Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΚΥΡΙΟΥ - Α. ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η Περιτομή του Χριστού και η ζωή του από τα 12 έως τα 30 χρόνια

Εν Πειραιεί   1-1-2013          
Σύμφωνα μέ τόν Συναξαριστή, τήν 1η Ιανουαρίου εορτάζουμε τήν Δεσποτική εορτή της κατά σάρκα Περιτομής του Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Περιτομή είναι η εκτομή, το κόψιμο του τμήματος του δέρματος, που περιβάλλει τη βάλανο του αρσενικού γεννητικού οργάνου. Η περιτομή ήταν εντολή του Θεού, που τελούνταν την ογδόη ημέρα από την γέννηση του βρέφους. Τήν περιτομή καταδέχθηκε νά λάβει φιλανθρώπως ο Κύριός μας κατά τήν προσταγή του παλαιού νόμου, έτσι ώστε, αντί της χειροποιήτου καί σαρκικής περιτομής, νά εισάγει σ’ εμάς τήν αχειροποίητη καί πνευματική περιτομή, δηλαδή τό Άγιον Βάπτισμα. Διότι, καθώς ο Κύριος καταδέχθηκε νά γίνει άνθρωπος για μας καί νά λάβει όλα τά αδιάβλητα καί ακατηγόρητα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως, έτσι δέν ντράπηκε ο Πανάγαθος νά λάβει καί τήν περιτομή γιά τρία αίτια. Πρώτον μέν, διότι θέλησε νά εμφράξει τά στόματα των αιρετικών, οι οποίοι τόλμησαν νά πουν ότι ο Κύριος δέν προσέλαβε αληθινή σάρκα, αλλά φανταστική, όπως ο θεομάχος καί αιρετικός Μάνης καί οι οπαδοί του Μανιχαίοι. Γιατί, πώς θά περιτεμνόταν, αν δέν λάμβανε αληθινή σάρκα; Δεύτερον, γιά νά επιστομήσει τούς Ιουδαίους, οι οποίοι Τόν κατηγορούσαν ότι δέν φυλάττει τό Σάββατο καί ότι παραβαίνει τόν νόμο. Βέβαια, ψευδώς Τόν συκοφαντούσαν, διότι Αυτός φύλαττε τόν νόμο. Καί τρίτον, γιατί, αν δέν περιτεμνόταν, κανένας ποτέ από τούς Ιουδαίους δέν θά Τόν δεχόταν νά διδάσκει, αλλά θά Τόν είχαν αποπέμψει ως αλλόφυλο. Κανείς δέν θά Τόν πίστευε ότι Αυτός είναι ο προσδοκώμενος Χριστός εκ σπέρματος Αβραάμ. Γιατί, αυτοί, πού προέρχονταν από τόν Αβραάμ, είχαν όλοι ως σφραγίδα καί σημείο τήν περιτομή, η οποία τούς ξεχώριζε από τά άλλα έθνη.
Γι’ αυτό, λοιπόν, οκτώ ημέρες μετά τήν εκ Παρθένου Γέννησή Του, ευδόκησε ο Κύριος νά φερθεί από τήν μητέρα Του καί τόν Ιωσήφ σ’ εκείνο τόν διορισμένο τόπο, όπου ήταν συνήθεια νά περιτέμνονται τά βρέφη καί εκεί περιετμήθη καί έλαβε τό γλυκύτατο όνομα Ιησούς, πού σημαίνει Σωτήρ, τό οποίο κάλεσε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, όταν ευαγγελίσθηκε τήν Θεοτόκο, πρίν συλληφθεί ο Κύριος στήν κοιλιά της Παρθένου, όπως γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Σύμφωνα με τον Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο Ιησούς Χριστός μάς δίνει μέ τήν περιτομή του ένα ιατρικό φάρμακο, πού μάς διαφυλάττει από όλα τά κακά. Αυτό είναι τό γλυκύ όνομα Ιησούς, τό οποίο προείπε μέν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, πρίν συλληφθεί στήν κοιλία της Παρθένου, τόσο στόν Ιωσήφ, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος «τέξεται υιόν καί καλέσεις τό όνομα αυτού Ιησούν», όσο καί στήν Παρθένο, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Μέ αυτό τό όνομα ονομάσθηκε στήν περιτομή Του πραγματικώς˙ «καί ότε φησίν επλήσθησαν ημέραι οκτώ του περιτεμείν τό παιδίον καί εκλήθη τό όνομα αυτού Ιησούς». Ιησούς˙ τό κύριο όνομα του Μεσσία, κατά τόν ιερό Αυγουστίνο, τό οποίο συνέχει όλη τήν ένσαρκο οικονομία, τήν σοφία, τήν δύναμη, την αγαθότητα καί τήν άκρα αγάπη Του πρός εμάς. Ιησούς˙ όνομα πού, κατά μερικούς, υπερέχει καί αυτό τό τετραγράμματο όνομα του Θεού, επειδή αυτό μέν, τό όνομα Ιησούς, δηλώνει συνεπτυγμένως τό όνομα καί του Κτίστου καί του Κυρίου, εκείνο δέ, τό όνομα Θεός, δηλώνει μόνο ή τό όνομα του Κτίστου ή του Κυρίου. Ιησούς˙ όνομα, τό οποίο, κατά τήν εβραϊκή διάλεκτο, σημαίνει σωτήρ, καί τό οποίο παράγεται από τό ρήμα Ιαχά, πού σημαίνει σώζω, κατά τόν Γεώργιο Κορέσσιο, τόν ειδήμονα των εβραϊκών. Και, εν συντομία, Ιησούς είναι τό όνομα τό γεμάτο από κάθε παρηγοριά καί σωτηρία και είναι όχι μόνο μία σύνοψη όλων των τελειοτήτων, πού αρμόζουν στόν Σωτήρα μας, ως Θεό, καί όλων των αρετών, πού Του αρμόζουν ως άνθρωπο, αλλά είναι καί μία σύνοψη όλων εκείνων, πού έκανε γιά τήν σωτηρία μας, καί ένας αρραβώνας όλων εκείνων, πού έχει σκοπό νά κάνει στό μέλλον, αν δέν εμποδισθεί από’μας, και νά μας φέρει εμπράκτως στόν τελικό σκοπό μας, πού είναι ο Παράδεισος.
Αυτό τό άγιο όνομα, τό υπέρ παν όνομα του Ιησού, τό δοξάζουν καί τό προσκυνούν όλοι οι Άγγελοι στόν ουρανό καί όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στή γη, καί θά τό προσκυνήσουν ακόμη καί αυτοί οι υποχθόνιοι δαίμονες καί οι άπιστοι άνθρωποι, καθώς έχει γραφεί ˙ «εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων καί επιγείων καί καταχθονίων».
Αυτό τό πολυπόθητο και παντεπόθητο όνομα του Ιησού είχαν καί έχουν ως γλυκύτατο μελέτημα στή γλώσσα καί τήν καρδιά, όχι μόνο όλοι οι Όσιοι καί οι Ασκητές, πού κατοικούσαν καί κατοικούν στά όρη καί τίς σπηλιές της Αιγύπτου, της Λιβύης, της Θηβαΐδος, του Αγίου Όρους καί άλλων τόπων, αλλά καί πάρα πολλοί λαϊκοί, πού βρίσκονταν καί βρίσκονται στόν κόσμο καί στά βασίλεια, φωνάζοντας πάντοτε τό «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Αυτό ενθυμούνται κάθε ώρα καί σ’αυτό είναι προσκολλημένη η αναπνοή τους καί μέ αυτό τό όνομα έδιωχναν τούς κακούς λογισμούς και τούς πονηρούς δαίμονες, καθώς είπε ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος˙ «Ιησού ονόματι μάστιζε τούς πολεμίους»˙ καί πάλι «Ιησού όνομα κολληθήτω τη πνοή σου καί τότε είση ησυχίας ωφέλειαν».
Ας σπουδάζουμε κι εμείς, αγαπητοί μου, εις τό εξής νά θυμόμαστε πάντοτε και νά λέμε τό «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» πότε μέν μέ τό στόμα, περισσότερο δέ μέ τήν καρδιά, συμμαζεύοντας όλο τόν νου μας καί μελετώντας αυτή τήν ευχή, κρατώντας και λίγο τήν αναπνοή, καθώς τό διδάσκουν καί οι θείοι Πατέρες. Διότι, μέ τήν συχνή αυτή μελέτη καί ενθύμηση του Ιησού, όχι μόνο γλυτώνουμε από τούς κακούς λογισμούς, αλλά καί συνειθίζουμε νά αγαπάμε τόν Ιησού καί νά πράττουμε τίς εντολές του μέ χαρά. Μήν προφασιζόμασθε, όμως, ότι βρισκόμασθε στόν κόσμο καί γι’αυτό δέν μπορούμε νά προσευχόμασθε μέ τόν νου μας πάντοτε. Γιατί, ο Απ. Παύλος παραγγέλλει, όχι μόνο στούς μοναχούς καί τούς ασκητές, αλλά καί σέ όλους τούς κοσμικούς, νά προσεύχονται πάντοτε, λέγοντας˙ «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Αλλά καί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, σχετικά μέ τήν αδιάλειπτη μνήμη του Θεού, λέει˙ «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον». Γι’αυτό, ας αποφασίσουμε νά αγωνιζόμασθε γιά τήν σωτηρία μας, γιά νά δοξασθεί τό όνομα του Σωτήρος μας Ιησού σ’εμάς καί εμείς αντιστρόφως νά δοξασθούμε σ’αυτό, καθώς λέει ο Απ. Παύλος˙ «όπως ενδοξασθή τό όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν υμίν καί ημείς εν αυτώ». Ας ζητήσουμε συγχώρηση από τόν Ιησού γιά τήν ατιμία, πού προξενήσαμε μέ τίς αμαρτίες μας, του παντίμου ονόματός Του και ας Τόν παρακαλέσουμε νά εντυπώσει στήν καρδιά μας αυτό τό άγιο όνομά Του, και νά μάς σώσει, όχι γιά ο,τιδήποτε άλλο, παρά μόνο γιά τό σωτήριο καί φερώνυμο όνομά Του, καθώς μόνος Του ο Ίδιος τό υπόσχεται˙ «καί εφεισάμην αυτών διά τό όνομά μου τό άγιον». Και πάλι˙ «τάδε λέγει Κύριος˙ ουχ υμίν εγώ ποιώ οίκος Ισραήλ, αλλ’η διά τό όνομά μου τό άγιον». Αν απέχουμε από κάθε αδικία καί αμαρτία γιά τό όνομα του Ιησού Χριστού, καθώς μάς προστάζει ο Απ. Παύλος, λέγοντας˙ «αποστήτω από αδικίας πας ο ονομάζων τό όνομα του Χριστού»˙ αν κοπιάζουμε γιά τό όνομά Του, ας ξέρουμε βέβαια ότι κι Αυτός θά μάς πει˙ «διά τό όνομά μου κεκοπίακας καί κέκμηκας» καί δέν θά εξαλείψει τό όνομά μας από τήν βίβλο της ζωής, αλλά μάλιστα θά τό δοξάσει μπροστά στόν Πατέρα Του και τούς αγγέλους Του˙ «ου μή εξαλείψω τό όνομα αυτού εκ της βίβλου της ζωής καί εξομολογήσομαι τό όνομα αυτού ενώπιον του Πατρός μου καί ενώπιον των αγγέλων αυτού».     
Μετά τήν περιτομή ο Κύριος ήταν μαζί μέ τούς γονείς του καί ζούσε ανθρωπίνως, προκόπτοντας καί αυξάνοντας καί κατά τήν ηλικία του σώματος καί κατά τήν σοφία καί χάρη γιά τήν σωτηρία μας.
Πολλά ερωτήματα καί απορίες έχουν τεθεί κατά καιρούς γιά τό διάστημα της ζωής του Ιησού Χριστού, από τα 12 έως τα 30 χρόνια της ζωής Του καί κάθε φορά δίνονται διάφορες απαντήσεις, οι περισσότερες των οποίων είναι, «κατά το δοκούν», εντελώς ανιστόρητες καί παραπλανητικές, πού, αντί νά διαφωτίσουν αυτό τό συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τό συσκοτίζουν περισσότερο, αφήνοντας αιχμές κατά του Θεανδρικού Προσώπου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πολλές, μάλιστα, δημόσιες καί μακρές συζητήσεις έχουν γίνει γιά το χρονικό αυτό διάστημα της ζωής του Χριστού των δεκαοκτώ (18) ετών δημόσιας απουσίας Του.
Επί του θέματος αυτού αναφέρονται τά παρακάτω, γιά τήν αποκάλυψη της αληθινής αληθείας καί τή διαφώτισή του, ώστε, επιτέλους νά σταματήσουν τά όσα όλως ανεύθυνα καί ψευδέστατα λέγονται καί «ελαφρά τη συνειδήσει» υποστηρίζονται, σέ βάρος του Θεανδρικού Προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού :
Σύμφωνα με τον αιδεσιμολογιώτατο πρεσβύτερο π. Ευστάθιο Κολλά ,
«. Κατά τόν Εβραϊκό Νόμο, επίσημες δημόσιες εμφανίσεις, πού μπορούσε νά κάνει ένας Εβραίος μέχρι τό τριάντα του ήταν : α) Τήν όγδοη ήμερα από τή γέννησή του, β) τήν τεσσαρακοστή καί γ) στά δώδεκα χρόνια του. Από τά δώδεκα χρόνια του καί μέχρι τά τριάντα ο Εβραίος πολίτης ήταν υποχρεωμένος, νά ζει εκτός «του κοινωνικού γίγνεσθαι», προετοιμαζόμενος γιά τή μετά τά τριάντα δημόσια εμφάνιση καί δράση του, πού δικαιούνταν νά έχει δημόσιο λόγο. Κάτι ανάλογο, πού γινόταν καί κατά τήν αρχαιότητα στον Δήμο των Αθηναίων. Ο Εβραϊκός Νόμος, λοιπόν, απαγόρευε αυστηρά, νά εμφανίζεται κάποιος δημόσια καί νά έχει λόγο κάτω των τριάντα ετών. Μόνο οι Λευΐτες άρχιζαν τή δημόσια εμφάνισή τους καί δράση τους από τά 25 χρόνια τους. Επομένως, τά χρόνια ενός Εβραίου από τά 12 έως τα 30, ήσαν άνευ σημασίας, γι’αυτό καί δέν αξιολογούνταν κοινωνικά. Στή Νομική αυτή απαγόρευση, οφείλεται η κοινωνική καί δημόσια απουσία του Θεανθρώπου Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
2. Όμως, η Αγία Γραφή δέν αφήνει εντελώς απροστάτευτο τόν Ιησού Χριστό στό διάστημα αυτό της ζωής Του μετά τά δώδεκα χρόνια Του καί μέχρι τά τριάντα Του, αλλά κάνει συγκεκριμένο λόγο καί αναφέρει λίαν κατηγορηματικά πώς μετά τά δώδεκα χρόνια Του είναι υποταγμένος, κάτω από τήν προστασία των Νομικών του γονέων «... κατέβη μετ’ αυτών, καί ήλθεν εις Ναζαρέτ, καί ήν υποτασσόμενος αυτοίς... ο δέ Ιησούς προέκοπτε σοφία, και ηλικία, καί χάριτι παρά Θεώ καί ανθρώποις».
3. Αλλά, γιά νά δούμε τί σημαίνουν ακριβώς όλα αυτά τά λεγόμενα της Αγίας Γραφής; Ο Χριστός πήρε σάρκα καί ήρθε στόν κόσμο της φθοράς, στή γή, πού σημαίνει ότι έχει δύο φύσεις τέλειες - του Θεού και του άνθρωπου. Δηλαδή, τέλειος Θεός καί τέλειος άνθρωπος (= Θεάνθρωπος). Μέσα στήν ανθρώπινη φύση Του ο Χριστός είχε ολόκληρη τήν Θεότητα, αλλά γιά νά τήν εκδηλώσει, έπρεπε νά υπάρχει καί η ανάλογη σωματική Του αύξηση, η οποία, όμως, αυξανόταν, προόδευε, «βαθμηδόν καί κατ’ ολίγον», γι’ αυτό καί η Αγία Γραφή μάς πληροφορεί ˙ «και ο Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις». Δηλαδή, ανάλογα μέ τήν αύξηση του σώματος (= εξωτερικά πλεονεκτήματα της κανονικής σωματικής αναπτύξεως), εκδηλωνόταν, εδραιωνόταν και η γνώση της σοφίας Του (= εσωτερικά πλεονεκτήματα, πλήρους, ηθικής και διανοητικής αναπτύξεώς Του). Τούτο σημαίνει, ότι δεν προέκοπτε (= αυξανόταν) η σοφία, γιατί αυτή ήταν ολόκληρη καί τέλεια εξ υπαρχής μέσα Του, αλλά αυξανόταν μόνο τό ανθρώπινο στοιχείο Του, και, ανάλογα μέ τήν σωματική Του ανάπτυξη, τήν κατανοούσε γινόμενος, ταυτοχρόνως καί αρεστός προς τόν «εν αυτώ κατοικούντα Θεόν», αλλά καί προς τους ανθρώπους. Η Αγία Γραφή είναι λίαν σαφής ˙ «προέκοπτε σοφία καί ηλικία καί χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις».
4. Έτσι ο Ιησούς Χριστός εφάρμοσε πιστά τίς διατάξεις αυτές του Νόμου. Καί στις οκτώ ημέρες μετά τή γέννησή Του - καί στις σαράντα ήμερες• καί στά δώδεκα χρόνια Του, πού είχε τό δικαίωμα εκ του Νόμου νά εισέρχεται ελεύθερα στην Εβραϊκή Συναγωγή• καί στά τριάντα Του μέ τό βαπτισμό Του, οπότε καί έκανε δυναμικά πλέον τήν δημόσια παρουσία Του, δηλώνοντας, μέσα στή Συναγωγή, όχι μόνον ποιός ήταν ακριβώς, αλλά καί ποιό είναι τό έργο του• «... καί επεδόθη αυτώ βιβλίον Ησαΐου του προφήτου, καί εύρε τόν τόπον, ού ην γεγραμμένον. Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους τήν καρδίαν κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν καί τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν, καί πτύξας τό βιβλίον εκάθισε, καί ήρξατο λέγειν προς αυτούς, ότι σήμερον πεπλήρωται η γραφή αύτη εν τοις ωσίν υμών». Πολύ σοφά, λοιπόν, όριζε ο Νόμος αυτή τήν ηλικία των 30 χρόνων, γιατί τότε πράγματι ο άνδρας είναι ώριμος καί κατάλληλος γιά διδασκαλία, πλήρως έτοιμος ν’ αναλάβει κοινωνικό έργο. Όλες οι μεγάλες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης έχουν κάνει τή δημόσια εμφάνιση τους στά τριάντα τους χρόνια ή καί μετά τά τριάντα.
5. Ειδικά γιά τόν Μεσσία (= τόν Ιησού Χριστό) υπάρχουν συγκεκριμένες ρητές αναφορές καί χαρακτηριστικά στή διδασκαλία Του στό ποιός θά είναι, τί θά κηρύξει και πώς θά τό κηρύξει, αλλά καί συγκεκριμένη απαγόρευση από τήν Εβραϊκή Παράδοση ότι ποτέ δέν θά βγει έξω από τά όρια του κράτους του Ισραήλ. Καί τό έπραξε τούτο ο Κύριος στή περίπτωση της γυναίκας της Χαναάν «καί εξελθών εκείθεν ο Ιησούς ανεχώρησεν εις τά μέρη (πρός τά μέρη) Τύρου και Σιδώνος, καί ιδού γυνή Χαναναία από των ορίων εκείνων εξελθούσα (=παρεβίασε τά κρατικά της σύνορα) εκραύγασεν αυτώ λέγουσα...». Για νά προσέξουμε! Δέν παρεβίασε ο Ιησούς Χριστός τά σύνορα του Εβραϊκού κράτους, αλλά η γυναίκα από τή Χαναάν και μπήκε στό Εβραϊκό κράτος. Ο Κύριος εκινείτο επί των ορίων του Εβραϊκού κράτους.
6. Επίσης, ήταν γεγραμμένο ότι πάντοτε ό Χριστός θά μιλούσε μέ παραβολές καί δέ θά έλεγε τίποτε χωρίς παραβολή - «Ταύτα πάντα ελάλησεν ο Ιησούς εν παραβολαίς τοίς όχλοις, καί χωρίς παραβολής ουδέν ελάλει αυτοίς, όπως πληρωθή τό ρηθέν δια του προφήτου λέγοντος˙ ανοίξω έν παραβολαίς τό στόμα μου, ερεύξομαι κεκρυμμένα από καταβολής κόσμου».
7. Στην περίπτωση, πού υποστηρίζουν μερικοί, λέγοντες πώς ο Κύριος πήγε στις Ινδίες, στά Ιμαλάια, στό Θηβέτ καί δέν ξέρουμε πού αλλού θά μάς πούν, ρωτάμε : Έχουν νά μάς παρουσιάσουν μαρτυρίες ή συγγράμματα των συγχρόνων του Χριστού απ’ αυτές τις Χώρες, πού νά βεβαιώνουν ότι πράγματι ο Χριστός πήγε εκεί; Όχι βέβαια! Υπάρχουν, όμως, αντίθετες μαρτυρίες καί μάλιστα έγγραφες, ότι ο Xριστός γνώριζε γράμματα χωρίς νά πάει σέ σχολείο καί αυτό τό μαρτυρούν οι ίδιοι οι εχθροί Του, οι σύγχρονοι συμπατριώτες του Εβραίοι «πώς ούτος οίδε (= γνωρίζει, ξέρει), γράμματα μη μεμαθηκώς»; Οι Εβραίοι, λοιπόν, οι οποίοι μάλιστα Τόν μισούσαν, γνωρίζουν καλλίτερα από τόν καθένα μας εάν ο Ιησούς Χριστός βγήκε έξω από τά όρια του κράτους των Εβραίων και πήγε εκεί, πού αναληθώς υποστηρίζουν μερικοί ανεγκέφαλοι. Μόνο οι Εβραίοι είχαν και έχουν συμφέρον νά υποστηρίξουν κάτι τέτοιο, όμως, δέν τό αποτολμούν. Γι’ αυτό καί στήν περίπτωση των θαυμάτων του Χριστού, υποστηρίζουν ότι ό Χριστός κάνει θαύματα, αλλά τά κάνει «εν ονόματι του άρχοντος των δαιμονίων» καί όχι γιατί είναι μαθητευόμενος μάγος. Καί εδώ εύλογα ερωτάται : Ποίοι είναι αξιόπιστοι; οι Εβραίοι ή οι σημερινοί εχθροί του Ιησού Χριστού»;
8. Στον παραπάνω ισχυρισμό είναι προφανής η σύγχυση, το μπέρδεμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού με τον Απ. Παύλο. Ο Απ. Παύλος πήγε στην Αραβία και όχι ο Χριστός. Ο ίδιος στην προς Γαλάτας επιστολή  γράφει : «ότε δε ευδόκησεν ο Θεός ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας διά της χάριτος αυτού αποκαλύψαι τον υιόν αυτού εν εμοί, ίνα ευαγγελίζωμαι αυτόν εν τοις έθνεσιν, ευθέως ου προσανεθέμην σαρκί και αίματι, ουδέ ανήλθον εις Ιεροσόλυμα προς τους πρό εμού Αποστόλους, αλλά απήλθον εις Αραβίαν και πάλιν υπέστρεψα εις Δαμασκόν. Έπειτα μετά έτη τρία ανήλθον εις Ιεροσόλυμα ιστορήσαι Πέτρον και επέμεινα προς αυτόν ημέρας δεκαπέντε. Έτερον δε των Αποστόλων ουκ είδον ει μη Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου».
«9. Αλλά, ας υποχωρήσουμε και ας δεχθούμε ότι πήγε εκεί ό Χριστός, εκεί, πού αναφέρθηκε παραπάνω καί μαθήτευσε καί ότι μέ τίς γνώσεις αυτές, πού πήρε, άλλαξε, όπως έχει αποδειχθεί, τόν ρουν της ανθρώπινης ιστορίας. Ύστερα από αυτό τό κοσμοϊστορικό γεγονός δέν θά επεδίωκαν νά δρέψουν τούς καρπούς του παγκοσμίου αυτού έργου ενός σπουδαστή Τους; Κάτι τέτοιο, λοιπόν, θα τό επιχειρούσαν πολλοί, αλλά δέν έγινε καί δέν τό κάνουν, πού σημαίνει ότι ο Ιησούς Χριστός δέν εξήλθε των ορίων του Εβραϊκού κράτους, αλλά εκεί έμεινε έως τά τριάντα Του, «προκόπτοντας σοφία καί ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις».
10. Συμπέρασμα : Στό ερώτημα, λοιπόν, «Πού ήταν και τί έκανε ο Ιησούς Χριστός από τά 12 έως τά 30 χρόνια Του»; η απάντηση είναι προφανής : Σάν γνήσιος Εβραίος ήταν υποχρεωμένος νά ιδιωτεύσει, όπως καί ιδιώτευσε, κάτω από τήν προστασία των Νομικών του γονέων».
Ο Ιησούς ας είναι το μοναδικό και βαθύτατο εντρύφημα και μελέτημα της καρδιάς μας. Ο Ιησούς ας είναι η αναπνοή μας!
πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος
εφημέριος Ιερού Παρεκκλησίου Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Χατζηκυριακείου Ιδρύματος Πειραιώς

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Ὁ ἅγ. Γρηγόριος παραβάτης Ἱ. Κανόνων, ἢ γενναῖος Ὁμολογητής τῆς Πίστεως θέτων ἐν κινδύνῳ καὶ αὐτὴ τὴν ζωήν του;


 

  ἅγιος Γρηγόριος ἀναφερόμενος στὴν ἐναντίον του κατηγορία, ὅτι ἄφησε τὴν περιφέρειά του καὶ εἰσῆλθε σὲ ξένη ἐκκλησιαστικὴ περιφέρεια, καταφεύγει στὴν ἕως τότε ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, καὶ μάλιστα στὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἀναφέρει ὅτι τὸ ἴδιο ἔκαναν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Εὐαγγελιστές, ὅταν αὐτὸ ἀπαιτοῦσαν τότε οἱ ἀνάγκες τῆς πρώτης Ἐκκλησίας.


(Γρ. Θεολόγου, Ὁμιλία ΛΓ΄, Πρὸς Ἀρειανοὺς καὶ πρὸς ἑαυτόν,
Ἔργα 2, Πατερ. Ἐκδ., "Γρ. ὁ Παλαμᾶς", σελ. 108-111).
 
Καὶ βέβαια ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Συνόδων της καθόρισε κάποιους Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν σὲ καιροὺς ὁμαλότητας καὶ εἰρήνης.

Κι ἐδῶ προκύπτει τὸ ἐρώτημα: Αὐτοὶ οἱ Κανόνες εἶναι δυνατὸν νὰ παρακάμπτονται σὲ καιροὺς ἀναστατώσεων καὶ αἱρέσεων; Ἤδη τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου παρεκάμφθησαν κατ’ οἰκονομίαν, παραδίδοντάς μας καὶ ἄλλους τρόπους στάσεως καὶ δράσεως σὲ περιόδους αἱρέσεων.

Τὸ πρόβλημα γιὰ μᾶς σήμερα, ἐποχὴ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἐσχάτης αἱρέσεως τῆς ἱστορίας (κατὰ τὸν ἀείμνηστο π. Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο), εἶναι: μποροῦμε νὰ μένουμε στὰ σχήματα τῆς ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, τὴν ὁποία ἐπικαλοῦνται καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὁρκίζονται ὑπακοή, ὄχι μόνο οἱ Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι καὶ ποιμένες;

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ, ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΦΑΝΤΑΣΜΑΑρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου*


 

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ, ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΦΑΝΤΑΣΜΑ
Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου*
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
  
   Με το θέμα της φαντασίας, που είναι σπουδαιότατο για την μεταμόρφωση του ανθρώπου και την πορεία του προς την θέωση, έχω ασχοληθεί στα βιβλία μου, ιδιαιτέρως στο βιβλίο μου με τίτλο «Θεραπευτική αγωγή», καθώς επίσης και σε μερικές σελίδες στο άλλο βιβλίο μου «Ψυχική ασθένεια και υγεία». Δεν θέλω, βέβαια, να επανέλθω πάνω στο θέμα αυτό, γιατί πιστεύω ότι αναπτύχθηκε διεξοδικά, αλλά θέλω να υπογραμμίσω μερικά σημεία, τα οποία θε­ωρώ πολύ απαραίτητα για την κατανόηση των θέσεων του κεφαλαίου εκείνου περί φαντασίας.
1) Οι άγιοι Πατέρες που ασχολήθηκαν και έγραψαν για το θέμα αυτό δεν ξεκίνησαν από ψυχoλoγικές έρευνες, ούτε από την προσπάθεια απλώς να ερευνήσουν επιστημονικά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Άλλωστε ξέρουμε από την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι οι άγιοι Πατέρες δεν ήταν επιστήμονες του γραφείου, αλλά Ποι­μένες του λαού του Θεού. Και φυσικά είχαν την εμπειρία πως ενεργεί η Χάρη του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Με άλλα λόγια οι άγιοι Πατέρες γνώρισαν πολύ καλά την ψυχή, όπως είναι μετά το συνταρακτικό γεγονός της πτώσε­ως, και στην συνέχεια γνώρισαν την ψυχή και όλον τον ε­σωτερικό κόσμο του ανθρώπου, όπως αναγεννάται με την Χάρη του Θεού. Έτσι έκαναν τις παρατηρήσεις τους πάνω στο θέμα της φαντασίας όχι κινούμενοι από ψυχολογικές, επιστημονικές έρευνες, αλλά από την εμπειρία που είχαν και με σκοπό, φυσικά, να καθοδηγήσουν τον λαό του Θεού. Και όταν οι άγιοι Πατέρες χρησιμοποίησαν την ορολογία των φιλοσόφων και επιστημόνων της εποχής εκείνης δεν ταυτίζονταν πέρα για πέρα με τις θεωρίες τους. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Καν τις των Πατέρων τα αυτά τοις έξω φθέγγηται, άλλ’ επί των ρημάτων μόνον επί δε των νοημάτων, πολύ το μεταξύ νουν γαρ ούτοι, κα­τά Παύλον, έχουσι Χριστού, εκείνοι δε, ει μη τι και χεί­ρον, εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Το χωρίο αυτό είναι αξιοπρόσεκτο. Δείχνει ότι, καίτοι μερικοί από τους Πατέρες χρησιμοποίησαν κοινή ορολογία με τους φιλο­σόφους, εν τούτοις όμως υπάρχει τεράστια διαφορά μετα­ξύ τους. Οι άγιοι Πατέρες έχουν νουν Χριστού πράγμα το οποίο σημαίνει ότι έχουν την Αποκάλυψη, ενώ οι φιλόσο­φοι μιλούν από την διάνοια και τον δικό τους ανθρώπινο στοχασμό.
Το λέγω αυτό γιατί πρέπει να σημειωθή ότι δεν μπο­ρούμε και σήμερα, μιλώντας για την φαντασία, να εννοούμε ό,τι εννοούν και οι σημερινοί ψυχίατροι που ασχολούνται με το θέμα αυτό. Υπάρχει ομολογουμένως μεγάλη δια­φορά μεταξύ αυτών που έχουν την αγιοπνευματική εμπειρία και αυτών που ασχολούνται ανθρωποκεντρικά με το σο­βαρό θέμα της φαντασίας. Κι αν καμμιά φορά χρησιμο­ποιούμε κοινή ορολογία εν τούτοις εννοούμε διαφορετικά πράγματα. 
Θα ήθελα να υπενθυμίσω τι λέγει ο Αρχιμ. Σωφρόνιος για το θέμα αυτό. Αρχίζοντας να μελετά το θέμα της φαν­τασίας εισαγωγικά τονίζει και τα ακόλουθα: «Κι αυτό το κεφάλαιο της πνευματικής ζωής είναι εξαιρετικά λεπτό και πολύπλοκο και δεν πιστεύουμε πως θα ανταπεξέλθωμε ι­κανοποιητικά. Επειδή βασική τάση μας είναι να εκθέτουμε συγκεκριμένη πείρα, είμαστε υποχρεωμένοι να περιγράψουμε απλά σε γενικές γραμμές τη συνείδηση και τις πα­ραστάσεις, που επικράτησαν σήμερα στους ασκητικούς κύκλους των πατέρων του Άθω και που συμμεριζόταν κι ο ίδιος ο Γέροντας. Αφήνομε κατά μέρος τις θεωρίες της σύγχρονης επιστημονικής ψυχολογίας. Δεν θα κάνουμε σύγ­κριση ούτε κριτική αυτών ή άλλων θεωριών. Σημειώνουμε μόνο πως σε πολλά δεν συμπίπτουν, γιατί οι δυο θεωρίες έχουν σαν βάση διαφορετικές κοσμολογικές και ανθρωπολογικές παραστάσεις».
Έτσι στην ανάπτυξη του θέματος της φαντασίας δεν προσπάθησα να κάνω σύγκριση μεταξύ της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων και των συγχρόνων ψυχολόγων γύρω από το θέμα, αλλά να περιγράψω το πως μιλούν οι άγιοι Πατέρες για την φαντασία μέσα από την σύγχρονη πείρα που διασώζεται και διαφυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία και βιώνεται από συγχρόνους μοναχούς που είναι εντεταγμένοι μέσα στην θεραπευτική αγωγή της Ορθοδόξου Εκ­κλησίας. Και αυτό είναι απαραίτητο να λεχθή γιατί οι σύγ­χρονοι ψυχολόγοι αναφέρονται περισσότερο στην φαντα­σίωση, γιατί πιστεύουν ότι μόνον αυτή δημιουργεί ψυχoλογικές ανωμαλίες, ενώ οι άγιοι Πατέρες όταν μιλούν για την φαντασία επεκτείνονται και πέρα από αυτήν την ερμη­νεία. Άλλωστε, όπως γνωρίζουμε, οι άγιοι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται απλώς για μια ψυχολογική ισορροπία την ο­ποία ενδεχομένως καταργεί η φαντασίωση, αλλά για την θέωση του ανθρώπου, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι για να φθάση εκεί ο άνθρωπος δεν απαλλάσσεται μόνον από την φαντασίωση, αλλά και από αυτήν την ίδια την ενέργεια του φαντάζεσθαι, έστω και σε καλά πράγματα. Γιατί στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων βλέπουμε ότι ο νους για να φθάση στην θεωρία του Θεού απαλλάσσεται τελείως από κάθε εικόνα, έστω και καλή, ακόμη δεαπαλλάσσεται και από αυτούς τους λογισμούς και τους συλλογισμούς, έστω κι αν είναι καλοί για την εξέλιξη του πολιτισμού και την προσαρμογή μας στον κοινωνικό χώρο.
Γι’ αυτό δεν μπορούμε να μιλούμε την ίδια γλώσσα με τους ψυχιάτρους. Κι αν κάποτε συμπίπτουμε σε μερικές εκφράσεις πρέπει να παρατηρηθή ότι υπάρχει χαώδης δια­φορά στο νόημα κάθε όρου. Πιστεύω δε ότι είναι μεγάλη ασέβεια να προσπαθούμε να ερμηνεύουμε πατερικά κεί­μενα μέσα από την σύγχρονη ψυχολογική ερμηνεία, καθώς επίσης είναι μεγάλη αδικία να θεωρούμε τα ψυχολογικά ως πνευματικά. Όταν μιλούμε για πνευματικά, εννοούμε κυ­ρίως την επενέργεια του Παναγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός στον οποίο κατοικεί το Πανάγιο Πνεύμα, δηλαδή αυ­τός που είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. Βέβαια, η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου έχει συνέπειες και στον ψυχολογικό τομέα (στις ανθρώπινες εκδηλώσεις), όπως επίσης και η απουσία του Πα­ναγίου Πνεύματος από την καρδιά του ανθρώπου έχει τρο­μακτικές επιπτώσεις στην όλη προσωπικότητα τού ανθρώπου, στις λεγάμενες ψυχολογικές εκδηλώσεις του, αλλά δεν μπορούν να ταυτισθούν τα ψυχολογικά με τα πνευματικά.
Στην Ορθόδοξη Παράδοση λέμε πως δεν υπάρχει τί­ποτε όμοιο μεταξύ κτιστού και άκτιστου. Είναι μια από τις βασικές διδασκαλίες της Εκκλησίας. Κατά τον ίδιο τρό­πο, δεν υπάρχει καμμιά ομοιότητα μεταξύ των ψυχολογικών (κτιστών) και των πνευματικών (άκτιστων). Μιλώντας για πνευματικά δεν εννοώ αυτό που ο κόσμος ονομάζει, δηλαδή τις εκδηλώσεις και ενέργειες του μυαλού, αλλά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του ανθρώπου.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει κάτι που νομίζω ισχύει κυρίως στην περίπτωση που μελετάμε. Γράφει στην επιστο­λή προς Κορινθίους: «Ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του πνεύματος του Θεού μωρία γαρ αυτώ έστι, και ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικώς ανακρίνεται, ο δε πνευ­ματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται» (Α' Κορ. β', 14-15). Ψυχικός άνθρωπος είναι ο εστερημένος των ενεργειών του Παναγίου Πνεύματος και πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που δέχεται τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, αυτός που είναι ναός του Α­γίου Πνεύματος και αυτό φανερώνεται με την νοερά αδιάλειπτη προσευχή. Ο ίδιος Απόστολος μιλώντας για την υιο­θεσία παρουσιάζει τα γνωρίσματα που δείχνουν ότι είμα­στε αληθινά τέκνα Θεού. Γράφει: «ελάβετε Πνεύμα υιοθε­σίας, εν ω κράζομεν αββά ο πατήρ, αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού» (Ρωμ. η', 15-16). Αυτό σημαίνει ότι το Άγιον Πνεύμα ενεργεί μέσα στην ψυχή μας και αυτή η ενέργεια εκδηλώνεται με την νοερά προσευχή («κράζομεν αββά ο πατήρ») και αυτό φανερώνει ότι είμαστε τέκνα Θεού. Το ότι αυτή είναι η ερμηνεία τού αποστολικού αυτού χωρίου φαίνεται από έναν επόμενο στίχο της ίδιας επιστολής στον οποίο λέγει: «το γαρ τι προσευξόμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν, άλλ’ αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. π', 26). Έτσι, λοιπόν, ο πνευματικός άνθρωπος, αυτός που έχει το Άγιον Πνεύμα και στον οποίο ενεργεί η νοερά αδιάλειπτη προσευχή, και που φανερώνει ότι είναι τέκνον Θεού,αυτός δεν ανακρίνεται από κανέναν άνθρω­πο, δηλαδή δεν μπορεί κανείς άνθρωπος του κόσμου να τον εξετάση, να τον ερευνήση, αντίθετα μάλιστα αυτός ε­ρευνά όλους τους ανθρώπους.
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ερμηνεύοντας αυτόν τον αποστολικό λόγο, γράφει: «ο τοιούτος (δηλαδή ο ά­γιος, ο πνευματικός άνθρωπος) πάντας ανθρώπους ανακρίνει κατά το γεγραμμένον, γινώσκει έκαστον πόθεν λαλεί καιπού έστηκε και εν ποίοις μέτροις εστίν. Αυτόν δε ουδείς ανθρώπων των εχόντων το πνεύμα του κόσμου γινώσκειν και ανακρίνειν δύναται, ει μη μόνον ο το όμοιον έχων επουράνιον της Θεότητος Πνεύμα γινώσκει τον όμοιον».Κανείς ψυχολόγος που κάνει το έργο του ανθρωποκεντρικά δεν μπορεί να εξετάση τον άγιο άνθρωπο για­τί ο άγιος κινείται πέρα από το δικό του ανθρωποκεντρικό ενδιαφέρον. Αυτό το γράφω γιατί δεν μπορούμε με ψυχoλογικά κριτήρια να ερμηνεύουμε και να διαβάζουμε τα έργα των Θεουμένων. Και είναι μεγάλη αδικία όταν προσπαθούμε με κριτήρια ψυχολογικά και μάλιστα της σημερινής ανθρωποκεντρικής ψυχολογίας να εξετάσουμε και να ερμηνεύσουμε την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και πάλι υπογραμμίζω ότι γράφοντας για την φαντα­σία και γενικά για το μεγάλο θέμα της Ορθοδόξου Ψυχο­θεραπείας δεν έκανα καμμιά σύγκριση και σύγχυση της θε­όπνευστου διδασκαλίας των αγίων Πατέρων με τα πορίσμα­τα της συγχρόνου ανθρωποκεντρικής ψυχολογίας.
Άλλωστε, αν η σημερινή ψυχολογία ερευνήση τις θε­ωρίες που έχουν οι άγιοι θα τους παρουσιάση ψυχασθενείς, ως πάσχοντας από φαντασία. Και όμως είναι δεδομέ­νο ότι όταν οι άγιοι φθάνουν στην θεωρία του Θεού, των αγγέλων και άλλων αγίων, αυτό γίνεται γιατί προηγήθηκε κάθαρση της καρδιάς, και ο νους απηλλάγη από κάθε εί­δους φαντασία και από κάθε είδους εικόνα. Έβλεπαν δια της θεώσεως «ξένον θέαμα, ξένον άκουσμα», χωρίς να υπάρχη η ενέργεια τού φαντάζεσθαι.
2) Μιλώντας άκόμη για την φαντασία πρέπει να δούμε δυο βασικά χωρία των αγίων Πατέρων. Το ένα είναι τού Αγίου Ιωάννου τού Δαμασκηνού και το άλλο του Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σε ένα πολύ ευσύνοπτο χωρίο κάνει διάκριση μεταξύ φανταστικού, φανταστού, φαντασίας και φαντάσματος. Γράφει χαρακτηριστικά: «Φαν­ταστικόν έστι δύναμις της άλογου ψυχής δια των αισθητη­ρίων ενεργούσα, ήτις λέγεται αίσθησις. Φανταστόν δε και αισθητόν το τη φαντασία και τη αισθήσει υποπίπτον ως όρασις μεν αυτή η οπτική δύναμις, ορατόν δε το υποπί πτον τη οράσει, λίθος τυχόν ή τι των τοιούτων. Φαντασίαδε έστι πάθος της άλογου ψυχής υπό φανταστού τίνος γι­νόμενον, φάντασμαδε πάθος διάκενον εν τοις αλόγοις της ψυχής απ’ ουδενός φανταστού γινόμενον. Όργανον δε του φανταστικού η εμπρόσθιος κοιλία του εγκεφάλου».
Στο χωρίο αυτό φαίνεται ότι το φανταστικό είναι η δύ­ναμη της άλογου ψυχής που ενεργεί δια των αισθητηρίων, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι το φανταστικό ενεργεί όταν ενεργούν τα αισθητήρια όργανα. Φανταστό δε είναι αυτό που υποπίπτει στην φαντασία και την αίσθηση, πράγμα το οποίο λέγεται και αισθητό. Φαντασία είναι το πάθος της άλογου ψυχής που ενεργείται από κάποιο φανταστό. Και φάντασμα είναι εκείνο που δεν προξενείται από κανένα φανταστό. Ώστε, λοιπόν, υπάρχει το όργανο που λέγεται φανταστικό, που είναι δύναμη της άλογου ψυχής, το φαν­ταστό, που υποπίπτει στο φανταστικό, η φαντασία που συν­δέεται με τις αισθήσεις και το φάντασμα που δημιουργείται στο φανταστικό χωρίς να υπάρχη συμμετοχή των αισθη­τηρίων οργάνων.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει για το θέμα της φαντασίας: «Ούτε τη σαρκί κατ’ αρχάς συνεκτίσθη η ήδονή και η οδύνη· ούτε τη ψυχή η λήθη και η άγνοια· ού­τε τω νω το τυπούσθαι και μετατυπούσθαι τοις είδεσι των γεγονότων τούτων γαρ η παράβασις εξήρε την γένεσιν. Ο τοίνυν της σαρκός εξελών την ηδονήν και την οδύνην, την πρακτικήν αρετήν κατώρθωσεν, ο δε της ψυχής εξαφανίσας την λήθην και την άγνοιαν, την φυσικήν διήνυσεν ευπρεπώς θεωρίαν ο δε τον νουν, των πολλών απολύσας τύ­πων, την θεολογικήν εκτήσατο μυσταγωγίαν». 
Για να μπορέσουμε να δούμε καθαρά το χωρίο αυτό του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού πρέπει να το εντάξουμε μέσα στην όλη θεολογία του, κατά την οποία υπάρχουν τρία στάδια της πνευματικής ζωής, ήτοι η πρακτική φιλοσοφία, η φυσική θεωρία και η μυστική θεολογία. Ό­ταν ό άνθρωπος απαλλάσσεται από την ηδονή και την ο­δύνη, τότε βιώνει την πρακτική φιλοσοφία, όταν απαλλάσσεται από την λήθη και την άγνοια, τότε βιώνει την φυσική θεωρία, δηλαδή την αδιάλειπτη νοερά προσευχή, και ό­ταν ο νους του απαλλάσσεται καιελευθερώνεται από τις εικόνες και τις φαντασίες, τότε οδηγείται προς την θεωρία που συνδέεται αναπόσπαστα με την θεολογία. Και όπως η ηδονή και η οδύνη, και όπως η λήθη και η άγνοια, έτσι και η φαντασία είναι μεταπτωτικά φαινόμενα και, επομένως, για να φθάση ο άνθρωπος στην θέωση πρέπει να απαλλαγή και να ελευθερωθή από αυτά. Με αυτό το πρί­σμα και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει ότι «και όσα ομοιώματά τινα νομίζει ο νους υπέρ αυτών ποιείσθαι, φαντασία λέγεται και ουκ αλήθεια... Η αιτία της φαντασίας των ει­κόνων η ασθένεια, και ούχ η καθαρότης εστί τού νοός».
Μελετώντας τα χωρία αυτά των αγίων Πατέρων, αλλά και άλλα συναφή χωρία μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι, καίτοι υπάρχει το φανταστικό ως ενέργεια της άλογου ψυχής, εν τούτοις το φαντάζεσθαι, και μάλιστα εμπαθώς εί­ναι καρπός της πτώσεως του ανθρώπου και είναι αυτό που μολύνει τον νου. Ο νους στην φυσική του κατάσταση είναι απηλλαγμένος από τις φαντασίες. Και γι’ αυτό, όπως θα δούμε στην συνέχεια, ο άνθρωπος ο οποίος μετά από μεγάλη κάθαρση φθάνει στον φωτισμό τού νου και στην θε­ωρία, απαλλάσσεται τελείως από το φαντάζεσθαι και με αυτήν την έννοια λέμε ότι ο άνθρωπος πρέπει να απαλλαγή από τις φαντασίες και να καθαρίση τελείως τον νου του. Και έτσι πια καταλαβαίνουμε ότι οι Πατέρες μιλούν για την απαλλαγή από την φαντασία, αφού το φανταστικό, που εί­ναι ενέργεια της άλογου ψυχής, αδρανοποιείται στην κα­θαρή θεωρία.


* Νυν Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου
 ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΙΛΙΟ «ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ» Τόμος Α΄ - Α΄ Έκδοση 1989,σσ. 354-362 - Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου 321 00 ΛΕΒΑΔΕΙΑ, Τ.Θ. 107 Τηλ.: 2261035135, 6944 504297 πρωινές ώρες Fax: 22610 39201 http://www.pelagia.org e-mail: pelagia@pelagia.org

ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ, Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

 



Ὁ  ἅγιος Ἀμβρόσιος, ἐπίσκοπος Μεδιολάνων 
Ὁ   Βίος καὶ τὸ ἔργον του.
 Χρῖστος Βασιλειάδης
Θεολόγος- Φιλόλογος
                      
   Σὰν πηγὲς βιογραφικὲς γιὰ τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον, διαθέτομεν πρῶτον τὰ δικά του συγγράμματα, ἰδιαίτερα τὶς σωζόμενες ἐπιστολές του. Δεύτερον ἕνα Βίον τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου (Vita sancti Ambrosii) γραφέντα εἴκοσιν πέντε περίπου ἔτη μετὰ τὸ θάνατόν του ἀπὸ τὸν παλαιόθεν διάκονόν του, τὸν Παυλῖνον. Τρίτον ἀπὸ  ἀναφορὲς ἢ νύξεις ποὺ κάνουν γι' αὐτὸν οἱ σύγχρονοί του συγγραφεῖς ἀλλὰ καὶ οἱ ἱστορικοὶ τοῦ πέμπτου αἰῶνος.
  Ὁ Ἀμβρόσιος, λοιπόν, γεννήθηκεν τὸ 340 μ.Χ. ἀπὸ μία διάσημην ὅσον καὶ χριστιανικὴν οἰκογένειαν, πιθανῶς στὰ Τρέβηρα τῆς Γαλατίας, ὅπου ὁ πατήρ του ἦταν ἔπαρχος.
   Ἦταν τὸ τρίτον παιδὶ τῆς οἰκογένειας μετὰ τὴν ἀδελφὴν του Μαρκελλῖναν καὶ τὸν ἀδελφόν του Σάτυρο. Μετὰ τὸν πρόωρο θάνατον τοῦ πατέρα του ὡδηγήθηκεν ἀπὸ τὴ μητέρα του στὴ Ῥώμην, ὅπου ἔλαβε μίαν ἐπιμελημένη φιλολογικὴν καὶ νομικὴν παιδείαν. Νωρὶς προσκολλήθηκεν στὸν Sextus Petronius  Probus, ἔπαρχον τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος περὶ τὸ 370 τὸν ἔστειλε μὲ τὸν τίτλον καὶ τὶς ἐξουσίες τοῦ ὑπάτου τῆς ἐπαρχίας Λιγουρίας-Αἰμιλίας τῆς Βορείου Ἰταλίας στὸ Μιλᾶνον (Μεδιόλανα), πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας.
  Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ὁ νόμιμος ἐπίσκοπος Μιλάνου, ἅγιος Διονύσιος, μόλις εἶχε πεθάνει στὴν ἐξορίαν ἀλλὰ καὶ ὁ παρείσακτος ἀρειανὸς ἐπίσκοπος Αὐξέντιος, ποὺ ἐπὶ εἴκοσιν περίπου ἔτη κατεπίεζεν τοὺς ὀρθοδόξους, κι' αὐτὸς μόλις εἶχεν πεθάνει.
  Ὁ Ἀμβρόσιος ὁ ὁποῖος σημειωτέο δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὸ βάπτισμα, ἀλλ' ἦταν μόνον κατηχούμενος, ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω πολιτικὴν ἰδιότητά του ἐκλήθη νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν σὲ μία θορυβώδη καὶ ὁπωσδήποτε δύσκολην ἐκλογὴ  διαδόχου ἐπισκόπου. Ἀπευθύνθηκεν, λοιπόν,  στὸ πλῆθος τῶν συναγμένων χριστιανῶν καὶ τοὺς ὡμίλησεν περὶ τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν περίστασιν εἰρήνης μὲ τὸση δὲ εὐγλωττίαν ὥστε στὴν ἀρχὴν μὲν ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ  κατόπιν ὅμως ὅλος ὁ λαὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους ἐξέλεξαν διὰ βοῆς ὡς ἐπίσκοπόν τους τὸν Ἀμβρόσιον, ὁ ὁποῖος εἰς μάτην προσπάθησε νὰ ἀποφύγῃ ἕνα τόσο βαρὺ ὅσον καὶ ἀπροσδόκητον ἀξίωμα, βαπτισθεὶς δὲ στὴν συνέχειαν, ἐχειροτονήθη ὀλίγες μέρες μετὰ (7 Δεκεμβρίου 374) ἐπίσκοπος. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε θεολογικὴ μόρφωσιν μέχρι τότε, ἀμέσως ἔπεσεν σὲ μίαν ἀδιάκοπον καὶ βαθειὰ μελέτη γιὰ νὰ μυηθῇ στὴ χριστιανικὴ διδασκαλίαν ποὺ θὰ δίδασκεν στὸ ποίμνιόν του. Ῥούφηξε ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ σοφοῦ χριστιανοῦ ἱερέως Σιμπλικιανοῦ μὲ ἀπληστίαν τοὺς χριστιανοὺς συγγραφεῖς, ἰδιαίτερα τοὺς ἕλληνας, τόσον τοὺς παλαιότερους ὅσον καὶ τοὺς σύγχρονούς του.
  Μὲ τὴν ἄνοδόν του ὡστόσον στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνον ἐπέβαλεν τάξιν καὶ εἰρήνην στὴν ἐπισκοπήν του, ποὺ ἐπὶ χρόνια ἐταράσσετο ἀπὸ τὶς ἀρειανικὲς ἔριδες. Ἐκήρυττεν ἐπίσης καὶ συνέγραφεν κυρίως ἠθικοῦ περιεχομένου συγγράμματα, ἀλλὰ καὶ δογματικοῦ.
  Ἡ δὲ εὐγλωττία του ἠχμαλώτιζεν τὰ πλήθη, προσήλκυσε μάλιστα καὶ τὸ νεαρὸν τότε Αὐγουστῖνον, μετέπειτα ἐπίσκοπον Ἱππῶνος, τοῦ ἔλυσεν τὶς ἀπορίες καὶ τὸ μετέστρεψεν στὸ Χριστιανισμόν.  Ἡ ἐπισκοπικὴ δραστηριότητα τοῦ Ἀμβροσίου ἐπεξετείνετο καὶ πέραν τῆς πόλεως τῆς ἐπισκοπῆς του. Ἀπὸ ζῆλον εἰσήγαγεν τὴ χρῆσιν τῶν ὕμνων ὅπως αὐτοὶ ἐψάλλοντο στὴν Ἀνατολὴν καὶ ἀναζωπύρωσεν τὴν πίστιν τοῦ ποιμνίου του ἀναβιώνοντας τὴν τιμὴν πρὸς τοὺς ἀρχαίους μάρτυρας Ναζάριον, Κέλσο, Γερβάσιον κλπ. Παρουσιάζομεν ἀμέσως τοὺς βασικοὺς σταθμοὺς τῆς ἀρχιερατείας του ἐν συντομίᾳ.
  Ὑπέρμαχος τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας στὴ Δύσιν ὁ Ἀμβρόσιος παρέστη στὴν σύνοδον τῆς Ἀκυληίας (381). Προεδρεύει τὸ 381 ἢ 382 σὲ σύνοδον τοῦ βικαριάτου τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία σύνοδος κατεδίκασεν τὸν ἀπολλιναρισμόν. Συναντιέται μὲ τὸν ἅγιον Ἐπιφάνιον ἐπίσκοπον Σαλαμῖνος τῆς Κύπρου καὶ μὲ τὸν Παυλῖνον Ἀντιοχείας στὴ ῥωμαϊκὴν σύνοδον τοῦ 382, στὰ πρακτικὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρεται ὡς πρῶτος μετὰ τὸν πάπα Δάμασον.  Τὸ 390 ὁ Ἀμβρόσιος συγκαλεῖ στὸ Μιλᾶνον σύνοδον κατὰ τοῦ αἱρετικοῦ Ἰοβινιανοῦ.
   Σ' αὐτὴν ἐπικυρώθηκεν ἡ ἀπόφασις τοῦ 389 τῶν ἐπισκόπων τῶν Γαλατιῶν κατὰ τῶν Ἰθακιανῶν. Οἱ Ἰθακιανοὶ αὐτοὶ πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸν Ἱσπανὸν ἐπίσκοπον Ἰθάκιον, τοῦ ὁποίου ἦσαν ὀπαδοὶ σχηματίζοντας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κόμμα καὶ σχίσμα. Ἡ ἰδιορρυθμία τους ἦταν ὅτι ἤθελαν νὰ καταδιώκωσιν τοὺς αἱρετικοὺς πρισκιλλιανοὺς ἐφαρμόζοντας βίαν.
  Ὁ Ἀμβρόσιος, ἐξ ἄλλου, εἰσηκούετο ἀπὸ τὸ Βαλεντινιανὸν Α', πρὸ παντὸς ὅμως ἀπὸ τὸ Γρατιανὸν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Βαλεντινιανὸν Β'. Ἀντιστάθηκεν ὡστόσον σθεναρὰ στὶς ἀξιώσεις τῆς ἀρειανῆς βασιλομήτορος Ἰουστίνης τῆς ὁποίας ἀνέτρεψεν τὰ σχέδια γιὰ ἀναστήλωσιν τοῦ ἀρειανισμοῦ. Ἀντετέθη στὸ νόμον, ποὺ ἔδινεν ἐλευθερίαν στοὺς ἀρειανοὺς ὀπαδοὺς τῆς συνόδου τοῦ Ῥίμινι καὶ ποὺ ἀπηγόρευεν στοὺς ὀρθοδόξους, ἐπὶ ποινῇ θανάτου κάθε ἀντίστασιν. Ἀψήφησεν ἀκόμη τὶς ἀπειλὲς γιὰ ἐξορίαν καὶ ζήτησεν τὴν ἐξαίρεσιν τῶν δικαστῶν του. Ὑφίσταται ἐπὶ πλέον ἐπανειλημμένες ἀπόπειρες δολοφονίας. Μεταβαίνει ἔπειτα στὰ Τρέβηρα πρὸς τὸ Μάξιμον, σφετεριστὴν τοῦ θρόνου, γιὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ νόμιμα αὐτοκρατορικὰ δικαιώματα τοῦ νεαροῦ ἀκόμη Βαλεντινιανοῦ Β'. Μετὰ τὸ θάνατον τῆς ἀρειανῆς μητρός του ὁ Βαλεντινιανὸς Β' κερδήθηκεν ὁριστικὰ στὴν ὑπόθεσιν τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Ἀμβροσίου, συγκεκριμένα μὲ τὸ νὰ ἀντιταχθῇ στὴν ἐπανατοποθέτησιν τοῦ ἀγάλματος τῆς θεᾶς Νίκης στὴν ἐπίσημην αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συγκλήτου.
  Στὴν ἀνατολὴν τότε συναυτοκράτωρ ἦταν ὁ Θεοδόσιος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Ἀμβρόσιος εἶχε φιλίαν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν τὸν ἔκανε νὰ κλείσῃ τὸ στόμα του, δὲν τὸν ἐφίμωσεν, δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἐλέγξῃ τὸ βυζαντινὸ βασιλέα.
  Τὸ 388 ὁ ἴδιος πέτυχεν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιον, τὴν ἀνάκλησιν καὶ ἀπόσυρσιν ἑνὸς διατάγματος, ποὺ ὑποχρέωνεν τοὺς χριστιανοὺς τῆς πόλεως Καλλινίκης στὴ Μεσοποταμίαν νὰ ξανακτίσωσι μίαν ἑβραϊκὴν συναγωγήν, ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν γκρεμίσει.
  Τέλος, μετὰ τὴν ὁμαδικὴν σφαγὴν κατοίκων τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ διέταξεν ὠργισμένος ὁ Θεοδόσιος γιὰ νὰ ἐκδικηθῇ τὴν προηγηθεῖσαν θανάτωσιν ἀπὸ Θεσσαλονικεῖς κάποιων ἀξιωματούχων του, ἐπενέβη ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος καὶ ἐμπόδισεν ὁ ἴδιος τὴν εἴσοδον τοῦ Θεοδοσίου στὴν Ἐκκλησίαν καὶ τοῦ ἐπέβαλε δημόσια μετάνοιαν.
  Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἀπέθανεν στὶς 4 Ἀπριλίου τοῦ 397. Ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν κατέταξε μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ τὸν τιμᾶ ὡς τὸν τέταρτο μεγάλο διδάσκαλόν της μαζὶ μὲ τὸν ἅγιον Αὐγουστῖνον, τὸν ἅγιον Ἱερώνυμον καὶ τὸν ἅγιον Γρηγόριον. Τελεῖ δὲ τὴ μνήμην του στὶς 7 Δεκεμβρίου, ὅπως καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Χαρακτηρισμὸς τοῦ προσώπου, τῆς δράσεως καὶ τῶν ἔργων
τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου
  Ὁ τρόπος σκέψεως τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου εἶναι ῥωμαϊκὸς, ἐκτὸς τοῦ χριστιανικοῦ. Εἴπαμεν ἤδη ὅτι ἠσχολήθη κυρίως μὲ ἠθικὰ καὶ πρακτικὰ θέματα, ἐνίοτε καὶ μὲ δογματικά, χωρὶς ὅμως τὶς ὑψηλὲς φιλοσοφικὲς καὶ θεωρητικὲς ἐξάρσεις καὶ πτήσεις π.χ. ἑνὸς Αὐγουστίνου, περιοριζόμενος στὰ ἁγιογραφικὰ καὶ τὰ ἐκ τῆς παραδόσεως στοιχεῖα καὶ ἐπιχειρήματα. Ἀπὸ τοὺς προγενέστερους ἢ σύγχρονούς του Πατέρες  καὶ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς γνώριζεν καλὰ κυρίως τὰ συγγράμματα τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως, τοῦ Ὠριγένους, τοῦ Διδύμου Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Δὲν θὰ πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἰδιαίτερη συμβολὴ τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἦταν ὅτι ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἄριστος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἔκανε γνωστὲς στὴ Δύσιν τὶς διδασκαλίες καὶ τὰ συγγράμματα τῶν ἑλλήνων Πατέρων σὲ μίαν ἐποχήν, ποὺ λίγοι λατῖνοι στοχαστὲς μποροῦσαν νὰ μελετήσουν τὰ συγγράμματα αὐτὰ στὸ πρωτότυπόν τους κείμενον.  Ὁ Ἀμβρόσιος πάντως ἦταν κυρίως ποιμὴν ψυχῶν καὶ πρὸ παντὸς χριστιανὸς ἐπίσκοπος. Αὐτὸ μερικὲς φορὲς παραγνωρίζεται γιὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ὁ ἅγιος ὤφειλεν, κυρίως ἀφ' ὅτου τὸ Μιλᾶνον ἔγινεν ἡ πόλις διαμονῆς τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἡ ἕδρα τῆς δημόσιας διοικήσεως, νὰ σχεδιάζη καὶ νὰ ὀργανώνῃ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. Ὁ πολιτικὸς λοιπὸν ῥόλος, ποὺ αὐτὸς ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ παίξῃ, ὁδηγεῖ συχνὰ τοὺς ἱστορικοὺς νὰ ἀφήσουν στὴν σκιὰν τὸ θρησκευτικόν του ῥόλον. Ὁ ἴδιος ὅμως σὲ κάθε περίπτωσιν συμπεριεφέρθη ὡς ἐπίσκοπος καὶ σὰν μοναδικόν του στόχον εἶχεν τὴ δόξαν τοῦ Θεοῦ.
   Πάντως τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὸ ῥητορικὸν ὕφος τοῦ ἁγίου ἐξετίμησαν καὶ ἐτόνισαν μεγάλοι ῥήτορες καὶ σοβαροὶ συγγραφεῖς: ὁ πολὺς Fénelon γράφει γι' αὐτόν. "Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος μερικὲς φορὲς ἀφίνεται νὰ ἀκολουθῇ τὸν συρμὸν τῆς ἐποχῆς. Δίνει δηλαδὴ στὶς ὁμιλίες του ἐκεῖνα τὰ στολίδια ποὺ τότε ὅλοι ἐκτιμοῦσαν. Ἀλλὰ, στὸ κάτω-κάτω, δὲ βλέπομεν τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον, παρὰ τὰ ὅποια παιχνιδίσματά του μὲ τὶς λέξεις, νὰ γράφῃ στὸ Θεοδόσιο μὲ ἀμίμητη δύναμιν λόγου καὶ πειθώ; Ἀλλὰ καὶ τὶ τρυφερότητα δὲν ἀποπνέει, ὅταν ἐκφράζηται γιὰ τὸν ἀδελφόν του Σάτυρον;" (Fénelon, Troisième dialogue sur l’  éloquence.)
  Ὁ δὲ Villemain παρατηρεῖ: "Ὅποιος ἀσχοληθῇ περισσότερο μὲ τὴ γλῶσσαν καὶ μὲ τὸ ὕφος τοῦ Ἀμβροσίου νιώθει σ' αὐτὸν τὴν εὐχάριστην ὀσμὴν τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαιότητος. Οἱ δύο συγγραφεῖς ποὺ μιμεῖται περισσότερον αἰσθητὰ καὶ χτυπητὰ ὁ Ἀμβρόσιος, εἶναι ὁ Τίτος-Λίβιος καὶ ὁ Βιργίλιος. Πολὺ εὐχαρίστως θὰ προσέθετα σ' αὐτοὺς καὶ τὸν Κικέρωνα μὲ τὸν Σενέκα. Χωρὶς ἀμφιβολίαν οἱ ἀναμνήσεις ἐκ τῆς γλώσσας τους εἶναι παράξενα ἀναμεμιγμένες στὰ ἔργα τοῦ Ἀμβροσίου. Δὲν ὑπάρχουν λιγότερες ἀνταύγειες τῆς ἀρχαιότητος στὸ ἀνομοιόμορφον ὕφος τοῦ χριστιανοῦ μαθητῆ τους, καὶ ὅ,τι (τοῦ λείπει) εἰς μορφὴν, καλύπτεται ἀπὸ τὸ ἐξαίσιον τοῦ βάθους (του)" (Villemain, Saint Ambroise ἐν τῇ Biographie universelle de F. Didot, Paris, 1855).
Εἰσαγωγικῶς, περαιτέρω, περιοριζόμεθα νὰ εἴπωμεν διὰ βραχέων περὶ τῶν πηγῶν, ἀπὸ ὅπου ἀρύσθηκεν τὴ διδασκαλίαν του ὁ Ἅγιος, περὶ τῶν συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ἐπηρέασαν τὴν σκέψιν καὶ τὴ μέθοδόν του, καθὼς καὶ ὀλίγα περὶ μιᾶς ἀφανοῦς προσωπικότητος, τοῦ Σιμπλικιανοῦ, ὑπὸ τὴ χριστιανικὴν κηδεμονίαν τοῦ ὁποίου ἠνδρώθη χριστιανικῶς ὁ Ἀμβρόσιος καὶ τέλος νὰ δώσωμε μίαν στοιχειώδη ἀμβροσιανὴ βιβλιογραφίαν.
  Πρῶτον, λοιπόν, παρατηρητέον ὅτι ὁ τέταρτος αἰῶνας, εἰς τὸν ὁποῖον ἔζησεν, ἔγραψεν καὶ ἔδρασεν ὁ ἅγιός μας, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τόσον στὴν Ἀνατολὴν ὅσον καὶ στὴ Δύσιν χριστιανοὺς συγγραφεῖς μὲ μίαν ἰδιοτύπως ὥριμην αὐτοσυνειδησίαν ἔναντι τοῦ Ἐθνισμοῦ, γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ μπορούσαμεν ἴσως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπεδίωκαν ὄχι μόνον τὴν ζωὴν τῆς ἀναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον τὸ εἶδος τῆς ἀθανασίας ποὺ συνίσταται στὴ φιλολογικὴν κληροδοσίαν πρὸς τὶς μεταγενέστερες γενεές1. Τέτοια, ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἄλλους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸν συνέγραψε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ ἔργον του De Officiis «Περί Καθηκόντων» ,ὅπως δηλαδὴ τὸ ὁμώνυμον ἔργον τοῦ Κικέρωνος.
    Ἐξ ἄλλου, ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἐγνώριζε λίαν καλῶς τὴν ἑλληνική, μίαν δὲ τῶν πηγῶν  τῆς διδασκαλίας του, τὴν ἁγίαν Γραφὴν τὴν ἐχρησιμοποίει ἐκ τῆς εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐκ τῆς ἑβραϊκῆς ὑπὸ τῶν ἑβδομήκοντα δύο ἑρμηνευτῶν μεταφράσεώς της . Εἶχεν ὅμως πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὶς μεταφράσεις τοῦ Συμμάχου καὶ Ἀκίλα.
  Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἐκ μὲν τῶν ἑλλήνων πατέρων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ἦταν ἀφ' ἑνὸς γνώστης τοῦ Ὠριγένους -σημειωτέον ἐχρησιμοποίει τὴν ἀλεξανδρινὴν ἑρμηνευτικὴ μέθοδον- ὑπῆρξεν δὲ ἀφ' ἑτέρου βαθὺς μελετητὴς καὶ τῶν καππαδοκῶν λεγομένων Πατέρων: Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, Γρηγορίου τοῦ Νύσσης, καί τοῦ μεγάλου Βασιλείου- ὁ Ἀμβρόσιος μάλιστα ἔγραψεν ἔργον ὑπὸ τὸν τίτλον Exameron, ὅπως ὁ μέγας Βασίλειος εἶχεν συγγράψει τὴν Ἑξαήμερόν του.
  Ἐκ δὲ τῶν προγενεστέρων του λατίνων ὁ Ἀμβρόσιος εἶχεν μεγάλην οἰκειότητα ὡς ἦτο φυσικό, μὲ τὰ συγγράμματα τοῦ Τερτυλλιανοῦ καὶ Κυπριανοῦ2 .
  Τέλος ἐκ τῶν ἔργων τῶν ἑλληνιζόντων καὶ ἑλλήνων φιλοσόφων ἐνεβάθυνεν σ' αὐτὰ τοῦ Φίλωνος καὶ Πλωτίνου3, ἀπ' τοὺς ὁποίους σημειωτέον δανείζεται ἐδάφια ὁλόκληρα καὶ μάλιστα κατὰ λέξιν, ὅπως ἀπέδειξεν ὁ Pierre Courcelle καὶ ἄλλοι4.
  Ἐξ ἄλλου, ὁ μέντωρ τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου, Σιμπλικιανός, τὸν ὁποῖον ἀνωτέρω ἀναφέραμεν, κατήγετο ἴσως ἐκ Μιλάνου, ἦτο δὲ χριστιανὸς ἱερεύς ἐκεῖ καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸ 397 διεδέχθη τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον εἰς τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνον τοῦ Μιλάνου5. Καλλιεργημένος θεολόγος ὁ Σιμπλικιανὸς καὶ γνώστης τῆς νεοπλατωνικῆς φιλοσοφίας ὁ ἴδιος, ἔπαιξεν σημαντικὸ ῥόλον στὴ μεταστροφὴν στὸ Χριστιανισμόν, πλὴν τοῦ Ἀμβροσίου καὶ δύο ἀκόμη προσωπικοτήτων: τοῦ Μάριου Βικτωρίνου καὶ τοῦ Αὐγουστίνου. Ἦταν δηλαδὴ κηδεμονικῶς κοντὰ στὸν Ἀμβρόσιον κατὰ τὸν πνευματικόν  καταρτισμὸν του ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος εἰς τὸ Η' κεφάλαιον τῶν Ἐξομολογήσεών του (Confess. VIII, 2, 3). Ὁ δὲ Ἀμβρόσιος τοῦ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὲς ἀπ' τὶς ὁποῖες σῴζονται τέσσαρες (37,38,65,67 = Maur.). Ἀντιστρόφως ὅμως, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Σιμπλικιανοῦ πρὸς τὸν Ἀμβρόσιον καθὼς καὶ ἐκεῖνες τοῦ ἰδίου πρὸς τὸν Αὐγουστῖνον δυστυχῶς ἀπωλέσθησαν. Ὁ τελευταῖος μάλιστα τοῦ ἀφιέρωσεν τὸ "Περὶ διαφόρων ζητημάτων πρὸς Σιμπλικιανὸν" (De diversis quaestionibus ad Simplicianum) καὶ τοῦ ἀπηύθυνεν ἐπίσης τὴν Ἐπιστολήν 37. Ὁ Σιμπλικιανὸς ἀπέθανε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 400-4016.
 Εἰς ὅ,τι δὲ ἀφορᾷ, τέλος, τὸ βιβλιογραφικὸν μέρος, βασικὸν διὰ τὴν παλαιοτέραν πως ἀμβροσιανὴ βιβλιογραφίαν εἶναι τὸ τετρασέλιδον ἄρθρον τῶν G. Sanders καὶ M. Van Uytfanghe, Cento anni di bibliografia ambrosiana (1874-1974), Μιλᾶνο, 1981 (=ἐν Stud. Patr. Mediolan., XI, σελ. 4-7).
   Εἰδικότερον τώρα καὶ σχετικὰ μὲ τοὺς χειρόγραφους κώδικες, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ σῴζονται τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου μας, μᾶς πληροφορεῖ μὲν ὁ O. Faller, ἐν Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum lxxiii, 1955, σελ. VI-XVIII ἀλλὰ καὶ οἱ G. Billanovich καὶ M. Ferrari, ἐν Αmbrosius Episcopus (Stud. Patr. Mediolan. VI.), Μιλᾶνο 1976, I, σελ. 5-102.

Συγγράμματα:
Οἱ τίτλοι τῶν γνήσιων ἔργων τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἔχουν ὡς ἑξῆς:
Α' ἔργα  Ἐξηγητικὰ.
 1) Ἑξαήμερος (Exameron) Migne, P.L., XIV, 123 (133).  ’Eγράφη μεταξὺ 386 καὶ 389. Σ' αὐτὸ μιμεῖται τὸ ὁμώνυμον ἔργον τοῦ Μ. Βασιλείου
 2) Περὶ τοῦ Παραδείσου (De Paradiso), Migne, P.L., XIV, 275 (291). Ἐγράφη περὶ τὸ 380. Ἀναιρεῖ σ' αὐτὸ τὸν Μανιχαϊσμόν.
  3) Περὶ τοῦ Κάϊν καὶ Ἄβελ (De Cain et Abel), Migne, P.L. XIV 315 (333). Ἐγράφη περὶ τὸ 380.
  4) Περὶ τοῦ Νῶε [καὶ τῆς κιβωτοῦ] (De Noe [et arca]), Migne, P.L. XIV 361 (381).  Κατὰ τὸν Kellner ἐγράφη τέλος τοῦ 386.
  5) Περὶ τοῦ Ἀβραὰμ (De Abraam), Migne, P.L. XIV, 419 (441). Τὸ ἔγραψεν κατὰ τὴ διάρκειαν τῶν ἐτῶν 388 καὶ 390.
  6) Περὶ τοῦ Ἰσαὰκ εἴτε περὶ ψυχῆς (De Isaac vel anima), Migne, P.L. XIV, 501 (527).
  7) Περὶ τοῦ ἀγαθοῦ τοῦ θανάτου (De bono mortis), Migne, P.L. XIV, 539 (567).
  8) Περὶ τοῦ Ἰακὼβ καὶ τῆς μακαρίας ζωῆς (De Jacob et vita beata), Migne, P.L. XIV, 597 (627).
  9) Περὶ Ἰωσὴφ [τοῦ πατριάρχη] De Joseph [patriarcha], Migne, P.L. XIV, 641 (673).
  10) Περὶ τὼν πατριαρχῶν (De Patriarchis), Migne, P.L., XIV, 673 (707).
  11) Περὶ φυγῆς ἐκ τοῦ αἰῶνος (De fuga saeculi), Migne, P.L., XIV, 569 (597)
 12) Περὶ ἐπερωτήσεως στὸν Ἰὼβ καὶ  Δαβὶδ (De interpellatione Job et David), Migne,  P.L. XIV, 797 (835). Κατὰ τοὺς βενεδικτίνους ἐγράφη περὶ τὸ 383.
 13) Περὶ ἀπολογίας τοῦ προφήτη Δαβὶδ (De apologia prophetae David), Migne, P.L. XIV, 851 (891).      
 14) Ἑτέρα ἀπολογία τοῦ Δαβὶδ (Apologia David altera), Migne, XIV, 887 (930).
 15) Περὶ τοῦ Ἡλία καὶ περὶ νηστείας (De Helia et jejunio), Migne, XIV, 697 (731).
 16) Περὶ τοῦ Ναβουθαὶ (De Nabuthae), Migne, XIV, 731 (765)
 17) Περὶ τοῦ Τωβία (De Tobia), Migne, P.L. XIV, 759 (797).
 18) Ἐξήγησις εἰς δώδεκα ψαλμοὺς (Explanatio super psalmos XII), Migne, P.L., 921 (963).  Ἐγράφη εἰς διάφορες ἐποχὲς τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου.
 19) Ἔκθεσις περὶ τοῦ ψαλμοῦ ριη' (Expositio de psalmo CXVIII), Migne, XV, 1197 (1216).  Ἐγράφη μεταξὺ 386-388.
 20) Ἔκθεσις Ἡσαΐου προφήτη (ἀποσπάσματα παρὰ τῷ Αὐγουστίνῳ) (Expositio Esaiae prophetae), Migne, P.L. XLIV, 384, 410, 436, 632 καὶ 688.
 21) Ἔκθεσις τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου (Expositio evangelii secundum Lucam), Migne, P.L., XV, 1527 (1697). Εἶναι τῶν ἐτῶν 385-387.

Β' Ἠθικὰ καὶ ἀσκητικὰ ἔργα:
    1) Περὶ τῶν καθηκόντων τῶν λειτουργῶν (De officiis ministrorum), Migne, P.L., XVΙ, 23 (25). Περίφημη πραγματεία τῶν ἐτῶν μετὰ τὸ 386.
  2) Περὶ τῶν παρθένων (De virginibus), Migne, P.L., XVΙ, 187 (197). Τὸ ἀπηύθυνεν ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα περὶ παρθενίας στὴν ἀδελφήν του μοναχὴν Μαρκελλῖναν στὴν ἀρχὴν τῆς ἀρχιερατείας του, τὸ 377.
   3) Περὶ τῶν χηρῶν (De viduis), Migne, P.L., XVΙ, 233 (247). Ἐγράφη τὸ 377 ἢ 378.
   4) Περὶ τῆς παρθενίας (De virginitate), Migne, P.L. XVΙ, 265 (279) . Καὶ αὐτὸ μᾶλλον ἐγράφη τὸ 378.
   5) Περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρθένου (De institutione virginis), Migne, P.L. XVΙ, 305 (319). Ἐγράφη τὸ 391 ἢ 392.
   6) Παρότρυνση γιὰ τὴν παρθενίαν (Exhortatio virginitatis), Migne, P.L. XVI, 335 (351). Ἐγράφη τὸ 394 ἢ 395.
 
Γ ' Δογματικὰ ἔργα:
       1) Περὶ πίστεως (De fide), Migne, P.L., XVI, 527 (549).
       2) Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (De Spiritu Sancto), Migne, P.L. XVI, 703 (731)
   3) Περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Κυρίου (De incarnationis dominicae Sacramento), Migne, P.L., XVI, 817 (853).
    4) Ἐξήγησις τοῦ συμβόλου (Explanatio symboli). Migne, P.L., XVII, 1155 (1193)
       5) Περὶ τῶν μυστηρίων (De sacramentis), Migne, P.L., XVI, 417 (435).
       6) Περὶ  μυστηρίων (De mysteriis), Migne, P.L., XVI, 389 (405).
       7) Περὶ τῆς μετανοίας (De paenitentia), Migne, P.L., XVI, 465 (485).
 
Δ ' Λόγοι καὶ ἐπιστολές:
       1)  Περὶ τῆς ἐξόδου τοῦ ἀδελφοῦ [Σατύρου βιβλ. 2] Migne, P.L., XVI, 1289 (1345). Ἐξεφωνήθη τὸ 379.
       2)  Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Βαλεντινιανοῦ (De obitu Valentiniani), Migne, P.L., XVI, 1357, (1417). Ἐξεφωνήθη τὸν Αὔγουστον τοῦ 392.
       3)  Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Θεοδοσίου (De  obitu Theodosii), Migne, P.L. XVI, 1385 (1447). Ἐξεφωνήθη στὶς 26 Φεβρουαρίου τοῦ 393.
        4)  Ἐπιστολὲς (Epistulae), Migne, P.L., XVI, 876 (913)
 
Ε ' Ποικίλα ἔργα:
  1) Περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἀναγεννήσεως εἴτε περὶ φιλοσοφίας (De sacramento regenerationis sive de philosophia), ἀπόσπασμα παρὰ τῷ Αὐγουστίνῳ ἐν Corp. Script.Eccl. Latin. XI, σελ. 131)
    2) Πασχαλινὸν κήρυγμα "Ἀγαλλιάσθω" (Praeconium paschale “ Exultet” , Migne, P.L.LXXII, 364).
       3) Ὕμνοι (Hymni) , Migne, P.L. XVI, 1409 (1473).
       4)  Ἐπιγράμματα (Epigrammata), Migne, P.L. XIII, 414 : P.L.S.  ι' 586
       5)  Τίτλοι κα' (Tituli XXI), P.L. S. , I’ , 587.
 

  1. Frances, Young, “Classical genres and Christian genres”, ἐν The Cambridge history of early Christian literature. σελ. 253.
  2. Y. M. Duval, L’  influence des écrivains africains.
  3. L. Taormina, Sant’  Ambrogio e Plotino, ἐν Misc. di studi di letter. Crist. Ant.,1954, σελ. 41-85.
  4. P. Courcelle, Recherches sur les Confessions du Saint Augustin 93-138 καὶ 311-382. H. Savon, Saint Ambroise devant l’  exégèse de Philon, le juif. G. Madec, Saint Ambroise et la philosophie.
  5. F. Saulo, Gli antichi vescovi dell’ Italia dalle  origine al 1300 descritti per regioni. La Lombardia, Firenze, 1973, σελ. 145-150.
  6. S. Zincone, Simplicianus de Milan, ἐν Diction. Encycl. Du Christian. Ancien. τόμος 2 στήλες 2297-2298. Enciclopedia Cattolica, Città del Vaticano 1949-1954, τόμ. 11, σελ. 648. 

 
Χρίστος Βασιλειάδης
Γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1940. Ἔκανε τὴν πρωτοβάθμια καὶ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση τὸ 1958-59 στὴν Νέα Ἰωνία Ἀττικῆς. Εἰσῆλθε σὲ δύο Πανεπιστημιακὲς Σχολὲς (Θεολογία & Φιλολογία) μὲ κρατικὴ ὑποτροφία κὰθ΄ὅλην τὴν φοίτησή του. Πτυχιοῦχος τῆς Θεολογικῆς τὸ 1963. Ὑπηρέτησε στὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ μὲ διαγωγὴ ἄριστη. Μετέβην στὴν Γερμανία γιὰ μετεκπαίδευση (Φιλοσοφία) καὶ στὴ Γαλλία (Ἱστορία τοῦ Πολιτισμοῦ). Στὴ Γαλλία ἐργάστηκε ὡς δημοσιογράφος ἐπὶ 7ετία στὴν Κρατικὴ Γαλλικὴ Τηλεόραση & Ραδιοφωνία. Ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα τὸ 1974 καὶ δούλεψε ὡς κλητήρας σὲ Ἀσφαλιστικὴ ἐταιρία. Διορίστηκε στὸ Δημόσιο σὲ ἡλικία 39 ἐτῶν ἀπ’ ὅπου καὶ συνταξιοδοτήθηκε παρατηθεῖς τὸ 2005 λόγω τῆς ἐπαράτου ἀσθενείας του καὶ ὡς ἐκ τούτου λαβῶν μειωμένη σύνταξη.
   Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
4   ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2012 


Read more: http://www.egolpion.com/agios_amvrosios_mediolanwn.el.aspx#ixzz3LNXlfcr1

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός: Αν η υπόσταση του Χριστού είναι κτιστή ή άκτιστη



  Η υπόσταση του Θεού Λόγου πριν από τη σάρκωση ήταν απλή και ασύνθετη και ασώματη και άκτιστη,όταν όμως σαρκώθηκε έγινε και υπόσταση στη σάρκα και σύνθετη από τη θεότητα,που είχε πάντοτε,και από τη σάρκα που προσέλαβε,και φέρνει τα ιδιώματα των δυο φύσεων,γνωριζόμενη σε δυο φύσεις,ώστε η ίδια είναι μια υπόσταση άκτιστη στη θεότητα και κτιστή στην ανθρωπότητα,ορατή και αόρατη.Αλλιώτικα αναγκαζόμαστε ή να χωρίζουμε τον ένα Χριστό λέγοντας δυο τις υποστάσεις ή να αρνούμαστε τη διαφορά των φύσεων και να εισάγουμε τροπή και σύγχυση.

(''Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως'' - Ιωάννου Δαμασκηνού - Εκδόσεις Πουρναράς )

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Ἡ Εἰς Ἄδου Κάθοδος τοῦ Κυρίου

Η Εις Άδου Κάθοδος του Κυρίου
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου
Ο ΑΔΗΣ: Με την υποταγή του κόσμου στην εξουσία του Διαβόλου, αμέσως μετά την Πτώση των Πρωτοπλάστων, ο άνθρωπος αποκόπηκε από το Θεό και φυλακίσθηκε στον Άδη. Στον Άδη ο άνθρωπος “ζούσε” δυστυχισμένα επειδή ήταν αποκομμένος από το Θεό που είναι η πηγή της πραγματικής ζωής. Σ' αυτόν τον τραγικό χώρο της δυστυχίας και απελπισίας κατέβηκε ο Χριστός για να ελευθερώσει τους αιωνίους αιχμαλώτους, που βρίσκονταν εκεί χωρίς τη θέλησή τους. Ο Άδης δεν ταυτίζεται με την κόλαση. Οι θύρες του Άδη, όπου κατέβηκε ο Κύριος άνοιξαν για να μπορέσουν να διαφύγουν οι αιχμάλωτοί του, ενώ όταν ο κολασμένος κατεβαίνει στην κόλαση η πόρτα της κλείνει πίσω του και δε θα ανοίξει ποτέ.
Ο Άδης κι η κόλαση είναι το βασίλειο του θανάτου καί χωρίς το Χριστό, θα υπήρχε στον κόσμο μία μόνο κόλαση κι ένας μόνο θάνατος και αυτός πανίσχυρος. Όμως με το θάνατό Του ο Κύριος συνέτριψε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον (Εβρ. β´ 14). Έτσι οι άνθρωποι θα γνωρίσουν τον πρώτο θάνατο, αυτόν τον σωματικό, που δεν θα έχει συνέπειες στη σωτηρία τους, και μόνο ο άπιστος, κι αυτός εκουσίως, θα γνωρίσει και τον δεύτερο θάνατο, το χωρισμό του δηλαδή από το Θεό και το σκότος της κόλασης. Αντίθετα ο πιστός θα ζει αιωνίως, και εν σώματι μετά τη Δευτέρα Παρουσία, στο νέο παράδεισο της τρυφής, τη Βασιλεία των Ουρανών.


Ο ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ: Διαβάζουμε από το κέιμενο του Αγίου Επιφανίου για τη σημερινή μέρα: “Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός  με το σώμα (...) πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε (…). Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος.
Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. Από επάνω φωνές που διέταζαν: Άρατε πύλας όχι ανοίξετε, αλλά ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο τους. ώστε να μην μπορούν πια να ξανακλείσουν. Άρατε πύλας, γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ο Αδάμ ο πρωτοδημιούργητος και πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος που βρισκόταν δεμένος γερά, άκουσε τα βήματα του Κυρίου, και αμέσως ανεγνώρισε την φωνή Του, καθώς επερπατούσε μέσα στη φυλακή.
Εισέρχεται ο Κύριος, κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού. Ύστερα τον πιάνει από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει: Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς! Εγώ ο Θεός, που για χάρι σου έγινα υιός σου, δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους: εξέλθετε. Αδάμ, δεν σε έπλασα, για να μένεις φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. ”
Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ: η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη κατέχει εξέχουσα θέση στην διδασκαλία της πίστεώς μας. Ο θρίαμβος του Θεανθρώπου κατά του Άδου και του θανάτου, άρχιζε ακριβώς από εκεί, όπου οι εχθροί του νόμισαν ότι Τον νίκησαν και Τον εξαφάνισαν. Τα όργανα του ανθρωποκτόνου Διαβόλου, ησφαλίσαντο τον τάφον του Ιησού, σφραγίσαντες τον τάφον μετά της κουστωδίας (Ματθ. κζ΄ 66). Όμως η νίκη που εκέρδισε ο Κύριος επί του σταυρού, επεκτεινόταν στον Άδη. Ο θάνατος γεννήθηκε από την αμαρτία. Οικεία τροφή και κατάλληλος θανάτου της αμαρτίας η φύσις. Εντεύθεν ετέχθη, εντεύθεν ριζώθη, εντεύθεν και τρέφεται. (Ιωάννης Χρυσ.) Εάν βρισκόταν κάποιος τελείως αναμάρτητος, ο θάνατος δεν θα μπορούσε να τον κρατήσει δέσμιο. Και τέτοιος ακριβώς, υπήρξε κατά την ανθρώπινη φύση του, ο Κύριος, ο οποίος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού. (Α΄ Πέτ. β΄ 22). Έτσι, ο Άδης, όχι μόνο δεν μπόρεσε να τον κρατήσει, αλλά το βασίλειό του κατελήθη. Στο πρόσωπο του Χριστού, δικαιώθηκε και λυτρώθηκε, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό άλλωστε ο Σταυρός του Κυρίου έγινε τρόπαιον της κατά της θανάτου τυρρανίδος (Ιω. Χρυσόστομος). Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, τονίζει: Δια του θανάτου έστησεν, (σταμάτησε) της φθοράς την ενέργειαν, και τούτο εστιν η του θανάτου κατάλυσις, το ανενέργητον γενέσθαι την φθοράν. Η αφθαρσία του σώματος του Κυρίου στον τάφο, είχε προφητευθεί και από τον Δαυίδ: Ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις Άδην, ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν (Ψαλμ. ιστ΄ 10 ). Ο πρώτος κίνδυνος που αφορούσε την ψυχή του, ήταν η εγκατάλειψή του στον Άδη. Ο δεύτερος κίνδυνος αφορούσε την σάρκα του ήταν η φθορά και η αποσύνθεση στον τάφο.
Αυτοί οι κίνδυνοι έβρισκαν μέχρι τότε απόλυτη εφαρμογή σε όλους τους ανθρώπους. Αντίθετα, ο Κύριος θα υπερνικήσει και τους δύο. Η ανάσταση του Χριστού το βεβαιώνει περίτρανα. Διπλή λοιπόν η νίκη του Χριστού: Κατέλυσε το κράτος της φθοράς εισάγοντας τον άνθρωπο στην εποχή της αφθαρσίας, και κατέβηκε στον Άδη, μα εξήλθε νικητής καταλύοντας το βασίλειο του θανάτου, χαρίζοντας στον άνθρωπο την αθανασία. Ο απόστολος Πέτρος γράφει: Ότι και ο Χριστός, άπαξ περί αμαρτιών έπαθεν, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγει τω Θεώ, θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι. Εν ο και τοις εν φυλακή πνεύμασιν πορευθείς εκήρυξε. (Α΄ Πέτ. γ΄ 18-20). Δηλώνει με σαφήνεια την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου, αναφέροντας το κήρυγμα προς τις ψυχές των προαποθανόντων, όπως ακριβώς εκήρυξε νωρίτερα στον κόσμο των ζώντων. Για την ίδια σωτηριώδη αλήθεια, διαβάζουμε: αναβάς εις ύψος, ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν. Έδωκε δώματα τοις ανθρώποις. Το δε ανέβη τι εστίν, ει μη ότι και κατέβη εις τα κατώτερα μέρη της γης; (Εφεσ. δ΄8,9) για να προσθέσει ο Απ. Παύλος: Εις τούτο γαρ Χριστός απέθεναν και έζησεν, ίνα και νεκρών και ζώντων κυριεύσει (Ρωμ. ιδ΄ 9). Διαβάζουμε στην Αποκάλυψη τα λόγια του Κυρίου: Μη φοβού. Εγώ ειμι ο Πρώτος και ο Έσχατος και ο Ζων. Και εγενόμην νεκρός, και ιδού, ζων ειμί εις τους αιώνας των αιώνων. Και έχω τας κλεις του θανάτου και του Άδου (Αποκ. α΄ 17,18).
Τα κλειδιά του θανάτου και του Άδου τα απέκτησε ως άνθρωπος, όταν κατέβηκε στα δώματά του, και τον κατέλυσε, παίρνοντας και τα κλειδιά του, όπως ένας ισχυρός βασιλιάς κυριεύει πλήρως μια πόλη. Τη νίκη Του κατά του Άδη προφήτεψε ο ίδιος ο Κύριος και την παρέβαλλε με την τριήμερη παραμονή του προφήτου Ιωνά, στην κοιλιά του κήτους: Ώσπερ γαρ ην Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους, τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται ο Υιός του Ανθρώπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας και τρεις νύκτας (Ματθ. ιβ΄ 40). Όταν λοιπόν ο Χριστός εμφανίσθηκε στον Άδη, ζωοποίησε τους νεκρούς που πίστεψαν στο κήρυγμά του και περισσότερο, αυτούς που τον ανέμεναν, όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος τονίζει: οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, όντες πνευματικοί μαθητές του Χριστού, τον προσδοκούσαν σαν διδάσκαλο. Και γι’ αυτό, αυτόν τον οποίο δικαίως ανέμεναν, όταν παρουσιάσθηκε, τους ήγειρε εκ νεκρών.1”. Κατά την Καινή Διαθήκη έπρεπε ο Κύριος να πάθει και να πεθάνει: Επεί(δη) ουν τα παιδία (οι άνθρωποι) κεκοινώνηκε σαρκώς και αίματος, και αυτός παραπλησίως μετέσχεν των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήσει τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολο, και απαλλάξει τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας.” (Εβρ. β΄ 14,15). Το κήρυγμα του Χριστού στους ζώντες, διαίρεσε τους ανθρώπους, και άλλοι τον δέχθηκαν, και μετεφέρθησαν με την πίστη, στη βασιλεία του Υιού του Θεού, και άλλοι πάλι τον απέρριψαν και διάλεξαν το σκότος, διότι ήταν πονηρά τα έργα τους (Ιωάν. γ΄ 19). Έτσι και στον Άδη, η παρουσία του Κυρίου με ασώματη ψυχή, και το κήρυγμά του προς τις ασώματες ψυχές, επέφερε διαίρεση, και κατάλυση του Άδου ενώ έσωσε τους πιστεύσαντες εκεί, από την εξουσία του σκότους, και μετέστησεν εις την βασιλεία του (Κολοσ. α΄ 13). Στον διάλογο του Ιουστίνου Μάρτυρος, που θέλει να αποδείξει σε έναν Εβραίο τη θεότητα του Χριστού διαβάζουμε : Από των λόγων του Ιερεμίου ταύτα περιέκοψαν: Εμνήσθη δε Κύριος ο Θεός από Ισραήλ των νεκρών αυτού, των κεκοιμημένων εις γην χώματος, και κατέβη προς αυτούς, ευηγγελίσασθαι αυτούς, το σωτήριον αυτού2. Ένας άλλος Πατέρας των πρώτων μ.Χ. αιώνων, ο Ειρηναίος Λουγδούνου γράφει ερμηνεύοντας τον Προφήτη Ιερεμία: Ο Χριστός, έμεινε τρεις ημέρες εκεί όπου ήσαν οι νεκροί, όπως λέει γι’ αυτόν ο προφήτης, Εμνήσθη Κύριος Άγιος, των νεκρών αυτού, των προκεκοιμημένων εις γην χώματος, και κατέβη προς αυτούς, ρύσασθαι αυτούς, και σώσαι αυτούς. Μ' αυτά αντιλαμβανόμαστε πως είναι ξεκάθαρη και αγιογραφικά τεκμηριωμένη η κοινή πίστη των πρώτων Χριστιανών στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη, και η λύτρωση των μέχρι τότε δεσμίων νεκρών, όσων επίστευσαν στον Χριστό ως Σωτήρα. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας γράφει: “Νομίζω πως ο Σωτήρας ενεργεί, επειδή ακριβώς έργο του είναι να σώζει. Αυτό ακριβώς έκανε. (...) Για κανέναν άλλο λόγο δεν κατέβηκε στον Άδη, παρά να κηρύξει και εκεί3. Εύκολα μπορούμε, όμως, να αναρωτηθούμε: “Πού πήγαν οι εν Άδη πιστεύσαντες;” Κατά τους Αγίους Πατέρες αυτό που συνέβη στους αποθανόντας δικαίους δεν είναι η τελική ανάσταση, δηλαδή η ανάσταση των σωμάτων, αλλά η πρώτη ανάσταση, που αφορά την ψυχή του ανθρώπου, που όταν ενωθεί με τη ζωή του Χριστού, λυτρώνεται από τον θάνατο της αμαρτίας, και ανίσταται πνευματικά. Όλοι αυτοί οι εν Άδη, που απεδέχθησαν το κήρυγμα του Ευαγγελίου πιστεύοντας στον Χριστό, συναριθμήθηκαν και συνενώθηκαν στο οικοδόμημα του Χριστού, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Η ΕΟΡΤΗ: Την Κάθοδο του Κυρίου στόν Άδη εορτάζει πανηγυρίζοντας η Εκκλησία κατά τό Μέγα Σάββατο. Η Κάθοδος του Χριστού στόν Άδη εἶναι ένα άρθρο πίστης, και ένα βέβαιο δεδομένο. Έπρεπε να γίνει αυτή η φοβερή κάθοδος για να μπορέσει ο Χριστός να πληρώση τά πάντα και να βασιλεύσει ως Κύριος στό Σύμπαν (Εφεσ. δ´ 6). Η Εκκλησία ομολογεί, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος στον ουρανό μετά την ανάβασή του εκ νεκρών. Συνέπεια της ταφής του Κυρίου για τον άνθρωπο είναι η αφθαρσία και η καινοποίησι της φύσης του. Όπως η αμαρτία έφερε τη φθορά, σαν νέκρωση και χωρισμό από το Θεό, έτσι η ανακαίνιση και η αφθαρσία υπήρξαν ο καρπός, μέσω της Καθόδου του Κυρίου στον Άδη, της θείας ενανθρώπησης. Τα λόγια που ο Κύριος είπε στον αποθανόντα Αδάμ, κατά τον Επιφάνιο Κύπρου, ηχούν και σε μας “τους περιλειπόμενους” την Άγια αυτή μέρα:
“Για σένα ο Κύριος έλαβε τη δική σου μορφή του δούλου. Κύτταξε στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που καταδέχθηκα προς χάριν σου, για να σε αποκαταστήσω στην παλαιά δόξα, που σου είχα δώσει με το εμφύσημά μου. Κύτταξε στα μάγουλά μου τα ραπίσματα που καταδέχθηκα, για να επανορθώσω την διεστραμμένη μορφή σου και να την φέρω στην όψι που είχε σαν εικόνα μου. Κύτταξε στη ράχη μου τη μαστίγωσι που καταδέχθηκα, για να διασκορπίσω το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Κύτταξε τα καρφωμένα χέρια μου, που τα άπλωσα καλώς επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να συχωρεθής συ που άπλωσες κακώς το χέρι σου στο απαγορευμένο δένδρο. Γι’ αυτό σηκωθείτε, ας φύγουμε από τον θάνατο στη ζωή. Από την φθορά στην αφθαρσία. Από το σκοτάδι στο αιώνιο φως. Από την οδύνη στην ελευθερία. Από τη φυλακή του Άδη στην άνω Ιερουσαλήμ.
Από τη σκλαβιά στην τρυφή του Παραδείσου. Από τη γη στον ουρανό. Γι’ αυτόν τον σκοπό ο Χριστός απέθανε και ανέστη, για να γίνη Κύριος και νεκρών και ζώντων. Ο ουράνιος Πατέρας περιμένει με λαχτάρα το χαμένο πρόβατο. Το μεγάλο εορταστικό δείπνο είναι στρωμένο.”
……………………………………………………………
1. Προς Μαγνησιείς, θ΄ 2
2 Διάλογος προς Τρύφωνα, κ. 72.
3. Στρωματείς.
………………………………………………………………..
Βιβλιογραφία:
-Αγίου Επιφανίου Κύπρου, Λόγος εις την θεόσωμον ταφήν και εις την εν τω άδη κατάβασιν του Κυρίου παραδόξως γενομένην.
-Μητρ. Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ, Η εις Άδου Κάθοδος,
http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/passionweek
-Περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ» Τεύχος 3
 http://aktines.blogspot.gr/2013/05/blog-post_4.html#more