί τόσο να βοηθήσει και κατευνάσει το θυμό και όλα τα πάθη, όσο η αγάπη προς τον Θεό και κάθε συνάνθρωπο. Με την αγάπη εύκολα νικάς, παρά με τους άλλους αγώνες.
Αλλά και αγωνιζόμενος δεν αισθάνεσαι πόνο, οπόταν κυριεύει το νου η αγάπη. Γι’ αυτό η αγάπη δεν πίπτει, εφ’ όσον της ψυχής το πηδάλιο κατευθύνεις πάντοτε προς αυτήν. Και ό,τι συμβεί, φωνάζεις το σύνθημα· «Διά την αγάπην σου, Ιησού μου, γλυκεία αγάπη, βαστάζω τας ύβρεις, ονείδη, αδικίας, κόπους, και πάσας τας θλίψεις, ό,τι ήθελε μου συμβή.» Και αμέσως, αυτά σκεπτόμενος, το φορτίο του πόνου γίνεται ελαφρό και η πικρία του δαίμονος σταματά.
Μία φορά, ένεκα των αλλεπαλλήλων μου φρικτών πειρασμών, είχα κυριευθεί από λύπη και αθυμία και έλεγα στο Θεό ως αδικούμενος ότι με παραδί­δει σε τόσους πολλούς πειρασμούς χωρίς να τους αναχαιτίζει λίγο, να παίρνω έστω λίγη ανάσα. Και σ’ αυτή την πικρία άκουσα μία φωνή μέσα μου πολύ γλυκειά και πολύ καθαρή με πολλή μεγάλη συμπάθεια. «Δεν τα υπομένεις όλα για τη δική μου αγάπη;» Και με τη φωνή ξέσπασα σε δάκρυα τόσο πολλά, και μετανοούσα για την αθυμία που με είχε κυριεύσει. Δεν λησμονώ ποτέ μου αυτή τη φωνήν, την τόσο γλυκειά, που αμέσως εξαφανίσθηκε ο πειρασμός και όλη η αθυμία.
Γι’ αυτό μην αθυμείς μη στενοχωριέσαι στις θλί­ψεις και πειρασμούς, άλλα με την αγάπη του Ιησού μας να ελαφρύνεις τον θυμό και την αθυμία. Και δίδε θάρρος στον εαυτό σου λέγοντας: « Ψυχή μου, μη αθυμείς! Γιάτι μικρή θλίψη σε καθαρίζει από πολυχρόνια ασθένεια. Αλλά και σε λίγο θα φύγει».
Όσο λίγη είναι η υπομονή, τόσο μεγάλοι φαίνονται οι πειρασμοί. Και όσο συνηθίζει ο άνθρωπος να τους υπομένει, τόσο μικραίνουν και τους περνά χωρίς κόπο, και γίνεται στερεός σαν βράχος.
Λοιπόν υπομονή! Και αυτό που τώρα σου φαίνεται δύσκολο να το κατορθώσεις, αφού περάσουν χρόνια πολλά θα έλθει στο χέρι σου να το κατέχεις σαν δικό σου, χωρίς να καταλάβεις πως έγινε.
Γι’ αυτό εργάσου τώρα στην νεότητα χωρίς να λες το «γιατί» και να αθυμείς. Και όταν γεράσεις θα θερίσεις τους καρπούς της απάθειας και θα απορείς από πού γενήθηκαν τέτοιοι ωραίοι καρποί, αφού εσύ δεν καλλιέργησες τίποτε, και έγινες πλούσιος αν και δεν  άξιζες τίποτα, και όλοι οι γογγυσμοί, αι παρακοές και αθυμίες σου, βλάστησαν τέτοιους καρπούς και άνθη ευώδιαστά!
Γι’ αυτό να εξασκείς βία. Και αν μυριάκις πέσει ο δίκαιος, δεν χάνει την παρρησία του, αλλά πάλι σηκὠνεται και μαζεύει δυνάμεις και του επιγράφει νίκες ο Κύριος. Και τις μεν νίκες δεν του τις δείχνει, για να μην υπερηφανεύεται· τα δε πεσίματα τα φέρνει μπροστά του , να τα βλέπει, να πάσχει, να ταπεινώνεται.
Αφού δε ξεπεράσει τις ενέδρες  των εχθρών και κερδίσει νίκες παντού αφανείς, τότε αρχίζει να του δείχνει λίγο-λίγο ότι νικά, ότι βραβεύεται· ότι έχει στα  χέρια  του κάτι που προηγουμένως ζητούσε και δεν του δινόταν. Και έτσι γυμνάζεται, δοκιμάζεται, γίνεται τέλειος, όσο χωράει  η φύση, ο νους, η διάνοια, και το σκεύος της ψυχής μας.
Γι’ αυτό  «ανδρίζου και ίσχυε εν Κυρίω» και μην ελαττώσεις  την προθυμία σου. Αλλά να ζητάς, να φωνάζεις διαρκώς, είτε λαμβάνεις είτε όχι.

(Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος, σ. 71-74. -σε νεοελληνική απόδοση.)