Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Η θεραπεία του ανθρώπινου νου ΠΟΠΟΒΙΤΣ


Η κενότητα, η ματαιότητα, η μηδαμινότητα του ανθρώπινου νου αυξάνεται σε σατανικά μέτρα με την υπερηφάνεια. Γιατί με την υπερηφάνεια παραφρονεί ο νους του ανθρώπου. Η σκέψη την οποία έχει καταλάβει η υπερηφάνεια, διαχωρίζει το νου από τη ρίζα του, από την πηγή του —τον Θεό Λόγο— και κατόπιν τον βυθίζει σε επινοήσεις και φαντασίες και έτσι γεμάτος αυτοπεποίθηση θεωρεί τις φαντασίες του πραγματικότητες και την παραφροσύνη του σοφία. Αμέσως μόλις οι άνθρωποι βαδίσουν το δρόμο της υπερηφάνειας παραφρονούν μέσα στις σκέψεις, για να εκπληρωθεί ακριβώς σ’ αυτούς η ευαγγελική αλήθεια: «φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν» (Ρωμ. 1, 22), και «διεσκόρπισεν υπερηφάνους διανοία καρδίας αυτών» (Λουκ. 1, 51). Η υψηλοφροσύνη καθιστά το νου αμαρτωλό, τον σκοτίζει και τον διασκορπίζει, τον δηλητηριάζει και τον φθείρει, τον καθιστά διάβολο και έτσι πηγάζουν από αυτόν μάταιες, κενές, μηδαμινές σκέψεις και διαλογισμοί για τον Θεό, τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αυτό προέρχεται από το ότι η υπερηφάνεια με την κύρια αρτηρία της αντλεί τη δύναμη και τη ζωή της από το Διάβολο, ο οποίος και «ανεκάλυψε» την υπερηφάνεια και την κατέστησε υπέρτατο νόμο του. Γι’ αυτό κάθε υπερηφάνεια, και η ελάχιστη, διαβολοποιεί βαθμιαία τον άνθρωπο και πρώτα-πρώτα το νου του. Γιατί η υπερηφάνεια κυριεύει τις νοητικές δυνάμεις του ανθρώπινου είναι και γίνεται η σκεπτόμενη δύναμη, η κινητική δύναμη του νου του. Πράγματι κάθε ανθρώπινη υπερηφάνεια έχει την καταγωγή της από το σατανά. Υψηλοφροσύνη, ιδού, αυτή είναι το κύριο ιδίωμα του σατανά και των ανθρώπων που είναι δούλοι του.

Βασιζόμενοι στο δικό τους νου, κλεισμένοι στο κέλυφός τους, οι υψηλόφρονες ή δεν θέλουν να γνωρίζουν για κάποιο Ον ανώτερο από τον εαυτό τους —τον Θεό— ή δεν Τον αναγνωρίζουν ή Τον θεωρούν μία τυφλή δύναμη και γενικά δεν μπορούν να διακρίνουν και να διανοηθούν ορθά για τον Θεό ως Δημιουργό και για τον κόσμο ως κτίσμα του Θεού. Γι’ αυτό και «παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις αδόκιμον νουν, ποιείν τα μη καθήκοντα» (Ρωμ. 1, 28), και αυτά τα «μη καθήκοντα» τα δικαιολογούν με την εσφαλμένη τους διάκριση, το διεφθαρμένο νου τους.
Ζώντας χωρίς τον Θεό ο νους του ανθρώπου διαφθείρεται, διαστρέφεται, καθίσταται εφάμαρτος, θνητός, διαβολοειδής. Και βαθμιαία φθάνει να μη γνωρίζει πράγματι τον Θεό. Αλλά μη γνωρίζοντας τον Θεό ο ανθρώπινος νους δεν γνωρίζει ούτε τον εαυτό του ούτε τον άνθρωπο ούτε τον κόσμο. Ένας τέτοιος άθεος και αντίθεος νους συγχρόνως γίνεται και απάνθρωπος και μισάνθρωπος. Και έτσι τελικά ο άνθρωπος χωρίς Θεό είναι πάντοτε άνθρωπος χωρίς νου: δηλαδή άθεος, άνους, άφρων. «Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού, ουκ έστι Θεός» (Ψαλμ. 14. 1). Αμέσως μόλις ο νους εγκαταλείψει τον Θεό, και αυτό σημαίνει αμέσως μόλις εγκαταλείψει την ’Αλήθεια, φθείρεται, διασπάται, γίνεται «κατεφθαρμένος» και γεννώνται μέσα του κακές σκέψεις όπως τα σκουλήκια σε σαπισμένο κρέας (Πρβλ. Α’ Τιμ. 6. 5, 4). Ευνόητο είναι τότε ότι οι άνθρωποι οι «κατεφθαρμένοι τον νουν» (Β’ Τιμ. 3. 8) αντιστέκονται στην αλήθεια, σε κάθε αλήθεια, στην υπέρτατη Αιώνια Αλήθεια, στο Θεό και Θεάνθρωπο Χριστό.
Πώς οι χριστιανοί μπορούν να απορρίψουν τον παλαιό άνθρωπο; Με το να ανανεώνονται «τω πνεύματι του νοός αυτών». Αυτό σημαίνει να αλλάξει το πνεύμα του νου, να αλλάξει η διάθεση του νου, η συνήθεια του νου, να αλλάξει ο τρόπος νοήσεως, ο τρόπος σκέψεως. Με μία λέξη: να μεταμορφώσεις και να μεταλλάξεις μέσα σου αυτό τον κύριο ειδωλολάτρη και άθεο, το νου· και να τον στρέψεις από το άθεο προς τον Θεό, από τα μη του Χριστού προς το Χριστό. Και αυτό κατορθώνεται κατεξοχήν με την άσκηση στην πίστη και μαζί της μ’ όλες τις άλλες ευαγγελικές ασκήσεις, της αγάπης, της προσευχής, της νηστείας, της ταπεινοφροσύνης, της θεοσέβειας, της σωφροσύνης, της πραότητας, της εγκράτειας. Καθεμιά από αυτές τις ασκήσεις ανανεώνει το νου με τη μεταμορφωτική της δύναμη. Και βαθμιαία θεραπεύεται ο νους από τις άρρωστες σκέψεις του, από τους ασθενείς διαλογισμούς και αντιλήψεις του. Βαθμιαία υγιαίνει, ώσπου με τη δύναμη του Χριστού να θεραπευθεί και να καταστεί με το Άγιο Πνεύμα εντελώς υγιής.
Ο θεραπευμένος νους, υγιής πλέον και ανανεωμένος, γίνεται δημιουργός υγιών, φωτισμένων, αγίων, θείων, αθάνατων σκέψεων. Σκέπτεται τώρα διά του Θεού, σκέπτεται διά του Χριστού. Η Θεοσκέψη, η Χριστοσκέψη γίνεται η συνεχής του διάθεση και κατάσταση, το «πνεύμα» του, η νοοτροπία του. Γι’ αυτό ο άγιος Απόστολος διακηρύττει εν ονόματι όλων των χριστιανών: «ημείς νουν Χριστού έχομεν» (A’ Κορ. 1. 16). Επομένως για όλα νοούμε διά Χριστού του Θεού. Με την αλλαγή του νου στον άνθρωπο αλλάζουν τα πάντα, ανανεώνονται τα πάντα. Απ’ αυτό έχει το όνομά της και η μετάνοια· από το «μετά» και «νους», δηλαδή αλλαγή του νου, ανανέωση του νου.

(Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Οδός Θεογνωσίας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1985, σσ.286,289-290, 292-295, 297-298).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου