Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Άγ. Νικόλαος Καβάσιλας: Η εν Χριστώ ζωή & η Θεία Λειτουργία

Άγ. Νικόλαος Καβάσιλας: Η εν Χριστώ ζωή & η Θεία Λειτουργία

25 Οκτωβρίου 2013
Δημοσιεύουμε σήμερα τη συνέχεια της μελέτης του αρχιμ. Νικολάου Ιωαννίδη, σχετικά με το θεολογικό έργο των μεγάλων Βυζαντινών λειτουργιολόγων. Στο σημερινό απόσπασμα παρατίθεται η σύνδεση της εν Χριστώ ζωής με τη συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία, σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγ. Νικολάου Καβάσιλα.
Με τους όρους «ζωή και αγιασμός» ο όσιος Νικόλαος εννοεί την εν Χριστώ ζωή, την οποία θεωρεί διττώς. Στο έργο του Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας τη βλέπει σε σχέση με την τελούμενη θυσία: εμείς προσφέρουμε «άρτον και οίνον» και ο Κύριος μας αντιπροσφέρει τον εαυτόν του ως «άρτον ζώντα και ποτήριον ζωής αιωνίου»· προσφέρουμε εφόδια φθαρτής ζωής για να λάβουμε αντί «ζωής ζωήν», αντί «της προσκαίρου την αιωνίαν», δηλαδή την εν Χριστώ ζωή[55]. Στο έργο του πάλι Περί της εν Χριστώ ζωής τη βλέπει περισσότερο ως προσωπική βίωση της «υπερφυούς συνάψεως» του κάθε πιστού με τον Χριστό μέσω των μυστηρίων, δια των οποίων «γεννώμεθα και πλαττόμεθα και υπερφυώς συναπτόμεθα τω Σωτήρι».
Agrypnia
Η συνεχής βίωση των ιερών μυστηρίων διαπλάθει τον εν Χριστώ άνθρωπο· έτσι το βάπτισμα δίδει την ύπαρξη και την κατά Χριστόν υπόσταση, το χρίσμα τελειοποιεί με το μύρο τον νεογεννηθέντα εν Χριστώ με την κατάλληλη ενέργεια που του παρέχεται για τη ζωή του, και η ευχαριστία «συντηρεί και συνέχει» αυτή τη ζωή και χαρίζει τη σωτηρία δια του «άρτου της ζωης».
Αυτός ο τρόπος ζωής συνιστά σαφέστατα ζωή λειτουργική, ζωή που αρχίζει με το λουτρό του βαπτίσματος συνεχίζεται με το μύρο του χρίσματος και τελειώνεται δια του ευχαριστιακού άρτου: «Δι’ αυτών (των μυστηρίων) γεννώμεθα και πλαττόμεθα και υπερφυώς συναπτόμεθα τώ Σωτήρι… το με βάπτισμα το είναι δίδωσι και όλως υποστήναι κατά Χριστόν, τούτο γαρ νεκρούς και διεφθαρμένους παραλαβόν εις την ζωήν πρώτον εισάγει, η δε του μύρου χρίσις τελειοί τον γεγεννημένον τη τοιάδε ζωή προσήκουσαν ενέργειαν εντιθείσα, η δε θεία ευχαριστία την ζωήν ταύτην και την υγείαν συντηρεί και συνέχει, το γαρ σώσαι τα κτηθέντα και διατελέσαι ζώντας ο της ζωής δίδωσιν άρτος, δια ταύτα τούτω μέν τώ άρτω ζώμεν, κινούμεθα δε τώ μέρω από του λουτρού το είναι λαβόντες»[56].
Με το χωρίο αυτό ο όσιος Νικόλαος σαφέστατα θεωρεί ως βασική προϋπόθεση για τον αγιασμό των πιστών τη συνέργεια όλων των μυστηρίων. Τη θεία ευχαριστία θεωρεί «ως τελευταίον μυστήριον», δηλαδή τέλειο και τελειωτικό[57], που όμως απαιτεί την αναγκαία προΰπαρξη των άλλων μυστηρίων: «Το μέν γαρ πρώτον (το βάπτισμα) δηλόν εστι του μέσου (του χρίσματος) δεομένου και τούτο του τελευταίου· μετά δε την ευχαριστίαν ουκ εστιν εφ’ ο χωρούμεν, αλλ’ ενταύθα δεί στάντας εκείνα πειράσθαι σκοπείν, δι’ ών αν γένοιτο σώσαι διά τέλους τον θησαυρόν»[58]. Έτσι ο πιστός μέσα στην Εκκλησία και τα μυστήριά της πορεύεται από χάρη σε χάρη, αλλ΄ η τελείωση της πορείας αυτής έχει ανάγκη όχι μόνο από την «ενέργεια της χάριτος» του Θεού, αλλά και από «την ημετέρα σπουδή»[59].
Λέγει συγκεκριμένα: «Έστι τοίνυν, το μέν θεόθεν, το δε της ημετέρας σπουδής, και το μέν εκείνου καθαρώς έργον, το δε και ημίν εχει φιλοτιμίαν»[60]. Η φιλοτιμία αυτή εκφράζει την αγαθή διάθεση της ελεύθερης βούλησης του πιστού να ζεί εν Χριστώ ασκούμενος στην τήρηση των εντολών του. Και όλης αυτής της φιλοτιμίας είναι «εργαστήριον ούτος ο (παρόν) βίος»· σ’ αυτόν κυοφορείται[61],«πλάθεται» και «μορφώνεται» ο πιστός, ώστε να γεννηθεί «τέλειος εις τον τέλειον εκείνον… κόσμον» της βασιλείας του Θεού[62]. Πρόκειται δηλαδή για την άσκηση της απόκτησης των αρετών, με την οποία ο πιστός ενώνει τη θέληση και τη σκέψη του με τη θέληση και σκέψη του Χριστού: «ανάγκη προς την του Χριστού θέλησιν την γνώμην, καθόσον οίόν τε ανθρώποις, ασκήσαι και των αυτών επιθυμείν και τοις αυτοίς εκείνω χαίρειν παρασκευάσαι»[63].
Έτσι ο πιστός διά των ιερών μυστηρίων και κυρίως διά του μυστηρίου της ευχαριστίας ενσωματώνεται στον Χριστό, ομοιάζει προς αυτόν[64] και γίνεται υιός του κατά χάρη[65]. Γι’ αυτό ο όσιός μας λέγει ότι «τα ιερώτατα μυστήρια πύλαι αν εικότως καλοίντο δικαιοσύνης», δηλαδή, όπως ο ίδιος επεξηγεί, ο φιλάνθρωπος Κύριος μας τα χάρισε ως «είσοδο εις τον ουρανόν», πράγμα που δηλώνει τη βασιλεία του Θεού[66]. Για τον ιερό Πατέρα βασιλεία και Χριστός ταυτίζονται, ο Χριστός είναι το περιεχόμενο της βασιλείας, η πραγματική βασιλεία του Θεού[67]. Συνεπώς όταν διά της μεταλήψεως του σώματος και του αίματος του Κυρίου γινόμαστε «σύσσωμοι αυτώ… και σύζωοι και μέλη»[68] Χριστού, ζούμε «εις κοινωνίαν» μαζί του, η οποία όμως βιώνεται όχι μόνο ως παρουσία και εν χρόνω πραγματικότητα, αλλά και ως εσχατολογική προσδοκία, αφού η πληρότητα της κοινωνίας με τον Χριστό θα πραγματοποιηθεί στο μέλλοντα αιώνα, οπότε θα φθάσουμε στη «χαράν την απόρρητον» και «της του νου καθαράς όψεως (των θείων)»[69].
Ο Καβάσιλας ώριμος θεολόγος και λαμπρός ερμηνευτής, δεν φιλοδοξούσε να δώσει ένα εκλαϊκευτικό υπόμνημα, αλλά κατέγραφε την θεολογική και λειτουργική θεολογία της Εκκλησίας, όπως τη βίωνε μέσα από τις μελέτες του και κυρίως τη λειτουργική εκκλησιαστική ατμόσφαιρα· γι’ αυτό και τα έργα του διακρίνονται για τη σε βάθος εξέταση των μυστικών εννοιών, ώστε να μπορεί να οδηγηθεί κατά το δυνατόν ο αναγνώστης στην αποκάλυψη των «θεοειδών αρχετύπων της αλήθειας». Ωστόσο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο λειτουργικός τύπος εμπεριέχει και πρακτική σημασία, την οποία επισημαίνει και αναδεικνύει.
Έτσι αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά: «και πάντα όσα ποιεί (ο ιερεύς), τα μέν κατα χρείαν, τα δε επίτηδες εις την σημασίαν ταύτην βιάζεται· και έστι τα γινόμενα τηνικαύτα των σωτηρίων παθών και του θανάτου πρακτική διήγησις»[70]. Όπως ακριβώς ο συνδυασμός πράξεως και θεωρίας είναι απαραίτητος για πρόοδο στην πνευματική ζωή[71], έτσι είναι αναγκαίος και στη λειτουργική πράξη· τονίζεται δε ιδιαίτερα από τον βυζαντινό συγγραφέα μας, ο οποίος μας δίδει και συγκεκριμένα παραδείγματα: Η είσοδος του Ευαγγελίου και των τιμίων δώρων στο θυσιαστήριο γίνεται αφ΄ ενός «κατά χρείαν», για την πρακτική δηλαδή ανάγκη της ανάγνωσης του Ευαγγελίου και της τέλεσης της θυσίας, αφ’ ετέρου για το συμβολισμό της «αναδείξεως και φανερώσεως» του Σωτήρος Χριστού[72].
Έτσι η πρακτική αναγκαιότητα υπηρετεί την ανάδειξη της χριστολογικής, ανθρωπολογικής και σωτηριολογικής έννοιας: «και γίνεται μέν έκαστον της χρείας ένεκα της επισταμένης, σημαίνει δε και τι των του Χριστού έργων ή πράξεων ή παθών… ίνα ημίν η αυτής θεωρία (της πρακτικής χρείας) προ των οφθαλμών ούσα τας ψυχάς αγιάζει και ούτως επιτήδειοι γινώμεθα προς την υποδοχήν των ιερών δώρων»[73].
Ο όσιος Νικόλαος, άνδρας σοφός και και με βαθύτατη θεολογική σκέψη, όπως ήδη αναφέραμε, δεν θα μπορούσε να αρκεσθεί σ’ ένα ξηρό υπομνηματισμό. Στο έργο του Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας, πέρα των όσων ακροθιγώς επισημάναμε, βλέπουμε να προχωρεί σε σπουδαίες θεολογικές παρεκβάσεις, που όμως ούτε θίγουν τη συνοχή του κειμένου, ούτε αποπροσανατολίζουν από τα υπό διαπραγμάτευση θέματα, ενίοτε μάλιστα συνδυάζονται με άριστο τρόπο. Οι θεολογικές αυτές παρεκβάσεις έχουν αφετηρία και λαμβάνουν σαφώς αφορμές από τα προβλήματα της εποχής του, τα περισσότερα από τα οποία όμως ούτε τα αναφέρει ούτε τα αντιμετωπίζει με αντιρρητικό διάλογο ή πολεμική διάθεση.
Αντιθέτως θεολογεί με την ειρηνική εσωτερική του διάθεση και προσφέρει μια νηφάλια και ειρηνική θεολογία, αν μπορούμε να της δώσουμε έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Ο περιορισμένος χρόνος δεν επιτρέπει να αναφερθούμε σ’ όλες της παρεκβάσεις του ιερού Πατρός, θα επιλέξουμε όμως μόνο μία, που κατά την άποψή μας, είναι πολύ ενδιαφέρουσα και θα την προσεγγίσουμε χωρίς λεπτομερή ανάλυση. Ο ίδος τη χαρακτηρίζει ως «απολογία και λύσιν» σε όσα μας κατηγορούν οι Λατίνοι σχετικά με τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων[74].
Το θέμα της λατινικής κατηγορίας, σχετικά με τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, προσεγγίζει όχι ως μία απλή διαφορά μεταξύ λατινικής και ορθόδοξης πρακτικής, αλλά ως καθαρά θεολογικό πρόβλημα. Μερικοί Λατίνοι θεωρούσαν ότι μετά τους ιδρυτικούς λόγους του Κυρίου «Λάβετε φάγετε… πίετε εξ αυτού..» δεν χρειάζεται καμία επιπλέον ευχή για να αγιασθούν τα τίμια δώρα, αφού ο αγιασμός επέρχεται με την εκφώνηση αυτών των λόγων· κατηγορούσαν δε τους ορθοδόξους ότι με την ευχή της επικλήσεως έδειχναν απιστία στον ίδιο τον Κύριο, αφού δεν θεωρούσαν ικανά τα λόγια του για τον αγιασμό των δώρων, και εμπιστεύονταν περισσότερο τον εαυτό τους, αφού εξαρτούσαν το ιερό μυστήριο από τις ανθρώπινες ευχές. Μάλιστα για να κατοχυρώσουν την άποψή τους αυτή επικαλούνταν τον ιερό Χρυσόστομο, ο οποίος λέγει ότι ο δημιουργικός λόγος του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» (Γεν. 1,22· 8,17· 9,7)[75] ειπώθηκε μία φορά μόνο και ενεργεί πάντοτε και συμπέραναν ότι και οι ιδρυτικοί λόγοι του Κυρίου ειπώθηκαν «άπαξ» ενεργούν όμως «διά παντός»[76].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου