Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

«Εγώ Ειμί»

      

Στο 18ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη ευαγγελίου διαβάζουμε ότι ο Κύριος ερωτά την ομάδα των ανθρώπων που έρχονται να τον συλλάβουν:«Τίνα ζητείτε;»,και εκείνοι απαντούν:«Ιησούν τον Ναζωραίον». Όταν ο Κύριος ανταπαντά «εγώ ειμί», τότε οι άνθρωποι αυτοί παρουσιάζονται να απέρχονται «εις τα οπίσω» και να πίπτουν «χαμαί». Πώς εξηγείται η παράδοξη αυτή αντίδραση;
Η αντίδραση αυτή είναι  εκ πρώτης όψεως πράγματι περίεργη. Μια «σπείρα», δηλαδή μια πολυάριθμη ομάδα Ρωμαίων στρατιωτών, συνοδευόμενη από οπλισμένους υπηρέτες των Αρχιερέων και των Φαρισαίων, εντοπίζει αυτόν που έχει διαταχθεί να συλλάβει. Αντί όμως οι άνδρες αυτοί να προχωρήσουν αμέσως στη σύλληψή του, υποχωρούν και πέφτουν στο έδαφος αντιμετωπίζοντας όχι κάποια ανώτερη στρατιωτική δύναμη, αλλά έναν άοπλο άνδρα, που μάλιστα δείχνει σαφέστατα διά της αβίαστης ομολογίας της ταυτότητάς του διατεθειμένος να παραδοθεί εκουσίως.
Α”
Προϋπόθεση για την ερμηνευτική αποκρυπτογράφηση της σκηνής που μας απασχολεί είναι η επισήμανση της θεολογικής εκείνης αρχής βάσει της οποίας ο «θεολόγος», όπως δικαίως τον αποκάλεσε η Εκκλησία, Ιωάννης εκθέτει και συγχρόνως ερμηνεύει επεισόδια από τη ζωή του Χριστού. Συγκεκριμένα, ο ευαγγελιστής αυτός από την αρχή ήδη, άλλα και σε ολόκληρη την έκταση του ευαγγελίου του, δεν παύει να διακηρύσσει ότι ο άνθρωπος Ιησούς είναι ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού, ο Λόγος που «ην εν αρχή προς τον Θεόν», που «ην Θεός» ο ίδιος και που «πάντα δι” αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν». Δηλαδή ο Ιησούς δεν είναι απλός άνθρωπος, αλλά συγχρόνως Θεός και άνθρωπος. Και ενώ οι Ιουδαίοι της εποχής του αντιλαμβάνονται βλέποντας μόνο την ανθρώπινη πλευρά του, όμως τα λόγια, οι δυνάμεις και τα θαύματά του μαρτυρούν στον αναγνώστη του ευαγγελίου και τη θεία φύση του, πραγματικότητα που αποκαλύπτεται μετά την ανάσταση και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
Με βάση τη θεολογική αυτή αρχή μπορεί κανείς να προσεγγίσει μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα το συγκεκριμένο περιστατικό. Μόλις πριν από τη σκηνή της συλλήψεως ο ευαγγελιστής Ιωάννης παραδίδει τον αποχαιρετιστήριο λόγο του Ιησού στους μαθητές του, ένα λόγο μεστό θεολογίας και αποκαλυπτικότατο για τη θεία προέλευση και φύση του Χριστού. Ακριβώς μετά την ομιλία αυτή ο Ιησούς εξέρχεται «πέραν του χειμάρρου των Κέδρων» σε κάποιον κήπο, στον οποίο συνήθιζε να πηγαίνει με τους μαθητές του. Για το λόγο αυτό γνώριζε και ο Ιούδας τον τόπο αυτό, και οδηγεί εκεί τους οπλισμένους άνδρες.
Φαίνεται έτσι εκ πρώτης όψεως ο Ιησούς να πέφτει στην παγίδα του Ιούδα, στην πραγματικότητα όμως ο Ιησούς διατηρεί ως Θεός τον πλήρη έλεγχο της καταστάσεως. Έτσι δεν βρίσκουν οι στρατιώτες πρώτοι τον Ιησού και πολύ περισσότερο βέβαια δεν τον αιφνιδιάζουν, αλλά εκείνος «ειδώς πάντα τα ερχόμενα επ” αυτόν», κατά τον ιερό ευαγγελιστή, εξέρχεται και τους συναντά. Και μόνον από τα στοιχεία αυτά προβάλλει σαφέστατα η θεία μεγαλειότητα του Ιησού. Ο Ιησούς γνωρίζει τα πάντα και οδεύει προς το πάθος του εκουσίως και με θεϊκή ανωτερότητα. Αντίθετα οι αντίπαλοί του, ο Ιούδας δηλαδή και οι οπλισμένοι του ακόλουθοι, ενώ δείχνουν να έχουν εκ πρώτης όψεως τη δύναμη με το μέρος τους, εξυπηρετούν στην πραγματικότητα την ιερή αποστολή του.
Ακόμη περισσότερο όμως προβάλλει η θεία δόξα του Ιησού στη συνέχεια της διηγήσεως, συγκεκριμένα στη σκηνή που αναφέρει η ερώτησή μας. Ο Κύριος, λοιπόν, συνεχίζοντας να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων, ρωτά το οπλισμένο πλήθος: «Τίνα ζητείτε;». Η σκηνή είναι εύγλωττη, καθώς μια πολυάριθμη και οπλισμένη ομάδα ανδρών παρουσιάζεται να στέκει παθητικά, ανίσχυρη σχεδόν θα έλεγε κανείς, ενώπιον ενός μόνο άνθρωπου και να περιμένει εκείνος να ρωτήσει τί θέλουν. Μάλιστα από την απάντησή τους, σύμφωνα με την οποία ζητούν «Ιησούν τον Ναζωραίο», προκύπτει σαφώς ότι δεν ζητούν τον «Κύριο», τον «Χριστό», τον «Μεσσία», τον «βασιλέα του Ισραήλ».
Όλα αυτά τα κατηγορήματα, που αποδίδονται στον Ιησού στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο και αποκαλύπτουν τη θεότητα του προσώπου και τη θεία του φύση, παραμένουν απρόσιτα και άγνωστα στο πλήθος που έρχεται να τον συλλάβει. Εκείνοι ένα μόνο γνωρίζουν για τον Ιησού, ότι είναι άνθρωπος. Και ενώ η πληροφορία αυτή είναι σωστή, είναι ωστόσο ανεπαρκής, διότι ο Ιησούς δεν είναι ένας απλός άνθρωπος.
Αν δούμε λοιπόν τη σκηνή αυτή υπό το θεολογικό πρίσμα του ευαγγελιστή, παρακολουθούμε μια ομάδα ανθρώπων να βρίσκεται ενώπιον του σαρκωθέντος Θεού Λόγου, χωρίς να αναγνωρίζουν τη θεότητά του και επιδιώκοντας να τον συλλάβουν σαν έναν απλό άνθρωπο και μάλιστα κακούργο. Επιπλέον δε οι άνθρωποι αυτοί δεν τον αναγνωρίζουν ούτε καν ως τον άνθρωπο Ιησού που αναζητούν, πράγμα παράδοξο, αν προσέξει κανείς το γεγονός ότι ανάμεσα τους ήταν παρών και ο Ιούδας, ο οποίος γνώριζε εξ όψεως πολύ καλά τον Ιησού.
Η φαινομενικά αδύναμη θέση λοιπόν, στην οποία υποτίθεται ότι βρίσκεται εδώ ο Ιησούς, προβάλλεται από τον Ιωάννη ως τεράστια δύναμη σε σχέση με τους σκοτισμένους διώκτες του. Η δύναμη αυτή φαίνεται μεταξύ άλλων και από το ότι ο Ιησούς μπορεί ακόμη και τώρα, αν θέλει, να ξεφύγει από τα χέρια τους αποκρύπτοντας την ταυτότητά του. Ο Θεάνθρωπος Ιησούς παραδίδεται εκουσίως. Αυτό θέλει εδώ με κάθε αφηγηματική λεπτομέρεια να τονίσει ο ευαγγελιστής και αυτό προκύπτει από το ότι ο Κύριος αποκαλύπτεται και παραδίδεται αυτοβούλως σε ανθρώπους που δείχνουν κυριολεκτικά να παραπαίουν.
Μάλιστα η αυτοαποκάλυψη του Ιησού με τη σύντομη φράση «εγώ ειμί» δείχνει ακόμη περισσότερο τη δική του δύναμη και την αδυναμία των διωκτών του, καθώς οι τελευταίοι στο άκουσμα των λέξεων αυτών, υποχωρούν και σωριάζονται καταγής. Ο μεγάλος αριθμός τους και τα όπλα που φέρουν μαζί τους δεν τους βοηθούν μπροστά στις δύο αυτές «τρομερές», όπως τους φαίνονται, λέξεις. Στα πλαίσια λοιπόν της προθέσεως του ευαγγελιστή Ιωάννη να δείξει ότι ο Ιησούς είναι Θεός και ότι ως Θεός παραδίδεται και συλλαμβάνεται εκουσίως, εντάσσεται και κατανοείται καλύτερα η αναφορά της παράδοξης αντιδράσεως των οπλισμένων ανδρών στη δήλωση του Ιησού ότι ο ίδιος είναι αυτός τον οποίο ζητούν να συλλάβουν.
Β΄
Όμως και μετά τις παραπάνω εξηγήσεις ή αντίδραση των διωκτών του Ιησού παραμένει αινιγματική, αν δεν λάβει κανείς υπόψη του και το παλαιοδιαθηκικό υπόβαθρο της φράσεώς του. Στο πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης το κατεξοχήν όνομα του Θεού είναι «Γιαχβέ», το οποίο στο ελληνικό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης μεταφράζεται ως «ο Ων», δηλαδή «Αυτός που είναι». Δηλώνει το όνομα αυτό ότι ο Θεός είναι αυτός πού κατεξοχήν υπάρχει, από τον οποίο αντλούν την ύπαρξή τους όλα τα κτίσματα και στον οποίο πρέπει να έχουν αναφορά όλοι οι άνθρωποι, για να ευλογείται και η δική τους προσωπική ύπαρξη. Δηλώνει επίσης το όνομα αυτό το τεράστιο οντολογικό χάσμα που χωρίζει το Θεό από τους ανθρώπους, καθώς εκείνος δεν μπορεί να αποκαλύψει ουσιαστικά τίποτε άλλο για τον εαυτό του, που να μπορεί να κατανοηθεί από τους ανθρώπους, παρά μόνο αυτό το γεγονός της υπάρξεώς του. Δηλώνει, τέλος, τη μοναδικότητα του Θεού, αφού εκείνος που φέρει το όνομα «ο Ων» δεν μπορεί παρά να είναι ο μόνος υπαρκτός Θεός, ενώ οι υπόλοιποι θεοί, στους οποίους πιστεύουν οι άνθρωποι, απλούστατα δεν υπάρχουν.
Στενότατα συνδεδεμένη με το όνομα του Θεού είναι η έκφραση «εγώ ειμί», την οποία χρησιμοποιεί ο Θεός μιλώντας στο λαό του, κυρίως διά του προφήτη Ησαΐα, προκειμένου να εκφράσει τη μοναδικότητα, τη θεότητα, την αιωνιότητα και την παντοδυναμία του, σε σημείο που θα έλεγε κανείς ότι η έκφραση αυτή γίνεται σχεδόν ταυτόσημη με το όνομα του Θεού. Για το λόγο αυτό απαντά σε ορισμένες περιπτώσεις απροσδόκητα χωρίς κατηγορούμενο, όπως π.χ. στο: «…ίνα γνώτε και πιστεύσητε ότι εγώ ειμί, έμπροσθεν μου ουκ εγένετο άλλος Θεός και μετ” εμέ ουκ έστι».
Στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο ο Ιησούς χρησιμοποιεί με τον ίδιο τρόπο την έκφραση «εγώ ειμί» αναφερόμενος στον εαυτό του. Έτσι στην έκφραση «εάν γαρ μη πιστεύσητε ότι εγώ ειμί, αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών», ο Ιησούς εξαρτά ουσιαστικά τη σωτηρία των ακροατών του από την πίστη τους στην κατ” ουσίαν ταυτότητά του με το Θεό της Παλαιάς Διαθήκης. Επίσης, με τη φράση «απ” άρτι λέγω υμίν προ του γενέσθαι, ίνα πιοτεύσητε, όταν γένηται, ότι εγώ ειμί», ο Ιησούς προλέγει στους μαθητές του το πάθος και την ανάσταση, ώστε, όταν αυτά πραγματοποιηθούν, εκείνοι να πιστεύσουν στη θεότητά του.
Επίσης και στη σκηνή του περιπάτου επί της θαλάσσης το «εγώ ειμί» του Ιησού προς τους μαθητές του, πρέπει να θεωρηθεί ως κάτι παραπάνω από έναν απλό καθησυχασμό τους. Η εμφάνιση του Ιησού να περιπατεί πάνω στα κύματα, όπως κανένας απολύτως άνθρωπος παρά μόνο ο ίδιος ο Θεός μπορεί, προσδίδει στο «εγώ ειμί» την αίγλη του θείου ονόματος το οποίο χρησιμοποιεί ο Ιησούς για τον εαυτό του, αποκαλύπτοντας και στο σημείο αυτό τη θεία φύση του.
Γ”
Μετά τις παραπάνω παρατηρήσεις είναι πλέον πολύ εύκολο να κατανοήσουμε σε όλες της τις διαστάσεις την αντίδραση των οπλισμένων διωκτών του Ιησού, όταν εκείνος τους αποκαλύπτει την ταυτότητά του. Η αποκάλυψη της ταυτότητας του Ιησού συνιστά συγχρόνως αποκάλυψη της θεότητάς του και η αποκάλυψη της θεότητας του Ιησού γίνεται στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο μεταξύ άλλων και με τη χρήση εκ μέρους του, του θείου ονόματος «εγώ ειμί». Με άλλα λόγια πρόκειται εδώ για σκηνή θεοφάνειας: Ο άνθρωπος Ιησούς που ζητούν να συλλάβουν οι στρατιώτες αποδεικνύεται και φανερώνεται στα μάτια τους πέρα από κάθε προσδοκία και λογική ως ο ίδιος ο Θεός. Έτσι οι στρατιώτες οπισθοχωρούν και πέφτουν στο έδαφος έντρομοι και ανίσχυροι ενώπιον αυτής της αποκαλύψεως, της οποίας το βαθύτερο νόημα φυσικά αδυνατούν να κατανοήσουν.
Το τελευταίο αυτό φαίνεται από το ότι τελικά προ­χωρούν στη σύλληψη του Ιησού, πράγμα που σημαίνει ότι η εμπειρία της θεοφάνειας παραμένει γι’ αυτούς ένα εξωτερικό γεγονός χωρίς οποιεσδήποτε υπαρξιακές προεκτάσεις. Έτσι ο Ιησούς, συνεχίζοντας να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων, τους ρωτά για δεύτερη φορά ποιόν ζητούν και εκείνοι επαναλαμβάνουν ότι ζητούν «Ιησούν τον Ναζωραίο», σαν να ελπίζουν ότι ο άνθρωπος που τους ανάγκασε με μια του φράση να πέσουν στο έδαφος, δεν είναι αυτός που έχουν διαταχθεί να συλλάβουν. Ωστόσο ο Ιησούς επαναλαμβάνει για δεύτερη φορά ότι ο ίδιος είναι αυτός που ζητούν και τους προστάζει, θα λέγαμε, να αφήσουν ελεύθερους τους μαθητές του, πράγμα το οποίο πράττουν οι στρατιώτες.
Η θεία δύναμη του ενός, μοναδικού και παντοδύναμου Θεού, του «Όντος», είναι ακόμη μεγαλύτερη μέσα στην εκούσια αδυναμία του, καθώς παραδίδεται εκουσίως στα ίδια του τα πλάσματα («εις τα ίδια ήλθε και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον»). Αντίθετα η φαινομενική δύναμη των διωκτών του Ιησού προδίδει ουσιαστικά την ύψιστη αδυναμία τους, καθώς αδυνατούν να αναγνωρίσουν το πλέον στοιχειώδες: την κραταιά παρουσία ανάμεσα τους του ίδιου του Θεού.
(Χ.Κ.Καρακόλης, «Ερμηνευτικές προσεγγίσεις», εκδ. Αποστολική Διακονία)
 
Σχολιάστε Posted by στο Απριλίου 19, 2011 in ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου