Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

/ Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός (+2009) Η ανακάλυψις της Εγκλείστρας από τον Άγ. Νεόφυτο τον Έγκλειστο


25 Μαΐου 2013
Η ανωτέρω περιπέτεια στόχον είχε την ανακοπή του ταξειδίου και άρα την παραμονήν του στη νήσο. Στους βεβαιοπίστους τίποτα δεν συμβαίνει, ή μάλλον δεν ερμηνεύεται ως τυχαίον. Με βάσιν τον πνευματικόν νόμον, ως αλάνθαστον κριτήριον, μέσω του οποίου ο Παντοκράτωρ Θεός την κτίσιν διοικεί, συνεπέρανε ο όσιος Πατήρ ημών ότι το εμπόδιον αυτό δεν ήτο σύμπτωμα και, κατά το λεγόμενον, τυχαίον, αλλά ο μυστηριώδης τρόπος της επεμβάσεως του Θεού, όστις τα αιτήματα των δούλων Του επακούει και σώζει αυτούς. Δεν ηρμήνευσε την επέμβαση των ανθρώπων στο πρόγραμμά του ως κακότητα, όπως ο κάθε ένας θα έλεγε, αλλ’ ανέτρεξε αμέσως διά της πίστεως προς τον δυνάμενον σώζειν. «Που είναι η πρόνοια του πάντα σκέποντος Θεού;».
st. Neofytos egleistos-3
«Εν τω επικαλείσθαί με εισήκουσάς μου, ο Θεός της δικαιοσύνης μου, οικτήρισόν με και εισάκουσον της προσευχής μου», και πάλιν «θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς». Ποσάκις και εις ημάς συμβαίνει κάτι παρόμοιον, και πλανώμενοι παρερμηνεύομεν τον στόχον, και αντί ωφελείας θυμομαχούμεν κατά των φαινομένων αιτίων, ως δήθεν εμποδιζόντων ημάς, ενώ η Θεία Πρόνοια άνωθεν επέτρεψε την αποτυχίαν, για μελλοντική μας ασφάλεια.
Με την ορθήν ερμηνείαν όπου ο άγιος έδωσε στο δικό του εμπόδιο, πέτυχε πράγματι την ανακάλυψη του προορισθέντος τόπου της μελλούσης του κατοικίας, ώστε και αυτός να καταπαύση και να αγιασθή, καθώς επόθη, αλλά και η εκκλησία και η πατρίς του να αποκτήσουν στο διηνεκές την πατρικήν του προστασίαν και πρόνοιαν.
Μετά την διακοπήν της αποδημίας του, και την κατ’ αυτόν τον τρόπον έμμεσον πληροφορίαν ότι εκεί έπρεπε να παραμείνη, άρχισε την πρακτικήν έρευναν των πλησίον τόπων, ξεκινώντας προς τα υψηλότερα της περιοχής μέρη.
Βορειότερα του Λιμένος της Πάφου σε ανάλογον υψόμετρον πίσω από την τοποθεσίαν Μελισσόβουνο, περί τα 15 χιλιόμετρα, όπου είναι και σήμερον η αγία του Μονή, συνήντησε σε κατάφυτον και ησυχαστικήν κοιλάδα τον κρημνόν με το μικρό σπήλαιον, που θα αποτελούσε την μόνιμόν του κατοικίαν, την πραγματικήν παλαίστραν των μεγάλων του αγώνων, όπου ο θρίαμβος των άθλων του θα πλούτιζε τα πληρώματα της εκκλησίας.
Την εικοστήν τετάρτην του μηνός Ιουνίου του έτους 1159, ημέρα της εορτής της γεννήσεως του τιμίου Προδρόμου, εγένετο η ανεύρεσις της εγκλείστρας του, γεγονός δι’ αυτόν σημαντικόν. Ο αρχηγός της ερήμου οδήγησε τον μιμητή του στον τόπο των αγώνων του. Αγάπησε πολύ η ψυχή του το ερημικό αυτό σπήλαιο και το θεωρούσε σαν δώρο και ευλογία της αγάπης του Θεού. «Αντ’ εκείνου του Λάτρους», λέγει, «τον παρόντα κρημνόν και το βραχύτατον σπήλαιον εδωρήσατό μοι ο Θεός• ο ην έρημον και διαφόρων ορνίθων ανάπαυλα, εμοί δε κατεφάνη εράσμιον διά του τόπου το ήσυχον, ον ανίχνευσα μέχρι και του Σεπτεμβρίου, ελάξευσα δε και περιηύρυνα αυτό μέχρι και του εξής Σεπτεμβρίου και της αγίας υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, θυσιαστήριον πήξας των Ιερών τελετών».
Deisis-3
Δέησις
Πόσον τω όντι αληθεύει το ωραιότατον της υμνολογίας μας τροπάριον «Τοις ερημικοίς ζωή μακαρία εστί, θεϊκώ έρωτι πτερουμένοις». «Εις τα όρη των σών ύψωσάς με νόμων, αρεταίς εκλάμπρυνον, ο Θεός, ίνα υμνώ σε». Πάντων τούτων τας εφέσεις περιέχουσα η θεοφόρος καρδία του και αναβάσεις εν αυτή συνεχώς θέμενος ο ακάματος εργάτης ετοίμαζε πυρετωδώς την κονίστρα, τον πνευματικόν στίβον, όπου την κρατεράν θα επετέλει πάλην. Αυτήν την πάλην ο μέγας Στρατηγός ημών Παύλος περιγράφει με σαφήνειαν, για να προετοιμάζη τους αθλητάς. «Ούκ έστιν», λέγει, «ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηριάς εν τοις επουρανίοις».
Επί ένα ολόκληρον έτος ηγωνίζετο διά την κατάρτησιν του σπηλαίου του, την πνευματικήν αυτήν κυψέλην, όπου δι’ ολοκλήρου του βίου του θα ετοίμαζε το νοητό μέλι των αγίων αρετών και των μετά ταύτα θεϊκών χαρισμάτων, των χαρακτηριζόντων τον κατά Θεόν άνθρωπον.
Αφού πια ετοιμάστηκε, αφιέρωσε το σπήλαιό του στον Τίμιο Σταυρό, αφ’ ενός γιατί στην εορτή του το τελείωσε, αλλά και αφ’ ετέρου γιατί από τώρα και πλέον ο Σταυρός θα είναι πάντοτε ενώπιον των οφθαλμών του, για να τον ενισχύη στον τιτάνιο αγώνα του και να τον ενδυναμώνη στον πόλεμο εναντίον των πονηρών δαιμόνων. Κρατώντας τον Σταυρόν θα πορεύεται προς συνάντησιν του Νυμφίου. Ο Σταυρός γίνεται το εντρύφημά του, η γλυκύτης της καρδίας του και το καθημερινό μελέτημά του. Η θεοκίνητος καρδία του ξεχειλίζει από ενθουσιασμό στην άρση του Σταυρού και της ακολουθήσεως οπίσω του Σωτήρος και με δάκρυα ικετεύει: «Αλλά γε κάμοί τω γνησιοτέρω σου δούλω, ω Σταυρέ του Χριστού μου Πανσεβάσμιε, μη παρίδης παρακαλώ• μη εγκαταλείπης εκδυσωπώ, μηδέ αποστήσης της δυναστείας σου το έλεος απ’ εμού• όπως, καθ’ ον τρόπον εθέσπισεν ο εν σοι σταυρωθείς εκουσίως Χριστός ο Θεός μου, αναλήψομαί σε και ακολουθήσω Αυτώ εν τω θελήματι Αυτού, έως ου Αυτόν δι’ Αυτού επιφθάσω τη Χάριτι Αυτού και συν τοις δούλοις Αυτού συνδοξάσας προσκυνήσω Αυτόν…».
«Χαίροις, Σταυρέ, του Σταυροφόρου βίου των μοναχών το εξαίρετον καύχημα και των οσίων το στήριγμα, των εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης πανσεβάσμιον έρεισμα, και πάντων απλώς των του Χριστού οπαδών θεοπρεπέστατον βάσταγμα.
Χαίροις, Σταυρέ πανσεβάσμιε και της εμής ουδενότητος τείχος και στήριγμα και παμφαέστατον αύγασμα και της εγκλείστρας μου ταύτης το μέγιστον φρούριον, εν η και επικέκληται το πανύψιστον και σεβάσμιον όνομά σου, προς ην και επιφαίνεται το της σης βοήθειας θαυμαστόν επικούρημα…».
Η μνήμη του θανάτου κατά την αρχικήν του καλήν συνήθειαν και πάλιν επεκράτει, διότι εκ των όσων ηγωνίσθη να ετοιμάση στο μόνιμό του εργαστήριον πρώτη θέση είχε το σημείον του θανάτου, ο τάφος του.
Όπως, χάριτι Χριστού και ευχαίς του τρισεβάστου μας τούτου πατρός, ηξιώθημεν να ιδούμεν και ιδίοις όμμασι το ηγιασμένον τούτο σπήλαιον, θαυμάσαμε την σύνεση και τη σοφία της διαρρυθμίσεώς του, ώστε παρ’ όλον το μικρότατον και στενώτατον του χώρου να μην λείπη τίποτα εκ των απαραιτήτων της ασκητικής ζωής. Το «χαράδριόν» του, όπως ονόμαζε την στρωμνή του, πελεκημένη επιμήκης πλάκα, υψηλότερον του δαπέδου, όπου και ως κάθισμα του εχρησίμευεν. Υψηλότερον άλλη μαρμάρινη πλάκα, το περίφημό του τραπέζι και γραφείον, απ’ όπου θα προήρχοντο τα πολυάριθμα και μελίρρυτά του συγγράμματα, για τον στηριγμό και την κατάρτισιν όχι μόνον της πατρίδος του, αλλά ολοκλήρου της αγίας Εκκλησίας.
Gerontas_Iosif2
Εις τα τοιχώματα του σπηλαίου λάξευσε οπές για τα βιβλία του και για τα άλλα χρειώδη πράγματα. Προ τούτων όμως, τον τάφον του ητοίμασε και σταθείς προ αυτού έλεγε: «ουδέν πλέον τούτου καθέξεις, καν και του κόσμου όλου φθάσεις κρατήσαι», ταπεινέ Νεόφυτε.
Εκ των απαραιτήτων, που ο όσιος ητοίμασε εις την εγκλείστραν του, ήτο και το «θυσιαστήριον», όπως μας αναφέρει• «θυσιαστήριον πήξας των Ιερών τελετών, ίνα μη μακρυνθώ της Θείας κοινωνίας του Σώματος και Αίματος του Χριστού».
Έτοιμος πλέον κατά πάντα, ο γενναίος αθλητής του Χριστού, εισέρχεται στο σπήλαιο, και μένει έκτοτε συνεχώς έγκλειστος, «μόνος μόνω τω Θεώ προσομιλών».
«Ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω… και απαλλαγείς των ανθρωπίνων θελημάτων προσεδεχόμην τον Θεόν τον σώζοντά με από ολιγοψυχίας και από πειρασμών καταιγίδος, συνεργός γάρ αρετών ερήμου διατριβή, ως ανθρώπων απηλλαγμένη και τύρβης βιοτικών μελημάτων. Ένθεν Ηλιού τε και Ιωάννης και τούτων και έτεροι πλείστοι προείλοντο της οικουμένης την έρημον, εν η και Χριστός ο εμός υπεχώρει πολλάκις».
Το σπήλαιο το ονόμασε εγκλείστραν και τον εαυτόν του Έγκλειστον και Τιμιοσταυρίτην.
«Ο Θεός κατοικίζει μονοτρόπους εν οίκω ησυχίας ως μονομάχους δούλους αυτού ενισχύων αυτούς». Στερεωμένος με την προς τον Θεόν ακλόνητον πίστιν και θερμήν αγάπην αρχίζει το νέο του αγώνισμα, που θα τον αναδείξη μέγα και φωστήρα όλης της οικουμένης.
Μετά από λίγο χρόνο από τότε που κλείστηκε διά παντός στην Εγκλείστρα, πληροφορείται ότι όντως αυτό είναι το θέλημα του Θεού. «Είτα και μετά τινα χρόνον το νοερόν μου και ανάξιον ους μελισταγούς τίνος, ξένης και ασυνήθους ακήκοε φωνής λεγούσης εκ τρίτου. “Μνήσθητι” δηλονότι “το προχρηματισθέν σοι επάγγελμα εν τη ερήμω” ότι εν ετέρω τόπω μετάβηθι, εν ω και ο βασιλεύς κατελθών εκείσε τυπώσει ψωμίον». Και πράγματι, η συνέχεια και το πέρασμα των αιώνων απέδειξε ότι οι ιδρώτες και τα δάκρυα του οσίου Πατρός έγιναν ακλόνητα θεμέλια στην αγίαν εγκλείστραν του και ο Βασιλεύς «κατήλθε και ετύπωσε ψωμίον».
Το τι αποκαλύψεις και μυστικές χάριτες είδε το μικρό αυτό σπήλαιο δεν λέγονται. «Εισί δε συν τούτω», λέγει ο όσιος για την προηγουμένην αποκάλυψη, «και άλλα τινά, αλλά τις χρεία φάναι κακείνα;». Έκρυψε έτσι η ταπεινή του ψυχή τα όσα στο σπήλαιο ετελεσιουργούντο. Έγινε η αγία εγκλείστρα τόπος Θεοφανείας, τόπος Θεοβάδιστος και ο έγκλειστος Θεόπτης. Πως μπορούσε διαφορετικά να γίνη σ’ ένα τέτοιο πύρινο εραστή του Χριστού;
Πως θα μπορούσε αυτός ο νους να μην γίνη παρανάλωμα των φοβερών δαιμόνων ή τουλάχιστον έξω φρενών, διαρκώς κλεισμένος βαθειά στη γη, μέσα σε σκοτεινό σπήλαιο, αν δεν ήτο νούς διαρκώς και ακαταπαύστως καταυγαζόμενος από το άκτιστον φως της υπερουσίου Τριάδος; Η χάρις του αγίου Πνεύματος άρπαζε τον νουν του σε αποκαλύψεις και τον πληροφορούσε τα μυστήρια του Θεού.
Μετά πενταετή «κάθειρξιν», όπως την ονομάζει, ανεζήτησε μέσω προσφιλών του, οι οποίοι και διά τας αναγκαίας χρείας του προνοούσαν, τεμάχιον τιμίου Ξύλου και άλλων αγίων λειψάνων, και κατόρθωσε να το πετύχη• «ο αιτών γάρ λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει, εύρον ήδη καγώ το ζητούμενον».
Ενωρίς, απ’ την αρχή σχεδόν της εγκλείσεώς του, ο Θεός του φανερώνει τα χρόνια της εγκλείστου διαγωγής του. «Και αύθις, μετά χρόνους ολιγοστούς, διά τίνος όψεως εδόκουν ανέρχεσθαι εις το όρος του Ολύμπου, το κατέναντι Λευκάρων, πόλεως Αμαθούντων, πατρίδος ημεδαπής, εις προσκύνησιν δήθεν του Σταυρού του Χριστού, και ιδού φωνή λέγουσα προς με• Μετά πεντήκοντα ημέρας· και αύθις εκ δευτέρου Μετά εξήκοντα ημέρας. Η δε απόβασις του ρήματος τούτου έτι άδηλος καθοράται».
Είναι ολοφάνερο από την συνέχεια ότι οι ημέρες του δράματος είναι τα έτη ζωής του οσίου, που έζησε έγκλειστος 60 έτη και εκοιμήθη. Σε 60 ημέρες – έτη, ανήλθεν ο όσιος στον ουρανόν για προσκύνησιν του ποθουμένου Σταυρού και αυτού του Ιδίου του σταυρωθέντος Χριστού.
Η ανεξιχνίαστος βουλή του Θεού παρέτεινε από πεντήκοντα σε εξήκοντα έτη την επίγεια ουρανόδρομη πορεία του, προφανώς για περισσότερο στηριγμό της εκκλησίας Του.
Η άκρα ταπείνωσις, που σαν βάση όλης της πνευματικής εργασίας των φιλοθέων πάντοτε ευρίσκεται, δεν μας επιτρέπει να δούμε τους τιτανικούς και ανελεήτους αγώνας που την πνευματική τους πάλη συγκροτούν.
Ακόμη ένα θα προσθέσω κάπως τολμηρόν, πλην όμως αληθές εξ όσων η πείρα απέδειξεν. Είναι δε τούτο πως η στενότητα ή η πενιχρά περιγραφή των βιωμάτων των αγίων ανδρών οφείλεται πολλάκις στην απουσία προσώπων ικανών και πνευματικώς γεγυμνασμένων, οι οποίοι να δύνανται να συγκρίνουν και να χαρακτηρίσουν την ζωήν αυτών. Όπου υπήρχαν μαθηταί μεμυημένοι και τρόπον τινά συνεχισταί της ζωής των γερόντων, αυτοί μπόρεσαν και έδωσαν μια πιο ζωντανή εικόνα της μορφής των αγίων και έχουμε επ’ αυτού πολλά παραδείγματα.
Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβηκε στον δικό μας περιγραφόμενο όσιο, διότι μάλλον άργησε να αφήση να τον πλησιάσουν μαθηταί και μετά πάλιν αυτούς δεν τους άφηνε να μένουν και πολύ πλησίον του. Κατά το πλείστον όμως για την βαθυτάτην ταπεινοφροσύνην του, που δεν άφηνε ούτε καταδεχόταν να περιγράψη κάτι εκ των θαυμαστών και υπερφυσικών από τα οποία ολόκληρός του η ζωή ήτο διαποτισμένη.
Η διψασμένη ψυχή του άρχισε να ρουφά αχόρταστα το γλυκό μέλι της ησυχίας, παράλληλα όμως μπροστά του άνοιξε ένα φοβερό στάδιο τρομερών αγώνων, που είναι αδύνατον να περιγράφουν. Ποιός, αλήθεια είναι ικανός να διηγηθή τα παλαίσματα εναντίον των δαιμόνων και εναντίον και αυτής της ιδίας φύσεως που έκανε ο νεαρός έγκλειστος Νεόφυτος; Τις ολονύκτιες αγρυπνίες, τις ορθοστασίες, τις προσευχές, τα δάκρυα και το καρδιακό πένθος, τις νηστείες, την χαμευνίαν, την τήρησιν του νου από τους ακάθαρτους λογισμούς και προπάντων την σώμα προς σώμα πάλη με τους δαίμονες; Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, που είναι τρόπον τινά φυσικά επακόλουθα στους αγωνιστές της ερήμου, επί πλέον ο απόλυτος εγκλεισμός απαιτούσε υπεράνθρωπο αγώνα και συνεχή εγρήγορση για ν’ αντέξη.
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, «Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος», Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1998.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου